• του Χρήστου Βίνη, Πολιτικού Μηχανικού, μέλους Διοικούσας Επιτροπής του ΤΕΕ.

Το Πρόγραμμα Υποδομών της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί τη Ναυαρχίδα των προγραμματικών θέσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη για την ανάπτυξη της χώρας μας. Πρόκειται σαφέστατα για μια πολύ διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με το οικονομικό μείγμα που ακολούθησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, και οδήγησε στην πλήρη κατάρρευση της ιδιωτικής οικονομίας, του προγράμματος των Δημοσίων Επενδύσεων και των ρυθμών ανάπτυξης της χώρας τα τελευταία 4,5 χρόνια.

Η Νέα Δημοκρατία, με το πρόγραμμα ανάπτυξης και υποδομών, αποδεικνύει ότι σχεδιάζει με τελείως άλλα υλικά και φιλοσοφία, την επόμενη μέρα της χώρας μας, επεμβαίνοντας δραστικά στον πυρήνα της πολιτικής που εφαρμόζεται μέχρι σήμερα, έτσι ώστε να αποτελέσει την ατμομηχανή για την εκτίναξη της Ελληνικής οικονομίας, να συμβάλλει αποφασιστικά στη μείωση της πραγματικής ανεργίας και στη δημιουργία μιας σύγχρονης παραγωγικής οικονομίας με ίσες ευκαιρίες για όλους.

Συγκεκριμένα με το Πρόγραμμα Υποδομών της ΝΔ δίνεται έμφαση στην άμεση έναρξη όλων των επενδύσεων, οι οποίες παραμένουν στάσιμες, καθώς και νέων, οι οποίες έχουν ήδη κοστολογηθεί σε 10-12 δις. Ευρώ μέχρι το έτος 2023. Η επιτάχυνση των έργων αυτών υπολογίζεται ότι θα αποφέρει έως και 2% πρόσθετη ανάπτυξη του ΑΕΠ ετησίως, αλλά παράλληλα θα δημιουργήσει 240.000 νέες και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, εντός της επόμενης τετραετίας.

Στην κατεύθυνση αυτή αξίζει να αναφερθούμε σε κάποιες από αυτές που περιλαμβάνονται στο επερχόμενο κυβερνητικό Σχέδιο και αφορούν:

– το νέο οδικό άξονα που θα παρακάμπτει την Αττική, συνδέοντας την Υλίκη με την Ελευσίνα, ενώ ταυτόχρονα θα επιταχυνθεί η σύνδεση των αποκομμένων μεγάλων πόλεων με τους κεντρικούς εθνικούς άξονες,

– τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου,

– την επέκταση σε όλη τη χώρα του φυσικού αερίου,

– την επίλυση του χρόνιου προβλήματος της διαχείρισης των απορριμμάτων με την προώθηση συστημάτων ανάκτησης ενέργειας από τα απορρίμματα πάντοτε σε συνδυασμό με δράσεις ανακύκλωσης.

 

– την προώθηση της ενεργειακής πολιτικής με τη σύνδεση των νησιών του Αιγαίου με το κυρίως εθνικό δίκτυο ενέργειας.

Πρόκειται για έναν πλήρη προγραμματικό χάρτη με έργα εθνικής εμβέλειας σε κάθε τομέα, από τις οδικές, σιδηροδρομικές και θαλάσσιες μεταφορές, μέχρι τη διαχείριση των φυσικών πόρων, την ενέργεια, τα κτιριακό απόθεμα και τις ψηφιακές υποδομές.

Σε αυτό το σημείο πολλοί θα αναρωτηθούν βέβαια για τη δυνατότητα χρηματοδότησης όλων αυτών των έργων σε μια χειμαζόμενη οικονομία, χωρίς ουσιαστική πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων. Στο σημείο αυτό όμως έγκειται και η ουσιαστική διαφοροποίηση του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας σε σχέση με τα αντίστοιχα των άλλων κομμάτων. Θα δοθεί ιδιαίτερο βάρος στην ιδιωτική χρηματοδότηση των έργων, ώστε να καταστεί ταχύτερη αλλά και πιο οικονομική η υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου Υποδομών. Και αυτό, γιατί είναι οξύμωρο σε μια χώρα που έχει περάσει τόσο μακρά οικονομική κρίση, η χρηματοδότηση των έργων να έχει ακόμη και σήμερα ιδιωτική συμμετοχή μόλις 10-15%, όταν στη Μ. Βρετανία αυτή ξεπερνά το 60%.

Στο πλαίσιο αυτό θα αξιοποιηθούν τόσο το σύστημα των παραχωρήσεων, όσο και οι Συμπράξεις Δημόσιου με Ιδιωτικό Τομέα, εργαλεία τα οποία λυσσαλέα κατέκρινε και πολέμησε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά στη συνέχεια αναγκάστηκε να υιοθετήσει για να ολοκληρώσει έργα τα οποία είχε σχεδιάσει και είχε ξεκινήσει η προηγούμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, μοιράζοντας φυσικά και απλόχερα μπόνους στους ίδιους εργολάβους που μέχρι τότε υποτίθεται ότι επέκριναν και κατήγγελλαν ως διαπλεκόμενους. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να πραγματοποιηθούν σημαντικά έργα όπως η επέκταση της Ιόνιας οδού μέχρι την Κακαβιά, η ολοκλήρωση του Βόρειου τμήματος του Ε65, ο αυτοκινητόδρομος Πάτρα-Πύργου που πρόσφατα εγκαινιάστηκε αλλά δεν ξεκίνησε και η κατασκευή του ΒΟΑΚ, με ενιαία δημοπράτηση του τμήματος Χανιά – Αγ. Νικόλαος.

Επιπλέον, με το πρόγραμμα ανάπτυξης και υποδομών της ΝΔ προβλέπεται για πρώτη φορά στο βαθμό αυτό, η αξιοποίηση του ιδιωτικού τομέα και στο σχεδιασμό των έργων με το πρωτοποριακό εργαλείο «προτάσεις καινοτομίας», κατά το παράδειγμα κρατών που έχουν υιοθετήσει με πολύ μεγάλη επιτυχία το συγκεκριμένο μοντέλο. Δύνεται με τον τρόπο αυτό η δυνατότητα σε ιδιωτικούς φορείς να μπορούν να διαμορφώσουν και να υποβάλουν προτάσεις έργων που παρουσιάζουν επενδυτικό ενδιαφέρον και μπορούν να εξασφαλίσουν άμεσα ιδιωτική χρηματοδότηση.

Συνοψίζοντας, βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του προγράμματος αυτού είναι το γεγονός ότι στον πυρήνα του κυρίαρχη θέση κατέχει η αξιοποίηση της εμπειρίας, της τεχνογνωσίας και των πόρων που διαθέτει και μπορεί να κινητοποιήσει ο ιδιωτικός τομέας για την ανάπτυξη νέων υποδομών και τη βελτίωση των υφιστάμενων. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη λογική ενός συνολικού αναπτυξιακού σχεδίου για την ανασυγκρότηση της χώρας μας και βασίζεται στην εμπειρία που έχει προκύψει από τις αγκυλώσεις αλλά και τα λάθη του παρελθόντος, από τις καλές πρακτικές αλλά και τις αστοχίες δεκαετιών. Ενός σχεδίου που αναγνωρίζει τις ιδιομορφίες της χώρας μας και κινητοποιεί το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεών της, αντιμετωπίζοντας ως συνεργάτη και όχι ως αντίπαλο τον ιδιωτικό τομέα, στη βάση όμως ενός αυστηρού αλλά και δίκαιου πλαισίου συνεργασίας με προφανή στόχο από χώρα των επιδομάτων να μετατραπούμε σε χώρα των επενδύσεων, της ανάπτυξης και της δημιουργίας.

Advertisement