• Άρθρο του τομεάρχη Ανάπτυξης και Επενδύσεων της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ Αλέξη Χαρίτση, στην ιστοσελίδα dikaiologitika.gr.

«Ταμείο Ανάκαμψης – αφετηρία ανάταξης με την κοινωνία παρούσα ή μια απ’ τα ίδια;»

Η συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης δεν θα έπρεπε να αφορά μόνο κάποιους επαΐοντες, ούτε βεβαίως μόνο όσους «ορέγονται» την αξιοποίηση των κονδυλίων. Στις εξαιρετικά δύσκολες και κρίσιμες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα μετά την δημοσιονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και την πρωτοφανή συνθήκη της πανδημίας, , θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη μια ευρεία διαβούλευση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, των φορέων της αυτοδιοίκησης, της πραγματικής οικονομίας και της κοινωνίας των πολιτών. Για να τεθούν προτεραιότητες, να αναγνωριστούν πλεονεκτήματα και αδυναμίες, για να χαραχθεί εν τέλει μια στρατηγική για τη μετάβαση στη νέα εποχή. Δυστυχώς, με ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ, ο διάλογος αυτός δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η κυβερνητική πρόταση διαμορφώθηκε εν κρυπτώ και κατατέθηκε στις Βρυξέλλες ερήμην της ελληνικής κοινωνίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται στον αντίποδα αυτής της λογικής. Υπενθυμίζω ότι το 2018 η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ διαμόρφωσε το σχέδιό της για την Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική αφού πρώτα πραγματοποίησε αναπτυξιακά συνέδρια σε όλες τις περιφέρειες της χώρας, όπου κατέθεσαν τις απόψεις και τους προβληματισμούς τους εκπρόσωποι παραγωγικών και αυτοδιοικητικών φορέων από το σύνολο του πολιτικού φάσματος. Έτσι και τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ συζητά με τις ενεργές κοινωνικές δυνάμεις και παρουσιάζει την πρότασή του για το Ταμείο Ανάκαμψης αντιλαμβανόμενος την ιστορική κρισιμότητα της συγκυρίας: το Ταμείο Ανάκαμψης, μαζί με το νέο ΕΣΠΑ και την νέα ΚΑΠ,  αποτελούν τα βασικά χρηματοδοτικά εργαλεία για να αντιμετωπιστεί η γενικευμένη ανασφάλεια που κυριαρχεί στην πλειοψηφία της κοινωνίας. Για να αμβλυνθούν ανισότητες (μεταξύ επιχειρήσεων, στην αγορά εργασίας, στην πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά), αλλά και για να σχεδιαστεί η πράσινη μετάβαση της οικονομίας και ο ψηφιακός μετασχηματισμός της, όχι με όρους εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, αλλά για το σύνολο του παραγωγικού δυναμικού της χώρας.

Οι νέες συνθήκες και η ανάγκη για αναπροσανατολισμό, δεν αντανακλώνται στην κυβερνητική πρόταση. Η κυβέρνηση αναπαράγει γνωστές νεοφιλελεύθερες δοξασίες που αποτυπώνονται με σαφή τρόπο και στην πρόσφατη έκθεση της επιτροπής Πισσαρίδη: ελαστικοποίηση και υποβάθμιση της εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις βασικών δημόσιων υποδομών, ριζική αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού τοπίου με περαιτέρω συγκεντροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας σε μεγάλες επιχειρήσεις και συρρίκνωση των μικρομεσαίων.

Αν κάτι όμως έδειξε η κρίση της πανδημίας είναι ότι πλέον τέτοιες προσεγγίσεις βρίσκονται διεθνώς εκτός πραγματικότητας. Οι ΗΠΑ είναι μάλλον το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζεται πλέον η μετάβαση στη μετα-COVID εποχή: ενίσχυση χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, γενναία προγράμματα δημόσιων επενδύσεων, αναβάθμιση δημόσιων συστημάτων υγείας και εκπαίδευσης, στήριξη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ως μέρος του συνολικού σχεδίου για οικολογικό και τεχνολογικό μετασχηματισμό της παραγωγής.

Αυτή τη δεύτερη στρατηγική ακολουθεί και η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για το Ταμείο Ανάκαμψης. Όλες οι μεταρρυθμίσεις και τα έργα που προκρίνονται ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένα κριτήρια: διάχυση του οφέλους στην κοινωνία, αποφυγή αποκλεισμών, αύξηση εγχώριας προστιθέμενης αξίας, ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη.

Στο χρηματοδοτικό πεδίο, η λογική της κυβέρνησης που τα αφήνει όλα στη διακριτική ευχέρεια των συστημικών τραπεζών είναι το λιγότερο αναποτελεσματική. Η πλήρης ενεργοποίηση όλων των χρηματοδοτικών δυνατοτήτων είναι κρίσιμη για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και κυρίως των μικρομεσαίων στις σημερινές συνθήκες. Με πρωταγωνιστικό ρόλο να αναλαμβάνει η Αναπτυξιακή Τράπεζα, που δημιουργήθηκε άλλωστε από τον ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς για να έχει αυτόν τον ρόλο σε συνθήκες χρηματοδοτικής ασφυξίας της πραγματικής οικονομίας και κυρίως των μικρομεσαίων.

Επιπρόσθετα, αν θέλουμε να μιλάμε για πραγματική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, η επαρκής χρηματοδότηση της έρευνας και της καινοτομίας, δημόσιας και ιδιωτικής, αποτελεί αναγκαία συνθήκη. Μόνο έτσι θα οδηγήσουμε τις επιχειρήσεις σε παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, μόνο έτσι θα αξιοποιήσουμε και θα κρατήσουμε στη χώρα μας το εξειδικευμένο επιστημονικό δυναμικό που διαθέτουμε. Αλλιώς, μια νέα γενιά brain drain θα βρίσκεται προ των πυλών. Η κυβερνητική πρόταση που προβλέπει ελάχιστα κονδύλια (μόλις 80εκ. περίπου ετησίως) για τον κρίσιμο αυτό τομέα είναι επιεικώς απογοητευτική.

Συνολικά, τα κονδύλια των επιδοτήσεων του Ταμείο Ανάκαμψης κατανέμονται από την κυβέρνηση σε άξονες και δράσεις, χωρίς να τεκμηριώνεται ούτε με τι κριτήριο επιλέχθηκαν οι παρεμβάσεις, ούτε γιατί χρηματοδοτούνται με τα συγκεκριμένα ποσά. Απουσιάζουν πλήρως κλαδικές πολιτικές: κρισιμότατοι τομείς, όπως η βιομηχανία και η αγροτική παραγωγή δεν χρήζουν -κατά την κυβέρνηση- ειδικού σχεδιασμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ, αντιθέτως, θέτει τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα στον πυρήνα της πρότασής του. Γιατί εκτιμούμε ότι χωρίς ουσιαστική στήριξη της εγχώριας παραγωγής δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε ρεαλιστική συζήτηση για βιώσιμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Εκκωφαντική είναι η σιωπή της κυβέρνησης και για την περιφερειακή και τοπική διάσταση της αναπτυξιακής προσπάθειας. Ενώ μελετώντας κανείς προτάσεις άλλων χωρών (πχ Γαλλίας, Ισπανίας) διαπιστώνει ότι έχει δοθεί ιδιαίτερο βάρος στα περιφερειακά προγράμματα, η πρόταση της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν έχει την παραμικρή σχετική αναφορά. Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνεται την ανάδειξη ιδιαιτεροτήτων και δυνατοτήτων κάθε περιφέρειας, τη μείωση των περιφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις και την αναζωογόνηση της υπαίθρου ως κεντρικούς στόχους της Αναπτυξιακής Στρατηγικής.

Σταχυολόγησα λίγες μόνο πτυχές των προτάσεων κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης για να καταδείξω τις ουσιαστικές διαφορές τους σε επίπεδο στρατηγικής και περιεχομένου. Το Ταμείο Ανάκαμψης είτε θα αναπαράγει παλιές, αποτυχημένες συνταγές που θα διευρύνουν τις ανισότητες και θα εδραιώσουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια για τη μεσαία τάξη και τα ασθενέστερα στρώματα, είτε θα λειτουργήσει ως ουσιαστικός αιμοδότης των αναγκαίων μετασχηματισμών για να προχωρήσει η οικονομία μπροστά με ασφάλεια και δικαιοσύνη για όλους. Η επιλογή είναι ιστορικά κρίσιμη.