Παραστατικά ρεπορτάζ της εφημερίδας “Ελεύθερον Βήμα” της 3ης Σεπτεμβρίου του 1922, και γλαφυρές μαρτυρίες διπλωματών της εποχής, των ΗΠΑ και της Αυστρίας, μετέφερε ο γραμματέας του Συλλόγου Καππαδοκών και Μικρασιατών Ροδόπης “Μέγας Βασίλειος’, Χαράλαμπος Μαυρίδης, εκφωνώντας σήμερα στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Κομοτηνής, τον πανηγυρικό της ημέρας στο πλαίσιο της Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό κράτος.
Ολόκληρη η ομιλία:
“«Ελεύθερον Βήμα», 3.9.1922: Χιλιάδες Σμυρνιοί σπεύδουν στο λιμάνι της πόλης με την ελπίδα να μπορέσουν να γλιτώσουν από τα μαρτύρια και τον θάνατο που έρχεται πίσω τους, επιβιβαζόμενοι σε κάποιο πλοίο. Λίγοι όμως θα φανούν τυχεροί (…) Τα Ιταλικά και τα Γαλλικά (πλοία) παρελάμβανον πρόσφυγας εφοδιασμένους μόνον δια καταλλήλων διαβατυρίων, διαπιστούντων την ξένην αυτών υπηκοότητα. Το Αμερικανικόν όμως και το Ιαπωνικόν, εδέχοντο πρόσφυγας άνευ ελέγχου της υπηκοότητός των (…) Γυναίκες από ηλικίας δέκα ετών και άνω ητιμάσθησαν άνευ ουδεμίας εξαιρέσεως. Αι ατιμαζόμεναι παρθένοι μεταφερόμεναι αγαλαδόν έξω της πόλεως επί λοφίσκων, τυφεκίνονται ή σφάζονται αφού πρώτον χρησιμοποιηθούν διά τελευταίαν φοράν υπό του Τουρκικού όχλου και των Τσετών προς κορεσμόν των κτηνωδών ορμών των!“.
Τα παράλια της Σμύρνης έχουν μετατραπεί σε μια επίγεια κόλαση.
“Το θέαμα της παραλίας όπου έχουν συγκεντρωθή πανικόβλητοι, περιδεείς, ωχροί και τρέμοντες οι πρόσφυγες, παρέχει την τραγικωτέραν εικόνα την οποίαν έχει μέχρι σήμερον να επιδείξη η ανθρωπότης. Ο ρόγχος των ψυχορραγούντων ενούται με τους γόας των τραυματιών και τους θρήνους των ζώντων, αποτελείται δι’ ούτω μία σπαρακτική της ανθρώπινης ζωής συμφωνία, την οποίαν ουδέ δαιμόνων ψυχή δεν θα ήτο δυνατόν ποτέ να συλλάβη. Η πείνα και δίψα του προσφυγικού λαού συμπληρώνει και επισφραγίζει το Κεμαλικόν έργον το οποίον θα καταλάβη την μελανωτέραν σελίδα της παγκοσμίου ιστορίας (…) Πολλοί ρίπτονται εις τη θάλασσαν δια να φθάσουν και επιβιβασθούν επί των πλοίων καθ’ όσον αι λέμβοι, αι φορτηγίδες και ατμάκατοι, πλημμυριζόμεναι από πρόσφυγας, ευθύς ως προσεγγίσουν εις την προκυμαίαν ανατρέπονται υπό το βάρος των επιβατών. Εκατοντάδες ούτω έχουν εύρη τοιούτον δια πνιγμού τραγικόν θάνατον. Αλλά και οι κολυμβώντες, πολλάκις δεν σώζονται διότι οι Τσέτες πυροβολούν κατ’ αυτών εκ διαφόρων σημείων και τους φονεύουν εντός της θαλάσσης”.
Πέρασαν 98 χρόνια από τότε που οι πρόγονοί μας, Έλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί της Μικράς Ασίας, κρατώντας σφικτά τις ιερές εικόνες και τα οικογενειακά τους κειμήλια, έφευγαν με δακρυσμένα τα μάτια, ματωμένη από θλίψη την καρδιά, από τις πατρογονικές τους εστίες, παίρνοντας δύναμη από την ελπίδα της λευτεριάς σε μια νέα, άγνωστη γι’ αυτούς πατρίδα.
Εγκατέλειπαν πίσω τους, τους ναούς, τα σπίτια, τα σχολεία, τα κοινωφελή ιδρύματα, τον ήλιο και τον ουρανό που πρωτοείδαν, τη γη που πότιζαν με τον ιδρώτα τους.
Από τις όχθες του Ευφράτη, τα παράλια του Εύξεινου Πόντου, του Αιγαίου και της Μεσογείου, η Καππαδοκία, ο Πόντος, η Βιθυνία, η Μυσία, η Ιωνία, η Αιολία, η Κιλικία, όλη η Μικρά Ασία, έσφυζε από έναν Ελληνισμό ζωντανό, δραστήριο, παραγωγικό, περήφανο και δημιουργικό, που έγραψε επί αιώνες έπη δόξας και έγινε το λίκνο της Ορθοδοξίας. Ήταν η ψυχή και η καρδιά του Βυζαντίου.
Ένας Ελληνισμός με σοφούς, ποιητές, καλλιτέχνες, εθνικούς ευεργέτες, που λάμπρυνε και δόξαζε το έθνος μας και που δυστυχώς ξεχάστηκε από τους ιστορικούς μας και λείπει ακόμη από τα ιστορικά μας συγγράμματα, και μόνο ξένοι ερευνητές τον μελετούν ακόμη και σήμερα και τον θαυμάζουν.
Η γενοκτονία της φυλής μας άρχισε αμέσως μετά την υποδούλωσή της, και έγινε διαχρονικά, μεθοδευμένα και σχεδιασμένα, και διήρκεσε αιώνες. Η γενοκτονία είχε κατά καιρούς συγκεκριμένες μορφές.
Άρχισε με σφαγές και λεηλασίες συγχρόνως με την υποδούλωση, συνεχίστηκε με βιασμούς, εξισλαμισμούς διά πυρός και σιδήρου, με εκτοπίσεις πληθυσμών σε απόμακρες επαρχίες της αυτοκρατορίας. Ο στόχος ήταν σταθερός και πάντα ο ίδιος: ο αφανισμός των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία και η δημιουργία ενός καθαρά Τουρκικού κράτους στην πολυεθνική τότε Μικρά Ασία. Χρησιμοποιήθηκαν όλες οι βάρβαρες μέθοδοι που επινοούσε η φαντασία των κατακτητών. Ληστείες, λεηλασίες, τρομοκρατία, απαγωγές και βιασμοί νεαρών γυναικών, η αφόρητη με κάθε τρόπο καταπίεση ενός περήφανου λαού, που παρ’ όλα αυτά αντιστεκόταν με πείσμα, γαντζωμένος στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη και την αδούλωτη Εθνική του συνείδηση.
Ακολούθησε η προσφιλής στους Τούρκους μέθοδος του παιδομαζώματος. Χιλιάδες επιλεγμένα Ελληνόπουλα αρπάζονταν από τις οικογένειές τους και εκτουρκίζονταν σε στρατόπεδα-σχολεία και μετατρέπονταν σε φανατικούς εχθρούς των ίδιων των αδελφών τους.
Έτσι ο Ελληνισμός αριθμητικά συρρικνώνεται, αλλά παρ’ όλα αυτά ήταν πάντα ο κυρίαρχος στον οικονομικό, επιστημονικό, πνευματικό και κοινωνικό τομέα.
Το γεγονός αυτό εξόργιζε και προκαλούσε τους κατακτητές, που επινοούσαν συνεχώς νέες μεθόδους. Έτσι άρχισε η λειτουργία των περίφημων ταγμάτων εργασίας. Επιστρατευόταν όλος ο παραγωγικός ανδρικός πληθυσμός, και πήγαινε να εργασθεί στα πέρατα της αυτοκρατορίας υπό συνθήκες εξουθενωτικές. Μόνο το 10%, κατά μέσο όρο, άντεχε στις κακουχίες και γύριζε πίσω. Οι υπόλοιποι χάνονταν στα παγωμένα βουνά ή στις καυτές στέπες της αυτοκρατορίας.
Αξίζει εδώ να αναφερθούμε στις παρατηρήσεις του Henry Morgenthau, Πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως τις καταχωρεί στο βιβλίο του “Η τραγωδία της Αρμενίας, 1918”.
“(…) Αυτά που έγραψα για τους Αρμένιους, ισχύουν εξ ίσου, σε γενικές γραμμές, και για τους Έλληνες και τους Ασσύριους. Πράγματι, οι Έλληνες ήταν τα πρώτα θύματα της πολιτικής του εκτουρκισμού. (…) Το μαρτύριο των Ελλήνων καλύπτει δύο περιόδους: πριν από τον Παγκόσμιο Πόλεμο, και από τις αρχές του 1915. Στόχος των διώξεων της πρώτης περιόδου ήταν οι Έλληνες των δυτικών παραλίων (του Αιγαίου) της Μικράς Ασίας. Κατά τη δεύτερη περίοδο στόχος ήταν οι Έλληνες της Θράκης και των παραλίων του Μαρμαρά, των Δαρδανελίων, του Βοσπόρου και της Μαύρης Θάλασσας. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων από τις περιοχές αυτές εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Αρχικά οι Τούρκοι επιστράτευαν τους Έλληνες και στη συνέχεια σχημάτιζαν με αυτούς Τάγματα Εργασίας και τους έστελναν στον Καύκασο και σε άλλα μέτωπα του πολέμου για να φτιάξουν δρόμους. Εκεί, οι Έλληνες, όπως οι Αρμένιοι πριν από αυτούς, πέθαιναν κατά χιλιάδες από το κρύο, την πείνα και από άλλες στερήσεις”.
O τότε Υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας, σε διπλωματικό έγγραφο της εποχής εκείνης προς το Βερολίνο, ανέφερε τα ακόλουθα: “Η πολιτική των Τούρκων αποβλέπει με μια γενικευμένη καταδίωξη του ελληνικού στοιχείου να εξοντώσει τους Έλληνες ως εχθρούς του κράτους, όπως πριν με τους Αρμενίους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, από τις ακτές, στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και στον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των ξεριζωμένων λεηλατούνται από τα τουρκικά τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα, τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων”.
Σε 350.000 υπολογίζονται τα θύματα της περιόδου εκείνης μόνο στη Σμύρνη, όπου είχαν συρρεύσει για να περάσουν και να σωθούν στη ελεύθερη Ελλάδα. Συνολικά, από το 1900 και μετά, από 5,5 εκατομμύρια Έλληνες της Μικράς Ασίας, χάθηκαν περίπου 3.250.000 ψυχές, ενώ επέζησαν και διασώθηκαν 2.250.000.
Η τελική εγκληματική ενέργεια του τουρκικού κράτους έγινε πριν 65 μόλις χρόνια, εναντίον του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν ότι τα Σεπτεμβριανά του 1955 ήταν σχεδιασμένα, προγραμματισμένα, και εκτελέστηκαν από όργανα του τουρκικού κράτους το οποίο έχασε τον έλεγχο του όχλου που κινητοποίησε, με αποτέλεσμα τα τραγικά γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου.
Σεβασμιώτατε, κυρίες και κύριοι.
Η σημερινή μας εκδήλωση δεν έχει σε καμία περίπτωση σαν σκοπό την καλλιέργεια εχθρικών αισθημάτων. Η εκδίκηση δεν οδήγησε ποτέ τις σκέψεις ή τις πράξεις των Ελλήνων. Απεναντίας, οι Έλληνες πάντα εξανθρώπισαν τους λαούς με τους οποίους έζησαν.
Τοποθετούμε τα ιστορικά αυτά γεγονότα στο παρελθόν, αλλά πίσω από διάφανο χώρισμα. Τα βλέπουμε και χαράζουμε την πορεία μας στο μέλλον, διδασκόμενοι από αυτά, ώστε να μην επαναλάβουμε κάποια ιστορικά λάθη.
Δεν έχουμε άλλα περιθώρια λαθών.
Πιστεύουμε, εμείς οι απόγονοι των προσφύγων, σταθερά και αταλάντευτα στην ειρηνική   συνύπαρξη των λαών.
Πιστεύουμε όμως ότι η ιστορική μνήμη είναι ιερό και εθνικό καθήκον. Όποιος λησμονεί την ιστορία του, οδηγείται μοιραία στον αφανισμό.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να συγχέουμε τη συγχώρεση με τη λήθη. Η συγχώρεση μπορεί να μας ανεβάζει ηθικά, η λήθη όμως μας αλλοτριώνει από το ιστορικό μας παρελθόν.
Θα αποτελούσε τραγική ειρωνεία τα σχολικά βιβλία από τη μια να αναφέρονται στις σφαγές των Ψαρών και της Χίου κατά την Επανάσταση του 1821, και από την άλλη να αποσιωπούν τις σφαγές των Ελλήνων του Πόντου, της υπόλοιπης Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, εκατό χρόνια αργότερα.
Η ιστορία δεν διαφέρει από την αρχαιολογία. Καταγράφει τα γεγονότα του παρελθόντος, όπως αυτά διαδραματίστηκαν. Όπως η επιστήμη δεν ανέχεται τις παραποιήσεις στην καταγραφή των ιστορικών εξελίξεων, έτσι και η ηθική καταδικάζει τις ωραιοποιήσεις των απάνθρωπων κακουργημάτων που διαπράχθηκαν από κάποιο κυρίαρχο κράτος εις βάρος μιας μειονότητάς του, εσκεμμένα και προγραμματισμένα.
Η ιστορική μνήμη, η εμμονή και προσήλωση στα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις του λαού μας, κράτησαν ζωντανή την εθνική συνείδηση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, κι ας ήταν σκλαβωμένοι σε ορισμένες περιοχές της περισσότερο από 850 χρόνια.
Αυτούς τους ένδοξους προγόνους καθώς και τους ηρωικούς μαχητές της Μικρασιατικής εκστρατείας, που χάθηκαν καθαγιάζοντας τις Αλησμόνητες εκείνες Πατρίδες, τιμούμε σήμερα και θα θυμόμαστε πάντα. Αυτούς που μαρτύρησαν για την πίστη στην Ορθοδοξία και το μεγαλείο του Έθνους μας.
Αυτό το χρέος μας οδηγεί τακτικά σε προσκύνημα στους τόπους εκείνους.
Εμείς οι πρόσφυγες, πιστοί στο χρέος μας, θα κάνουμε πάντα αυτό που θεωρούμε αυτονόητο. Θα καλλιεργούμε και θα αναπαράγουμε πάντα τη μνήμη των παθών, αλλά και της δόξας των Αλησμόνητων Πατρίδων μας.
Ελπίδα μας δίνει ο λόγος του Μακρυγιάννη: “Η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ό,τι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούν. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά”.
Είθε οι ψυχές τους γαληνεμένες και δικαιωμένες να αναπαύονται εκεί εν ειρήνη.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει.
Αιωνία τους η μνήμη”.