– Ιστορική επανέκδοση του βιβλίου «Ιστορία Σαμμακοβίου και των πέριξ Ελληνικών Κοινοτήτων», από τον Περικλή Κιακίδη, εγγονό του ήρωα και μάρτυρα, Δημάρχου το 1915 του Σαμμακοβίου, που στις 5 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς σφαγιάστηκε με άλλους 18 συμπατριώτες του υπέρ πίστεως και πατρίδος.

ΣΑΜΜΑΚΟΒΟΤο καθιερωμένο ετήσιο Αντάμωμα των απανταχού Σιδηροχωριτών, στο Νέο Σιδηροχώρι Κομοτηνής, λαμβάνει χώρα εις μνήμην των 19 Σαμμακοβιτών που σφαγιάστηκαν το 1915 στην Ανατολική Θράκη, και της πρώτης προσφυγιάς των προγόνων τους.


Φέτος, η 29η διοργάνωση συνέπεσε με τη συμπλήρωση ενός αιώνα από τότε
, και ο Μορφωτικός Όμιλος του χωριού, ο Σύλλογος Γυναικών, και ο Σύλλογος Εβριτών Ροδόπης, με τη συμμετοχή και της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας, της «Δόξας Νέου Σιδηροχωρίου», συνέπραξαν, σε ένα τριήμερο εκδηλώσεων μνήμης αλλά και πανηγυρικού χαρακτήρα για τη συνέχιση της ιστορικής πορείας των Σαμμακοβιτών μέσα στον χρόνο.

Την Παρασκευή 4/9 το πρόγραμμα περιλάμβανε γλέντι καλωσορίσματος που διοργάνωσε ο σύλλογος γυναικών Νέου Σιδηροχωρίου, με λαϊκό πρόγραμμα και παραδοσιακούς χορούς από το χορευτικό του τμήμα και από χορευτικά σχήματα τοπικών συλλόγων.

Παράλληλα, εγκαινιάστηκε έκθεση χαρτογραφικού και αρχειακού φωτογραφικού υλικού με αναφορές στο Σαμμακόβι και στη μετεγκατάστασή του στο Νέο Σιδηροχώρι, από τη Θρακική Ψηφιακή Χαρτοθήκη του συλλόγου Εβριτών Ροδόπης, και το αρχείο του Μορφωτικού Ομίλου Κομοτηνής.

Το Σάββατο 5/9, αρχικά παρουσιάστηκε η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Θεόδωρου Κιακίδη, «Ιστορία Σαμμακοβίου και των πέριξ Ελληνικών Κοινοτήτων», από τον γιο του, Περικλή Κιακίδη.

Τον κ. Π. Κιακίδη υποδέχθηκε η κ. Δήμητρα Λάπατα, Πρόεδρος του Μορφωτικού Ομίλου Νέου Σιδηροχωρίου, το Διοικητικό Συμβούλιο του οποίου του απένειμε και τιμητική πλακέτα.

Με συγκινητικά λόγια χαιρέτησε τη βραδιά, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμων.

Το παραδοσιακό γλέντι που ακολούθησε, είχε αφιερωματική αναφορά στην παραδοσιακή Θρακιώτικη λύρα και στους λυράρηδες του Σαμμακοβίου, μέσα από τραγούδια και χορούς του Σαμμακοβίου.

Την Κυριακή 6/9, το πρωί, μετά τη Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη, στο Ηρώο των 19 Μαρτύρων στην πλατεία του χωριού, τελέστηκε υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονος επιμνημόσυνη δέηση, και πραγματοποιήθηκαν ομιλίες για τα ιστορικά γεγονότα.

Το μήνυμα της ημέρας, αναδράμοντας στο παρελθόν, ανάδειξε η αντιπρόεδρος του Μορφωτικού Ομίλου, κ. Νόνα Ταρσή.

Στον χαιρετισμό του ο κ.κ. Παντελεήμων, έπλεξε το εγκώμιο εκείνων που θυσίασαν τη ζωή τους για την Πατρίδα.

Τις εκδηλώσεις τίμησε με την παρουσία του και ο Δήμαρχος Κομοτηνής κ. Γιώργος Πετρίδης, ο οποίος στον χαιρετισμό του εξήρε το ήθος και τη νοικοκυροσύνη των Σιδηροχωριτών.

Η τελετή μνήμης, ολοκληρώθηκε με κατάθεση στεφάνων, απόδοση παραδοσιακού μοιρολογιού από τη γυναικεία χορωδία του χωριού, και ανάκρουση του εθνικού ύμνου.

Το βράδυ της Κυριακής 6/9, στην πλατεία του χωριού αναβίωσαν τα έθιμα των Σεϊμένηδων και του Παραδοσιακού Γάμου, και η αυλαία των εκδηλώσεων έπεσε με παραδοσιακό –  λαϊκό γλέντι.

Η ομιλία του κ. Περικλή Κιακίδη κατά την παρουσίαση της επανέκδοσης του βιβλίου του πατέρα του Θεόδωρου Κιακίδη, με τίτλο «Ιστορία Σαμμακοβίου και των πέριξ Ελληνικών Κοινοτήτων».

Σιδηροχωρήτες, Σιδηροχωρήτισσες. Αγαπητοί μου συμπατριώτες και συμπατριώτισσες, φίλες και φίλοι.  Αγαπημένοι μου Σαμμακοβλήδες,

Το μεγάλο μειονέκτημα της καταγραμμένης Ιστορίας είναι ότι αποτελείται από σελίδες· και οι σελίδες, όσο καλογραμμένες και αν είναι, από μόνες τους είναι απελπιστικά σιωπηλές. Για να ζωντανέψουν πρέπει να τις διαβάσει κανείς, να τις αφομοιώσει, να τις κάνει κτήμα του. Τότε, από μια αποθήκη γεμάτη παρελθόν που ήταν, γίνονται εικόνες, μουσική, βαθύ συναίσθημα και νοσταλγία, ο δε αναγνώστης είναι σαν να ζει λιγάκι την Ιστορία που διαβάζει.

Κάποιος στοχαστής είπε ότι ένας λαός χωρίς Ιστορία είναι καταδικασμένος να αφανιστεί. Ένας άλλος συνέκρινε το λαό χωρίς Ιστορία με δέντρο χωρίς ρίζες. Δεν είμαι σε θέση να συμφωνήσω, να διαφωνήσω ή να επεκταθώ σ’ αυτές τις ποιητικές μεταφορές.

Θα περιοριστώ μόνο να πω, αναφερόμενος σ’ εμάς τους Σαμμακοβλήδες, ότι μπορεί πολλά να μας χωρίζουν από τότε που οι πρόγονοί μας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, … την πατρίδα μας. Μας χωρίζουν αποστάσεις μακρινές που δεν διανύονται σε καθημερινή βάση, οι επαγγελματικές μας δραστηριότητες διαφέρουν, ο καθένας μας και η καθεμιά μας έχουμε αποκτήσει τις ιδιαιτερότητες που μας επέβαλαν οι κατά τόπους κοινωνίες μας. Έχουμε όμως, αγαπητοί μου συμπατριώτες και συμπατριώτισσες, κάτι που μας ενώνει άρρηκτα: την καταγωγή μας, τα κοινά μας ήθη και έθιμα, την Ιστορία του τόπου μας. Δεν μπορούμε να την ξεχάσουμε, δεν πρέπει, δεν έχουμε το δικαίωμα να την αγνοήσουμε. Άλλωστε, σαν ζωντανή απόδειξη αυτής της επιθυμίας μας, είναι και η σημερινή μας συγκέντρωση στο Νέο Σιδηροχώρι.

Σκόπευα να πω δυο λόγια για το περιεχόμενο του βιβλίου, Ιστορία του Σαμμακοβίου και των πέριξ ελληνικών κοινοτήτων, του οποίου η πρώτη μου ανάμνηση είναι ορισμένα του αποσπάσματα που ψιθύριζε ο πατέρας μου τα βράδια για να τα φέρει στην τελική τους μορφή. Να αναφέρω μερικά χαρακτηριστικά μέρη του, να εξάρω την καθαρότητα της γραφής, τον πατριωτισμό του συγγραφέα, την διαύγεια του πνεύματός του, την υπομονή και την επιμονή του να φέρει το έργο του εις αίσιον πέρας.

Όμως ο φόβος ότι η βιβλιοπαρουσίασή μου θα πρόδινε το βιβλίο, ότι θα το μείωνε δίνοντάς του μια εικόνα διαφορετική που πιθανώς να μην του ανήκει, με απέτρεψαν από το να επεκταθώ και να σας κουράσω αδικαιολόγητα με την πολυλογία μου. Γι αυτό θα περιοριστώ σε μια σύντομη εισαγωγή του, με τον πρόλογο της δεύτερής του έκδοσης.

Σαράντα πέντε χρόνια χρειάστηκε ο Θεόδωρος Κιακίδης για να συγκεντρώσει τα στοιχεία που θα ολοκλήρωναν το έργο του. Για σαράντα πέντε χρόνια, αρχής γενομένης από το 1915, έτος σφαγιασμού του πατέρα του και των άλλων 18 συμπατριωτών του από τους Τούρκους και του πρώτου διωγμού των ομογενών από τα πάτρια εδάφη τους, μέχρι το 1960, έτος έκδοσης του πονήματός του, εργάστηκε με απόλυτη αφοσίωση και επιμονή, καταβάλλοντας προσπάθειες υπεράνω των οικονομικών και κοινωνικών δυνατοτήτων του, με απώτερο σκοπό την καταγραφή της ιστορίας του αγαπημένου του Σαμμάκοβου και των πέριξ ελληνικών κοινοτήτων.

Με το πνεύμα του, τη ζωή του και την ψυχή του αφιερωμένα στην πατρίδα του τη Θράκη, ο Θεόδωρος Κιακίδης, για σαράντα πέντε χρόνια ερευνούσε, έγραφε, έσβηνε, διόρθωνε, φωτογραφούσε, έδινε διαλέξεις, έκανε ιστορικές έρευνες και δημοσιεύσεις, αλληλογραφούσε και διατηρούσε στενές επαφές με λογίους και με συμπατριώτες του (ιδίως με τον αείμνηστο συνεργάτη του και άριστο σκιτσογράφο Κωνσταντίνο Βουτσόπουλο) με σκοπό να αντλήσει μια ακόμα ιστορία, ένα στιγμιότυπο ευχάριστο ή μη, τραγικό, κωμικό ή λαογραφικό για να το ενσωματώσει στο έργο του, το οποίο εκτός από την ιστορία και τις γεωγραφικές περιγραφές, περιλαμβάνει αποσπάσματα από το προσωπικό του ημερολόγιο. Σκοπός του και σφοδρή επιθυμία του ήταν να διατηρηθεί ζωντανή η πατρίδα του στην μνήμη των συμπατριωτών του και αιώνια στην Ιστορία, και με αυτές τις ανιδιοτελείς και αξιέπαινες προσπάθειές του εξάντλησε τον χρόνο που του αντιστοιχούσε. Μία από αυτές τις προσπάθειες υπήρξε και το σύντομο ταξίδι του στη Βόρειο Ελλάδα το 1953, που σκοπός του ήταν να ενωθεί και να ενώσει τους προσφιλείς συγχωριανούς του, να θυμηθεί ξανά τα ήθη και τα έθιμά του αγαπημένου του Σαμμακοβιού, να ξαναζήσει και να αισθανθεί, έστω και μακριά του, έστω και για λίγο, την γνώριμη ατμόσφαιρά του.

Το κυρίως έργο του περιελείφθη σε ολόκληρο τον εκ 300 σελίδων 32ο τόμο των ΘΡΑΚΙΚΩΝ, με συνέχειες στους τόμους 33 και 34 και με την φροντίδα του αείμνηστου προέδρου του ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ, τέως υπουργού Φίλιππου Μανουηλίδη. Το σύνολο του πονήματός του διορθώθηκε και προλογίστηκε από τον εκ Σκοπού καταγόμενο Θρακιώτη, επίσης αείμνηστο τέως υπουργό Σαράντα Εκκλησιών Νίκο Κωνσταντόπουλο και επιμελήθηκε από τον εξαίρετο φιλόλογο καθηγητή Βασίλη Ασημομύτη.

Τον Αύγουστο του 1962 ο Θεόδωρος Κιακίδης αξιώθηκε να επισκεφθεί το προσφιλές του Σαμμάκοβο, μετά από σαράντα χρόνια απουσίας και νοσταλγίας και οκτώ μήνες πριν από τον θάνατό του. Οι πλήρεις συγκινήσεων, πικρίας και αντικρουόμενων συναισθημάτων εντυπώσεις του από εκείνο το αναπάντεχο ταξίδι περιελήφθησαν στον 37ο τόμο των ΘΡΑΚΙΚΩΝ, με τον τίτλο Ένα Απρόσμενο Ταξίδι, και κατέληγαν με τη εξής σημαδιακή φράση:

Τα έγραψα, εξέφρασα τον πόνο μου, ξελάφρωσα. Τώρα μπορώ να πεθάνω.

Ό,τι κι αν έχει ειπωθεί ή καταγραφεί για μια ιστορική εποχή, κοντινή ή μακρινή, για ένα ιστορικό γεγονός από τα πιο σημαντικά έως τα πιο ασήμαντα, πάντα θα μπορεί να προστεθεί κάτι καινούργιο. Αναμφισβήτητα οι αυτόπτες μάρτυρες, με τις αφηγήσεις τους, κατέχουν τον πρωτεύοντα ρόλο στη διάσωσή τους. Αξιόλογο και πλήρη επαίνων ρόλο παίζουν οι καταγραφείς της Ιστορίας, είτε ανήκουν είτε δεν ανήκουν στην προαναφερθείσα ομάδα, όπως επίσης και οι δάσκαλοι, οι ομιλητές και οι ερευνητές της που την μεταδίδουν στις πλατιές μάζες συντελώντας στην εξάπλωση και διατήρησή της. Έναν σπουδαίο, αν και σπανίως αναφερόμενο, ρόλο έχουν οι αναγνώστες της Ιστορίας, οι οποίοι, με την αφομοίωσή της συντείνουν στην διαιώνισή της. Δεν είναι γνωστός ο αριθμός των αντιτύπων της πρώτη έκδοσης του έργου του αειμνήστου Θεοδώρου Κιακίδη. Γνωστό είναι ότι 55 χρόνια μετά από αυτήν και έναν ακριβώς αιώνα μετά την αποτρόπαια δολοφονία του πατέρα του και των 18 συμπατριωτών του, ελάχιστα από αυτά απομένουν.

Κατόπιν τούτου, για την διατήρηση της ιστορίας του Σαμμακοβίου και των πέριξ ελληνικών κοινοτήτων, αλλά και για την διάδοσή της στις επόμενες γενιές, θεωρήσαμε χρέος και τιμή μας να αναλάβουμε την επανέκδοση του μνημειώδους πονήματός του και να το προσφέρουμε στους απογόνους των συμπατριωτών του, … των συμπατριωτών μας, όπως θα το επιθυμούσε ένθερμα και ο ίδιος.

Ο λόγος, προνόμιο αποκλειστικώς ανθρώπινο, εξελίσσεται διαρκώς· νέες εκφράσεις προστίθενται στις παλιές, η γλώσσα ωριμάζει, μετατρέπεται με την πάροδο του χρόνου, το ύφος των κειμένων αλλάζει. Στην παρούσα επιμέλεια του έργου του Θεοδώρου Κιακίδη, η επεξεργασία του οποίου επιτεύχθηκε με τη σάρωση των σελίδων ενός παλαιού αντιτύπου, έγιναν ορισμένες προσαρμογές ώστε η προσέγγισή του να είναι ευχερέστερη από τον σύγχρονο αναγνώστη.

Επίσης έγιναν μερικές τροποποιήσεις ώστε να δοθεί περισσότερη έμφαση στην ιστορικότητα και λιγότερη στην συναισθηματικότητα των περιγραφών, την οποίαν ο συγγραφεύς, ως άμεσα εμπλεκόμενος στα επώδυνα γεγονότα της εποχής, αδυνατούσε ενίοτε να αποφύγει. Δέον τέλος να τονισθεί ότι, αυτή η επισταμένη και πολυετής επιμέλεια, η οποία θεωρήθηκε ως οικογενειακή και ιστορική υποχρέωση, επιτελέσθηκε με αίσθημα βαθιάς ευθύνης και γνώμονα τη διατήρηση της αρτιότητας και της ουσίας του έργου, αποτελεί δε μία προσφορά στην μνήμη του αείμνηστου πατέρα μου.

Όμως η Ιστορία των Σαμμακοβιτών συνεχίζεται και μετά την απομάκρυνσή τους από την γενέτειρά τους. Το Σαμμακόβι συνεχίζει να ζει σε κάθε τόπο όπου εγκαταστάθηκαν, σε κάθε πόλη και χωριό όπου υπάρχουν Σαμμακοβίτες.

Αναφέρθηκα πιο πάνω στο ταξίδι που έκανε το 1953, για να συναντήσει και να συναντηθεί με τους προσφιλείς συμπατριώτες του που διέμεναν στη Βόρειο Ελλάδα. Ικανοποιημένος αφάνταστα για την πραγματοποίησή του, συγκινημένος βαθύτατα με την επανένωση, και θέλοντας να διατηρήσει για πάντα στη μνήμη του τις εντυπώσεις του, τις αποθανάτιζε στο χαρτί με καθημερινές σημειώσεις.

Επειδή η φετινή εκδήλωση στο Νέο Σιδηροχώρι, εκτός από την απότιση τιμής στους ηρωικά πεσόντες προγόνους μας, είναι και μια ευκαιρία για την εκ νέου σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των απανταχού Σαμμακοβιτών, σκέφτηκα να σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα εκείνων των σημειώσεων, που δημοσιεύτηκαν στον ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΚΟΣΜΟ μετά από εκείνο το ταξίδι, που εκτός από την αναζωπύρωση των αναμνήσεων, εκτός από την δημιουργία νέων νοσταλγιών και την συνάντηση με αγαπημένους συγγενείς, φίλους και συμπατριώτες μας, ήταν για μένα και η πρώτη μου επαφή με το προσφιλές μου Νέο Σιδηροχώρι.

Η ανθούσα κωμόπολίς μας, το Σαμμακόβι, πριν τον εκπατρισμό του 1915 ηρίθμει 4.000 κατοίκους. Στο τέλος του 1918, που παλιννοστήσαμε στην πατρίδα μας μετά τη νίκη των ελληνικών και συμμαχικών όπλων, στο προσκλητήριο που έγινε, παρόντες ήμασταν μόνον 1.700. Αυτή η καταστροφή και πανωλεθρία που υπέστημεν, ιστορικώς δεν παραβάλλεται με ουδεμίαν άλλην.

Μετά επήλθε η μικρασιατική καταστροφή του 1922 και οι εναπομείναντες κάτοικοι του Σαμμακοβίου εγκαταλείψαμε, με βαριά καρδιά, για δευτέρα φορά το αγαπημένο μας χωριό όπου γεννηθήκαμε και πρωτοείδαμε το φως του ήλιου, για να σκορπισθούμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδος και της Υφηλίου. Το ακόλουθο δίστιχο του Ρήγα Φεραίου ταιριάζει απόλυτα στον διωγμό και στον διασκορπισμό των Σαμμακοβιτών:

Ω παιδιά μου ορφανά μου, σκορπισμένα εδώ κι’ εκεί,

διωγμένα, υβρισμένα, από τα έθνη πανοικεί

Καταφύγαμε σ’ Ανατολή και Δύση σαν τα κυνηγημένα πουλιά και μετά από πάμπολλες περιπέτειες καταλήξαμε σε Κομοτηνή, Ξάνθη, Σέρραι, Δράμα, Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Ελευθερούπολη, Μακρυνίτσα, Μαντράκι, Νιγρίτα, Μικρόκαμπο, Βαλτοχώρι, Κωνσταντινούπολη, Παρίσι, Αμερική και αλλαχού.

Μετά από αυτόν τον σύντομο ιστορικό απολογισμό, συνεχίζει στο άρθρο του ο Θεόδωρος Κιακίδης.

Στο χωριό Σχοινιά (Τσαμπάζ) Κομοτηνής είναι σήμερα εγκατεστημένοι περί του χιλίους Σαμμακοβίτας και κάνω έκκληση στους απανταχού συμπατριώτες μας που εμπνέονται από αίσθημα φιλοπατρίας και αγάπης προς την γενέτειράν μας, να τους επισκέπτονται, να επισκέπτονται το νέο αυτό Σαμμακόβι μας. Εκεί θα συναντήσουν προσφιλή τους πρόσωπα, συγγενείς, συμμαθητάς, τα αγνά ήθη και τα τίμια έθιμα του χωριού μας και ακούγοντας τη διάλεκτό μας, θα τους έρθουν στο μυαλό αναμνήσεις από την ένδοξη καταγωγή τους.

Κύριες ασχολίες των κατοίκων των Σχοινιών είναι η γεωργία, η κτηνοτροφία και η καλλιέργεια της γης. Χάρις στους κόπους και στους μόχθους που καταβάλλουν με την παροιμιώδη εργατικότητα και υπομονή τους, με μεγάλη μου χαρά και εθνική ικανοποίηση αναφέρω ότι τους βρήκα όλους σε καλή κατάσταση. Σκέψη τους είναι ν’ αποκτήσει ο καθένας μια αγελάδα επί πλέον, ένα πρόβατο, ένα στρέμμα γης. Ευγενική άμιλλα, σκληρή δουλειά και Άγιος ο Θεός. Με την προκοπή τους κατάφεραν να μην υπάρχει φτώχεια στο χωριό.

Θα ήθελα τώρα να προσθέσω ολίγα τινά για τις εντυπώσεις του ταξειδίου μας. Δεκάδες χρόνια νοσταλγούσα να επισκεφθώ τους σκορπισμένους συμπατριώτας μου στα διάφορα σημεία της Ελλάδος όπου βρίσκονται. Μολονότι ζω στην Αθήνα, ο νους μου και ο λογισμός μου πλανώνται στην πατρίδα μου, στους παιδικούς μου φίλους και συμμαθητές, στους αγαπημένους συγγενείς μου, στους παλιούς γείτονες και συγχωριανούς μου. Γι αυτό πήρα την απόφασι να κάμω αυτό το προσκύνημα και αναχώρησα, μετά του 11ετούς υιού μου, στις 28/8/53.

Το ταξίδι μας υπήρξε θαυμάσιο. Πρώτος μας σταθμός ήταν η Κομοτηνή, όπου υπάρχουν εγκαταστημένες περί τις 7 οικογένειες Σαμμακοβιτών. Μετά από την ολιγοήμερη εκεί παραμονή μας, μετέβημεν στο χωρίο Σχοινιά, όπου είναι εγκατεστημένοι οι περισσότεροι συμπατριώτες μας. Η συγκίνησις και ο ενθουσιασμός μου να βρεθώ εν μέσω προσφιλών μου προσώπων που είχα να ιδώ πάνω από τρεις δεκαετίες δεν περιγράφονται με λόγια.

Η άφιξή μας ήταν κυριολεκτικά μία πανήγυρη. Μας έγινε μία αποθεωτική, αγνή, θερμότατη υποδοχή, η οποία θα παραμείνει εσαεί ανεξάλειπτος στη μνήμην μου.

«Παιδιά ήλθε από την Αθήνα ο πατριώτης μας Θοδωράκης του Περικλή Κιακή», ανεφώνησε ένας πατριώτης μου που με αντελήφθηκε. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται. «Καλώς τον Θοδωράκη μας», έλεγε ένας, «Καλώς όρισες παιδί μας», ένας άλλος. Συγκινήσεις, εναγκαλισμοί με δάκρυα χαράς, όλοι συναγωνίζονταν ποιος θα μας χαιρετίσει πρώτος, ποιος θα μας καλωσορίσει, ποιός θα μας φιλοξενήσει στο σπίτι του.

Προχωρώ, συγκινούμαι, η μία έκπληξη έρχεται μετά την άλλη. Συναντώ φίλους, γείτονες, συμμαθητές, γνωστούς και συγγενείς που τους άφησα αδέσμευτους, ελευθέρους το 1922 και τώρα τους βρίσκω παντρεμένους με παιδιά και εγγόνια. Οι ώρες περνούν και αρχίζω να εξοικειώνομαι με την πραγματικότητα. Ο άγνωστος χώρος μου φαίνεται οικείος, βρίσκομαι σε περιβάλλον φιλικό, περπατώ και πετάω απ’ τη χαρά μου.

Ακούω γνωστές φωνές που μιλάνε τη διάλεκτο μας αναλλοίωτη και που με κάνουν να νομίζω ότι κατάγομαι κι εγώ από αυτόν εδώ τον τόπο, ότι βρίσκομαι στον τόπο μου. Παρατηρώ, οσφραίνομαι, αφουγκράζομαι και βλέπω συμπαθή χαμόγελα και βλέμματα ειλικρινή· ανθρώπους να μιλάνε τώρα για τα μαθητικά μας χρόνια, για τα γλέντια στο χωριό, για τα βάσανά μας που τελειωμό δεν έχουν.

Την Κυριακή το απόγευμα στις 4/9/53 έκανα, με ευχαρίστηση μεγάλη, μια διάλεξη στην εκκλησιά, για την πατρίδα μας το Σαμμακόβι· για την καταγωγή μας, τη διάλεκτο που μιλούσαν οι γονείς μας, για να τα θυμηθούν οι μεγάλοι και για να μάθουν οι μικροί λίγο από την ιστορία μας. Μάλλον είχαν απήχηση όσα είπα, γιατί είδα γυναίκες να σφουγγίζουν τα μάτια τους με μαντήλια από τη συγκίνηση, κι αλλού, σε εύθυμες περιγραφές, να χαμογελούν και να γελούν με την ψυχή τους.

Μετά την λήξη της ομιλίας μου, αφού φωτογράφησα το πλήθος, την εκκλησία, το σχολείο και το δημοτικό κατάστημα, κατελήξαμε στο μαγαζί του Αθανασίου Π. Τζεβελεκίδη όπου έγινε γλέντι Σαμμακοβιανό τρικούβερτο με τραγούδια και χορούς της πατρίδας μας. Παρόντες ήταν οι οικογένειες Αθανασίου Τζεβελεκίδη και Καλογιάννη Γκούτζου, η διδασκάλισσα Σοφία Σουρτζίδου, οι Μιχαήλ Φυτιλίδης, Περικλής ΙΙολυζωΐδης, Α. Καβερντής, Πολυχρόνης Τσαλντιρής, κ.ά. ως και οι εκ Κομοτηνής καταφθάσαντες Δημήτριος Θ. Κιακίδης οικογενειακώς, η Χρυσή Κ. Αναστασιάδου και ο δικηγόρος κ. Αναστασιάδης. Ήταν ένα ευχάριστο βράδυ ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα. Πέρασα τέσσερις ημέρες ευχάριστες, που ήταν πολύ λίγες και θα ευχόμουν να ήσαν περισσότερες .

Αυτό που διεπίστωσα κατά την τετραήμερη διαμονή μας στα Σχοινιά είναι ότι υπάρχουν ελλείψεις. Δεν έχει φως ούτε αρκετό νερό και η εκκλησία του Άγιου Θεόδωρου του Στρατηλάτη, που επισκέφθηκα με τη συνοδεία του εξαίρετου κληρικού του χωριού Περικλή Κυριακού, χρήζει επείγουσας επισκευής. Γι αυτό το θέμα πρέπει όλοι να φιλοτιμηθούμε και να κινηθούμε σύσσωμοι. Προσωπικά, μετά το πέρας της περιοδείας μου, σκοπεύω να κάμω μια έκκληση προς όλους τους Σαμμακοβίτας εξωτερικού και εσωτερικού για να προσφέρουν τον οβολό τους για τον θεάρεστο αυτό σκοπό.

Μετά τα Σχοινιά, επισκεφθήκαμε πολλούς συμπατριώτες και συγγενείς μας στην Κομοτηνή, Ξάνθη, Βαλτοχώρι, Δράμα, Σέρρες, Μικρόκαμπο και Θεσσαλονίκη, από όπου ανεχωρήσαμεν στις 27/9/53 για την Αθήνα, έχοντας αποκομίσει τις καλύτερες εντυπώσεις από αυτό το ταξίδι, το οποίο ήταν η εκπλήρωση ενός ονείρου ζωής.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΚΙΑΚΙΔΗΣ

Τελειώνοντας, αγαπητοί μου συμπατριώτες και συμπατριώτισσες, θεωρώ υποχρέωσή μου να ευχαριστήσω, εκ μέρους όλων μας, τα μέλη του Μορφωτικού Ομίλου Νέου Σιδηροχωρίου, μερικά εκ των οποίων γνώρισα στο παρελθόν και άλλα τηλεφωνικά, που με τις άοκνες προσπάθειές και φροντίδες τους προετοίμασαν επιτυχώς τις φετινές εορταστικές εκδηλώσεις. Τους αξίζουν οι πιο θερμοί μας έπαινοι.

Σας ευχαριστώ.

Ομιλία Περικλή Κιακίδη στο Νέο Σιδηροχώρι Κομοτηνής, κατά την τελετή μνήμης της σφαγής των 19 Μαρτύρων Σαμμακοβιτών, στις 5/9/1915, μεταξύ των οποίων και ο παππούς του, Δήμαρχος τότε του Σαμμακοβίου.

Σιδηροχωρήτες, Σιδηροχωρήτισσες. Αγαπητοί μου συμπατριώτες και συμπατριώτισσες, φίλες και φίλοι.  Αγαπημένοι μου Σαμμακοβλήδες.

Συνήθως στις ομιλίες, επ’ ευκαιρία διαφόρων εκδηλώσεων, οι παριστάμενοι ακούν να τους μιλάει κάποιος ομιλητής για θέματα λίγο ή πολύ αναμενόμενα. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι ακροατές παρακολουθούν την ομιλία με ενδιαφέρον, ενώ οι ομιλητές προσπαθούν να δείχνουν όσο πιο ψύχραιμοι μπορούν. Στο τέλος της ομιλίας οι πρώτοι χειροκροτούν τους δεύτερους, που αποχωρούν με κάποια, μικρή ή μεγάλη, ικανοποίηση.

Δεν θα προσπαθήσω να υποβαθμίσω την ικανοποίηση των δε ούτε να αποτρέψω τα χειροκροτήματα των μεν. Θα ήθελα μόνο να αφιερώσω τα χειροκροτήματα αυτής της ομιλίας, όχι στον ομιλητή, αλλά στους ηρωικούς Θρακιώτες, που δεν δείλιασαν μπροστά στο θάνατο και πρόσφεραν αδίσταχτα τη ζωή τους στην πατρίδα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που θα υμνήσει κάποιος στην ομιλία του τον ηρωισμό των 19 πεσόντων συμπατριωτών μας. Δεν θα είναι η τελευταία που η ομιλία του θα είναι κατώτερη των περιστάσεων. Όπως όλοι οι Σαμμακοβλήδες έχω κι εγώ συχνά αναλογιστεί τη δύναμη ψυχής και το σθένος που απαιτείται για μια τέτοια αυτοθυσία· όπως όλοι, με έχει απασχολήσει πώς θα ήταν η Ιστορία μας σήμερα, χωρίς την ηρωική θυσία του χθες. Το σίγουρο είναι ότι θα ήταν φτωχότερη και οι αναμνήσεις μας για τους προγόνους μας θαμπές και αφηρημένες.

Οι ήρωες, τη μνήμη των οποίων τιμούμε σήμερα, δεν απέβλεπαν σε δάφνες, δόξες και τιμές με τη θυσία τους. Ήξεραν καλά, ότι αρκούσε η υπογραφή τους σε ένα ψευδεπίγραφο έγγραφο για να σωθούν. Να παραδεχτούν ένα έγκλημα που δεν διέπραξαν για να γλυτώσουν από τα βασανιστήρια και τον μαρτυρικό θάνατο, με τον απάνθρωπο τρόπο που τους επεφύλασσαν οι εκτελεστές τους. Παρόλα αυτά δεν δείλιασαν· δεν υπέκυψαν στις πιέσεις και στους εκβιασμούς, δεν λιποψύχησαν μπροστά στο θάνατο. Η αλήθεια θριάμβευσε επί του σκότους, οι ηρωικοί συμπατριώτες μας έγραψαν ιστορία ακολουθώντας την μοίρα τους και εμείς, οι απόγονοί τους, εκατό χρόνια μετά, υμνούμε τον πατριωτισμό τους, θαυμάζουμε την τόλμη τους και την παλληκαριά τους, υποκλινόμαστε μπροστά στην αυτοθυσία τους.

Αυτοθυσία!!!  Μια λέξη τόσο δυνατή, μια πράξη τόσο δυσνόητη!!! Το να προσφέρει κανείς τη ζωή του για ένα ιδανικό επειδή δεν δέχεται συμβιβασμούς, επειδή το πιστεύω του είναι αδιαπραγμάτευτο, δεν είναι ενέργεια ενός συνηθισμένου ανθρώπου. Χρειάζεται ένας άνθρωπος υπεράνθρωπος για να πάρει μία τέτοια απόφαση. Χρειάζεται δύναμη και μεγαλείο ψυχής. Χρειάζεται ένας γίγας ηθικής και αρετής που σπάνια συναντάται στην ιστορία και στην κοινωνία.

Σε μια ομιλία, ο ομιλητής προκαλεί πάντα φόβο όταν ανεβαίνει στο βήμα με μια στοίβα σελίδες στα χέρια του, για να πει λιγότερα από όσα θέλει να πει και συχνά περισσότερα από όσα μπορεί ακούσει ο ακροατής. Δεν θέλω να εξαντλήσω σήμερα την υπομονή σας συμπεριλαμβάνοντας επαναλήψεις. Δεν θα μπω στις αποτρόπαιες λεπτομέρειες, όπου οι 19 ηρωικοί πρόγονοί μας σφαγιάσθηκαν στο όρος Γκράντος, δεμένοι πισθάγκωνα σε κορμούς δέντρων. Αυτές έχουν ήδη γίνει γνωστές από ομιλητές πιο άξιους και από τις λαμπρές σελίδες της Ιστορίας.

Θα τολμήσω μόνο να αναφερθώ εν τάχει, σε ένα άλλο δραματικό γεγονός της ιστορίας μας, για το οποίο εφέτος συμπληρώνονται επίσης εκατό χρόνια από τότε που διαδραματίστηκε. Ένα καθοριστικό γεγονός που σηματοδότησε την αρχή μιας νέας περιόδου στη ζωή των προγόνων μας, … στη δική μας ζωή: στον πρώτο διωγμό από το αγαπημένο τους Σαμμακόβι.

Σε ένα απόσπασμα του Ημερολογίου του, το οποίο συμπεριέλαβε στην Ιστορία του Σαμμακοβίου και των πέριξ ελληνικών κοινοτήτων, ο Θεόδωρος Κιακίδης γράφει:

Τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου κανείς δεν έκλεισε μάτι. Κανείς δεν τόλμησε να επιστρέψει στο σπίτι του να κοιμηθεί ή να πάρει ένα στρώμα, ένα μαξιλάρι, ένα κλινοσκέπασμα για να περάσει τη νύχτα έξω στην ύπαιθρο. Οι άντρες του Ζιά μπέη κυκλοφορούσαν ένοπλοι στους δρόμους ρίχνοντας μπαταριές, εκφοβίζοντας τους πάντες και όταν κουράζονταν έμπαιναν στα σπίτια, ξάπλωναν στα καθαρά σεντόνια με τα χοντροπάπουτσά τους και κοιμόνταν σαν νοικοκυραίοι.

Τα μεσάνυχτα σταμάτησε η βροχή, κι ένα απαλό αεράκι έδιωξε τα σύννεφα και καθάρισε ο ουρανός. Στο ξημέρωμα θα έβγαινε ο ήλιος, πιστός στην ώρα του, να φωτίσει τα σοκάκια, τις πλατείες, τα σπίτια του Σαμμάκοβου.

Και συνεχίζει ο Θεόδωρος Κιακίδης στο Ημερολόγιό του:

Και τι δεν θα ’δινα να μην ξημέρωνε ποτέ εκείνη η μέρα· και τι δεν θα ’διναν όλοι οι συμπατριώτες μου να μην ερχόταν ποτέ η 4η Σεπτεμβρίου του 1915, μια από τις πιο τραγικές μέρες στην ιστορία της πατρίδας μας.

Νωρίς το πρωί, δόθηκε η εντολή να εγκαταλείψουμε τον τόπο μας. Κάτω από την απειλή των όπλων των χωροφυλάκων, οι γυναίκες έτρεχαν πανικόβλητες να φορτώσουν τα πράγματά τους στα αμάξια, τα παιδιά έκλαιγαν φοβισμένα και όσοι άνδρες δεν ήταν υπό κράτηση πήγαιναν να βρουν τρόφιμα για το δρόμο, ενώ οι Τούρκοι αμαξάδες παζάρευαν το αγώγι, ζητώντας να τους προπληρωθεί.

Πιο πολύ από τον αδικαιολόγητο εκπατρισμό, πιο πολύ από την απώλεια των περιουσιών μας και την αβεβαιότητα για το μέλλον, εκείνο που μας βασάνιζε πιο πολύ ήταν η αγωνία για την τύχη των συγγενών μας που τους κρατούσαν με μια ψεύτικη κατηγορία. Αναρωτιόμασταν τι έμελε να τους συμβεί· πότε και αν θα τους ξανασυναντούσαμε.

Μερικές γυναίκες πήγαν στο διοικητήριο και άλλες στο σχολείο να δουν τους δικούς τους· να ρωτήσουν για την τύχη τους, να μάθουν για την υγεία τους, να τους αποχαιρετήσουν. Βρέθηκα κι εγώ στον περίβολο του Παρθεναγωγείου, παρασυρμένος από το πλήθος και τους είδα από μακριά. Ήταν όλοι τους σε μια κατάσταση απερίγραπτης εξαθλίωσης, μωλωπισμένοι, γεμάτοι αίματα και παραμορφωμένοι από το ξύλο. Παρόλα αυτά μου έκανε εντύπωση ότι τα πρόσωπά τους ήταν γαλήνια. Δεν έδειχναν αγχωμένοι, λες και είχαν συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο. Δεν επιτρεπόταν να τους πλησιάσουμε και ο καθένας έψαχνε για τον δικό του άνθρωπο και τον αποχαιρετούσε από μια απόσταση. Είδα γυναίκες να κλαίνε, να μοιρολογούν, να  πενθούν πριν την ώρα τους τούς ζωντανούς άντρες τους. Είδα τον λεβέντη Κωνσταντίνο Θ. Τζάρτο κατάχλωμο και τον άκουσα να ψιθυρίζει, δεν θα ξαναϊδωθούμε, στους συγγενείς του.

Η μητέρα έψαχνε για τον πατέρα μας μέσα στο πλήθος. Άρχισα να ψάχνω κι εγώ μαζί της. Τον βρήκε στο δρόμο που βγαίνει από το χωριό, δίπλα στον καϊμακάμη Χουσεΐν Χαμντή που εισέπραττε τους φόρους από τα αμάξια και έτρεξε κοντά του. Πλάι στον πατέρα στεκόταν η μικρή μου αδελφή Χρυσή, με το αδελφάκι μας, τον Κωστή, ηλικίας έξι μηνών, στην αγκαλιά της. Ο Χαμντή της χάιδευε το κεφάλι. Η σκηνή ήταν τόσο φιλική, ο τύραννος έδειχνε τόσο ανθρώπινος, που η μητέρα τον πλησίασε πιστεύοντας ότι αν τον παρακαλούσε θα άφηνε τον πατέρα να έρθει μαζί μας. Τι παράξενο, θύτης και θύμα να έχουν και οι δυο ανθρώπινη μορφή! Ο πατέρας, σαν να κατάλαβε το σκοπό της, πήγε κοντά της να την προλάβει. Ήξερε ότι ήταν μάταιο να ζητήσει χάρη από τον Χαμντή, γιατί αυτός ήταν το πιο καλό αρνί για σφάξιμο. Ύστερα την αποχαιρέτησε με μια απλή χειραψία, πήρε τα δυο παιδιά του, τα πήγε κοντά της και την έσπρωξε μαλακά να φύγει. Η μητέρα υπάκουσε και απομακρύνθηκε με τα αδέλφια μου χωρίς να πει κουβέντα. Εγώ είδα όλη τη σκηνή από μακριά και ήταν η τελευταία φορά που έβλεπα τον πατέρα μου.

Ποτέ η πλατεία του χωριού μας δεν ήταν πιο γεμάτη. Τέσσερις χιλιάδες χωριανοί με την αβεβαιότητα στα πρόσωπά τους και τα αμάξια, φορτωμένα όπως-όπως, παρουσίαζαν μια εικόνα θλιβερή. Μια νέα σελίδα της ιστορίας τους, η πιο τραγική, η πιο άδικη και οδυνηρή πήγαινε να ξεκινήσει. Όλοι περίμεναν εις μάτην να τους δοθεί μια εξήγηση για την ενοχοποίησή τους, για την δήμευση των περιουσιών τους, για τον εκπατρισμό από τα σπίτια τους και την γενέτειρά τους.

Τα αμάξια ξεκίνησαν προς άγνωστη κατεύθυνση· οι ρόδες έτριζαν, τα ζώα αγκομαχούσαν και οι πρόσφυγες θρηνούσαν που άφηναν τα σπίτια τους, τον τόπο που πρωτοαντίκρισαν τον ήλιο, που έπλασαν τα όνειρά τους και έζησαν για αιώνες οι προπάτορές τους. Έκλαιγαν γιατί άφηναν το άγιο χώμα που πότισαν με ιδρώτα και δάκρυα και όπου ήταν θαμμένα τα κόκκαλα των προγόνων τους. Το καραβάνι ξεκίνησε με θρήνους· άλλος έκλαιγε που εγκατέλειπε πατρίδα του, άλλος μοιρολογούσε τους συγγενείς του που έμειναν πίσω, άλλος σπάραζε απελπισμένος για το χαμένο βιος του, για τα όνειρά του που έσβησαν μεμιάς.

Από το αμάξι μας, με ένα μέρος του καραβανιού να μας ακολουθεί και ένα άλλο να προπορεύεται, γυρίζω να δω το χωριό μου και δεν το αναγνωρίζω. Οι πόρτες είναι ξεκλείδωτες και ανοιχτές, τα παράθυρα ορθάνοιχτα, τα σπίτια θλιβερά άδεια χωρίς τους νοικοκύρηδες, τα σοκάκια έρημα, οι δρόμοι επίσης. Μια εικόνα αγνώριστη, δυσάρεστη, αλγεινή. Κρανίου τόπος. Δεν είναι αυτό το χωριό μου. Δεν το αναγνωρίζω. Βλέπω τους δρόμους που περπάτησα, τα σοκάκια που έπαιξα μικρός, τα σπίτια, τα μαγαζιά και όλα μου είναι ξένα.

Στο μεταξύ το καραβάνι συνεχίζει την πορεία του. Στο Σκεπαστό, που είναι ο πρώτος μας σταθμός, αλλάζουμε στρατιωτική συνοδεία. Την εποπτεία αναλαμβάνει ο αρχηγός της χωροφυλακής των Σαράντα Εκκλησιών Φεχμί, ένας πράος και ευαίσθητος αξιωματικός που δείχνει κάποια ανθρωπιά. Απαγορεύει τα έκτροπα στους χωροφύλακες και μας επιτρέπει να προμηθευτούμε ελεύθερα από τα μαγαζιά ό,τι χρειαζόμαστε για το δρόμο. Το ίδιο συνέβη και στις Σοφίδες. Ο υποδιοικητής Βιζύης δείχνει επίσης κατανόηση, είναι ήπιων τόνων, μας φέρεται με σύνεση, μας συμπονάει. Ήταν στη μοίρα μας να μας τύχει ένας βάναυσος διοικητής στο Σαμμάκοβο. Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν δεν διόριζαν τον Χαμντή καϊμακάμη στην πατρίδα μας.

Έξω από το Σκεπαστό αφήνουμε τα πρώτα μας θύματα. Μερικοί βαριά άρρωστοι συμπολίτες μας δεν άντεξαν τις κακουχίες και άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Φεύγοντας από το χωριό, δεν φροντίσαμε να πάρουμε φτυάρια και γκασμάδες, ο χώρος στα αμάξια ήταν περιορισμένος και αναγκαζόμαστε να σκάψουμε λάκκους με τα χέρια, με ξύλα και πασσάλους για να τους θάψουμε. Γι’ αυτούς τους νεκρούς δεν έμειναν δάκρυα. Συνεχίζουμε το δρόμο μας στο άγνωστο, ψάχνοντας μέρος να κονέψουμε.

Εδώ τελειώνει το κεφάλαιο του πρώτου εκπατρισμού, από την Ιστορία του Σαμμακοβίου και των πέριξ ελληνικών κοινοτήτων.

Μετά από επτά χρόνια, τον Οκτώβριο του 1922, η ίδια σκηνή επαναλαμβάνεται με τον δεύτερο και οριστικό διωγμό από τα ιερά χώματα της πατρίδας μας.

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να επιστρέψω για λίγο στους 19 πεσόντες συμπατριώτες μας και να πω, ότι με το σφαγιασμό τους δεν επήλθε το τέλος. Ο θάνατός τους δεν επέφερε το χάος, γιατί τότε θα είχαμε χαθεί. Αντίθετα συσπείρωσε τους Σαμμακοβίτες μεταξύ τους, … μεταξύ μας, διατήρησε ζωντανή την αγάπη τους για τον τόπο τους, … τον τόπο μας, ακόμα και για εκείνους που δεν τον έχουν ποτέ επισκεφθεί. Η θυσία τους υπήρξε ο καταλύτης που έδωσε στους απογόνους τους ελπίδα για το μέλλον, που στέριωσε την ανάμνησή τους για το παρελθόν και τους έδεσε άρρηκτα με την ένδοξη ιστορία τους. Ας είναι αιώνια η μνήμη τους.

Σας ευχαριστώ.

ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ