«Η πρότασή μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αντανακλά τη βούληση για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που εκφράζουν και δικαιώνουν πλειοψηφικά λαϊκά αιτήματα».

Αυτό τόνισε μεταξύ άλλων ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, και εξήγησε:

«Με τις συνταγματικές αλλαγές που προτείνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ενισχύεται το Κοινωνικό κράτος, η Λαϊκή αντιπροσώπευση και η Δημοκρατία, ενώ επαναπροσδιορίζονται οι σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους. Κατοχυρώνεται Συνταγματικά ότι το κράτος θα πρέπει να παρέχει κοινωνικές υπηρεσίες και εισοδηματικές ενισχύσεις προκειμένου να εξασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για όλους τους πολίτες. Το κράτος εγγυάται το δικαίωμα στην καθολική πρόσβαση στην υγεία και την κοινωνική ασφάλιση. Αυτές οι παροχές θα αποτελούν πλέον δικαίωμα ενώ για πρώτη φορά αναγνωρίζονται στο Σύνταγμα οι υποχρεώσεις του Κράτους έναντι της αναπηρίας. Το κράτος εγγυάται ένα ενιαίο σύστημα καθολικής κάλυψης των πολιτών με βάση τις αρχές της αλληλεγγύης και της ανταποδοτικότητας καθώς και την παροχή βασικών κοινωνικών αγαθών, όπως το νερό και την ηλεκτρική ενέργεια. Με τις προτεινόμενες συνταγματικές αλλαγές ενισχύεται η λαϊκή αντιπροσώπευση με την καθιέρωση του θεσμού του δημοψηφίσματος κατόπιν αιτήματος των πολιτών αλλά και του δικαιώματος των πολιτών να προτείνουν νόμους προς ψήφιση στην Βουλή. Θεσπίζονται τα τοπικά δημοψηφίσματα για μεγάλα τοπικά ζητήματα και εισάγεται ο θεσμός των τοπικών λαϊκών συνελεύσεων. Καταργείται το ακαταδίωκτο των υπουργών και ο απαράδεκτος νόμος περί της μη ευθύνης τους. Παράλληλα, εντάσσεται στο Σύνταγμα το αναλογικό εκλογικό σύστημα ενώ απαγορεύονται εκλογικοί νόμοι που διαστρεβλώνουν τη λαϊκή ψήφο καθώς και οι «δοτοί» πρωθυπουργοί ενώ παράλληλα περιορίζονται οι θητείες των βουλευτών/βουλευτριών σε τρεις διαδοχικές περιόδους. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προχωράει στο διαχωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος καθώς το νέο Σύνταγμα θα κατοχυρώνει τη θρησκευτική ουδετερότητα της ελληνικής Πολιτείας καθώς η έννοια της επικρατούσας θρησκείας, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν θα αποτελεί αναγνώριση επίσημης κρατικής θρησκείας».

Ολόκληρη η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα

«Το Σύνταγμα αποτελεί το κεντρικό κείμενο, το πυρηνικό νομοθέτημα που κατοχυρώνει τη λαϊκή κυριαρχία και τον κοινοβουλευτισμό και από το οποίο αντλείται η δεσμευτικότητα αρχών και αξιών που συγκροτούν την ίδια τη δημοκρατική οργάνωση της Πολιτείας, το κράτος δικαίου και την κοινωνική προστασία και αλληλεγγύη. Η αναθεώρησή του επομένως αποτελεί μια κορυφαία θεσμική διαδικασία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Και νομίζω ότι από την πρώτη στιγμή εμείς την αντιμετωπίσαμε ως τέτοια, καθώς η πρόθεσή μας για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι μια πρόθεση τελευταίας στιγμής, αλλά ήταν ευθαρσώς διατυπωμένη προεκλογικά και αμέσως μετά τις εκλογές στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης. Ήταν μια διαδικασία την οποία ξεκινήσαμε με ένα πλατύ διάλογο, τον επιδιώξαμε, δεν την περιορίσαμε στη σχετική συζήτηση στο Κοινοβούλιο.
Αντίθετα, όμως, επιχειρήσαμε να την ανοίξουμε στην ίδια την κοινωνία, στους συλλογικούς φορείς, στις κοινωνικές οργανώσεις, στις παραγωγικές δυνάμεις, τα πολύμορφα κινήματα. Επιχειρήσαμε, δηλαδή, να μην την αφήσουμε στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ειδικών και των συνταγματολόγων, που ουδόλως βεβαίως τους υποτιμούμε, γιατί οφείλουν και αυτοί να παίξουν τον ειδικό τους ρόλο με βάση την τεχνική γνώση που κατέχουν.
Πάνω από όλα, όμως, επιχειρήσαμε να μην περιορίσουμε τη συζήτηση αυτή σε μια διαδικασία που θα αφορά αποκλειστικά το πολιτικό προσωπικό και γι’ αυτό η πρόταση, την οποία καταθέσαμε και την οποία συζητάμε σήμερα, δεν αποτυπώνει απλώς μία διάθεση διευθέτησης τεχνικών ζητημάτων. Αντίθετα, θα έλεγα ότι αντανακλά τη βούληση για αλλαγές και για μεταρρυθμίσεις που εκφράζουν και δικαιώνουν αιτήματα, κινήματα, κατά την εκτίμησή μας πλειοψηφικά λαϊκά αιτήματα.
Και την ίδια στιγμή λαμβάνει υπόψιν και τη συνθήκη της κρίσης, τα διδάγματα δηλαδή των τελευταίων ετών, το διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, αλλά και τις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κοινοβουλευτισμός από τις διαρκώς ενισχυόμενες εξωθεσμικές, εξωσυνταγματικές εξουσίες, διότι οι τεχνολογίες πειθάρχησης των σύγχρονων κοινωνιών και οι τεχνολογίες παράκαμψης των κανόνων της δημοκρατίας και της λαϊκής βούλησης διαρκώς εξελίσσονται σε μια σύνθετη και πολύπλοκη εποχή, την εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.
Και είναι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο που η πρότασή μας εκκινεί από την ανάγκη ενίσχυσης του Κοινοβουλίου ως θεσμού και κοιτίδα και πυρήνα της δημοκρατίας, αλλά ενίσχυσης και της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης, αυτής που λαμβάνει την ψήφο εμπιστοσύνης των αιρετών, των αντιπροσώπων του ελληνικού λαού απέναντι ακριβώς σε αυτές τις εξουσίες που είναι πολλές στις μέρες μας, που δεν ανάγονται ευθέως σε αυτό που ονομάζουμε λαϊκή κυριαρχία: ανεξάρτητες αρχές, υπερεθνικοί οργανισμοί, διεθνείς οίκοι αξιολόγησης και θα μπορούσα εδώ να απαριθμήσω πολλές άλλες.
Η ενίσχυση του Κοινοβουλίου και της εκλεγμένης κυβέρνησης, που αποτελεί άλλωστε και τον πρώτο άξονα της πρότασής μας, επιτυγχάνεται με έναν συνδυασμό αλλαγών που δημιουργούν όρους εμπέδωσης της πολιτικής σταθερότητας, αλλά και προϋποθέσεις για τετραετείς εκλογικούς κύκλους.
Σύντομα, λοιπόν, θα ήθελα να επαναλάβω τις προτάσεις αυτές που αφορούν αυτόν τον πρώτο άξονα της μεταρρύθμισης, την οποία εισηγούμαστε.
Πρώτον, την κατοχύρωση της λεγόμενης εποικοδομητικής ψήφου δυσπιστίας, τον θεσμό δηλαδή που επιβάλλει την ταυτόχρονη υπερψήφιση ενός νέου Πρωθυπουργού ως προϋπόθεση για να γίνεται δεκτή η πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκουμε να ομαλοποιήσουμε τον εκλογικό κύκλο, να έχουμε σταθερές κυβερνήσεις και ας τις ονομάζετε εσείς αυτές τις κυβερνήσεις που παίρνουν την ψήφο εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου, των αιρετών εκπροσώπων του λαού, ως κυβερνήσεις «κουρελού».
Νομίζω, όμως, ότι αυτή είναι μία από τις απαραίτητες προϋποθέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης μεταξύ μας για τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού, αν ομνύουμε κατά τα άλλα στην πολιτική σταθερότητα και στους εκλογικούς κύκλους, οι οποίοι πρέπει να ολοκληρώνονται.
Η δεύτερη πρόταση αφορά την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλή στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση, ώστε να μην επηρεάζεται ο κοινοβουλευτικός κύκλος από την αδυναμία επίτευξης συναινέσεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
Η τρίτη πρόταση στον πρώτο άξονα αφορά την άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό, μόνο εφόσον η εξαντλητική διαδικασία δημιουργίας συναίνεσης μέσα στο Κοινοβούλιο αποτύχει, αν αποτύχει δηλαδή η διαδικασία αυτή για εξασφάλιση εκατόν ογδόντα ψήφων ευρύτερης συναίνεσης σε επτά διαδοχικές ψηφοφορίες. Και εκτιμώ ότι η πρόταση αυτή είναι σοφή, καθώς στην πραγματικότητα αποτελεί και ένα ισχυρό κίνητρο, μια ισχυρή πίεση ηθική και πολιτική στις εκάστοτε κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις, στα κόμματα που συγκροτούν το Κοινοβούλιο, προκειμένου να επιτυγχάνεται συναίνεση στο πρόσωπο του Προέδρου Δημοκρατίας, διότι το πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να εκφράζει το σύνολο του έθνους και του ελληνικού λαού.
Και βεβαίως αυτή η πρόταση έρχεται σε αντίθεση με την πρόταση, σεβαστή κατά τα άλλα, που κατατέθηκε κατά τη διάρκειά της συζήτησης για την αναθεώρηση, από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, που μιλάει για εκλογή με εκατόν πενήντα έναν Βουλευτές του Προέδρου της Δημοκρατίας σε περίπτωση που αποβεί άκαρπη η διαδικασία συναίνεσης στις πρώτες δύο ψηφοφορίες, διότι με αυτόν τον τρόπο η προεδρική εκλογή μετατρέπεται σε διορισμό από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία των εκατόν πενήντα έναν Βουλευτών, την εκάστοτε κυβέρνηση.
Το τέταρτο σημείο πάλι του πρώτου άξονα αφορά την υποχρέωση ο Πρωθυπουργός της χώρας να είναι εκλεγμένος Βουλευτής, ώστε να μην παραδίδονται τα κλειδιά της χώρας ερήμην του λαού σε κανέναν τεχνοκράτη Πρωθυπουργό, όσο σημαντικός και άριστος τεχνοκράτης και αν είναι. Διότι τώρα που έχουμε και την εμπειρία της κρίσης, γνωρίζουμε ότι οι Πρωθυπουργοί της χώρας οφείλουν να λογοδοτούν στον ελληνικό λαό και μόνο στον ελληνικό λαό και όχι σε άλλα κέντρα εξουσίας.
Και το πέμπτο σημείο του πρώτου άξονα αφορά την καθιέρωση ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος, που θα λειτουργεί εξισορροπητικά στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και την ίδια στιγμή θα ενεργοποιεί και θα ισχυροποιεί το νομοθετικό και ελεγκτικό ρόλο του Κοινοβουλίου, που από κομπάρσος θα μετατραπεί σε ένα πραγματικό πρωταγωνιστή της πολιτικής ζωής. Αυτός είναι ο πρώτος άξονας.
Ο δεύτερος άξονας της πρότασής μας αφορά αυτό που εμείς ονομάζουμε «αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής ζωής», αυτό που ίσως είναι το πιο σημαντικό σε ό,τι αφορά την κρίση θεσμών και εκπροσώπησης, την κρίση αξιών, την κρίση του πολιτικού συστήματος τα τελευταία χρόνια.
Πρόκειται για προτάσεις που έρχονται να απαντήσουν στη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο ίδιο το πολιτικό σύστημα και να καταπολεμήσουν στον πυρήνα την κρίση αντιπροσώπευσης, η οποία σχετίζεται με τη βαθιά διαδεδομένη, δυστυχώς, πεποίθηση στην κοινή γνώμη ότι το πολιτικό προσωπικό αποτελεί στην πραγματικότητα μία κάστα ξεχωριστή, η οποία ενδιαφέρεται κυρίως για την αναπαραγωγή προνομίων και όχι για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνουμε, πρώτο και ίσως κορυφαίο και πιο συμβολικό απ’ όλα, την τροποποίηση του κατάπτυστου άρθρου 86 του Συντάγματος, ενός άρθρου που συμβολίζει ακριβώς την μετατροπή του πολιτικού προσωπικού σε κάστα, που θεωρούσε ότι θα πρέπει να έχει μία άλλη μεταχείριση από τον νόμο, καθώς η εξουσία αποτελεί κληρονομικό δικαίωμα ή αποτελεί μία ιδιότητα που δεν χάνεται -είναι η αντίληψη περί της νόμιμης ιδιοκτησίας της εξουσίας- μία κάστα που θεωρούσε πολλές φορές και θεωρεί ότι δικαιούται ειδικά προνόμια και ειδική ποινική μεταχείριση σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους πολίτες.
Γιατί η σύντομη παραγραφή για τα αδικήματα των Υπουργών που προβλέπει σήμερα το άρθρο 86 δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας μηχανισμός νόμιμης συγκάλυψης και συστημικού κουκουλώματος της εκτεταμένης πολιτικής διαφθοράς που ευδοκιμούσε στη χώρα, ιδιαίτερα την περίοδο των παχέων αγελάδων και βεβαίως, την περίοδο της απόλυτης κυριαρχίας του «παλιού πολιτικού συστήματος», όπως εμείς το ονομάζουμε.
Βεβαίως, εκτίμησή μας είναι ότι αν δεν έμπαινε ένα τέλος σε αυτό το συνεχές, δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ μπροστά σε αυτή την αναθεώρηση, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα από όλες τις πλευρές. Διότι όλοι βάλλουν εναντίον αυτής της διάταξης, αλλά βεβαίως δεν έχουν κανέναν αντίλογο στο να δέχονται τις ευεργετικές συνέπειες αυτής της διάταξης τα στελέχη τους. Και βεβαίως θα μπορούσε να έχει αναθεωρηθεί, αν τα πιστεύουν αυτά που λένε, στην προηγούμενη αναθεώρηση, αλλά δεν συνέβη αυτό. Τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και το ΚΙΝΑΛ το ψήφισαν από κοινού στην αναθεώρηση του 2001.
Δεύτερη πρόταση στον άξονα που αφορά την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, είναι αυτή που αφορά τον περιορισμό της βουλευτικής ασυλίας μόνο σε αδικήματα που αφορούν την άσκηση των καθηκόντων του Βουλευτή. Να πάμε, δηλαδή, σε μία τελείως διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων, να μην ζητείται κάθε φορά η άρση της ασυλίας, θεωρώντας ότι η ασυλία είναι κάτι δεδομένο που θα πρέπει να ψηφίσουν οι Βουλευτές για να αίρεται. Αντιθέτως, θα πρέπει να ζητείται η ασυλία, όταν και εφόσον κρίνει η Ολομέλεια ότι πρόκειται για αδίκημα που αφορά την άσκηση καθηκόντων του Βουλευτή και όχι γενικότερα αδικήματα.
Η τρίτη πρόταση αφορά την κατοχύρωση περιορισμένων κοινοβουλευτικών θητειών για κάθε Βουλευτή, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία πελατειακών δικτύων και συστημάτων που μετατρέπουν πολλές φορές τον Βουλευτή σε έμπορο εξυπηρετήσεων και τους εκλογείς σε πελάτες. Πρόκειται για μία πρόταση, για μία ρύθμιση, που πέραν της ουσιαστικής αξίας που έχει, έχει και μία ιδιαίτερη συμβολική αξία, να σταματήσει αυτή η σπέκουλα στην κοινή γνώμη, η εδραιωμένη πεποίθηση στην κοινή γνώμη ότι η ενασχόληση με την πολιτική είναι επάγγελμα και όχι λειτούργημα προς το δημόσιο συμφέρον.
Ο τρίτος άξονας της πρότασής μας αφορά την ενίσχυση της Δημοκρατίας και της εμπλοκής του λαϊκού παράγοντα, των πολιτών, στη λήψη των αποφάσεων. Αυτή η πρόταση έρχεται σε μεγάλο βαθμό και ως δικαίωση ενός μαζικού λαϊκού αιτήματος, ιδιαίτερα την περίοδο των κινητοποιήσεων ενάντια στην λιτότητα 2011-2012, του λαϊκού αιτήματος για περισσότερη και βαθύτερη Δημοκρατία και για τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων.
Προτείνουμε, λοιπόν, την καθιέρωση λαϊκού δημοψηφίσματος, αλλά και τη λεγόμενη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, ενώ ταυτόχρονα θεσπίζουμε την υποχρέωση να κυρώνεται με δημοψήφισμα κάθε διεθνής συνθήκη, η οποία παραχωρεί κυριαρχικές αρμοδιότητες της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς.
Είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που η άρνηση της Αντιπολίτευσης αναδεικνύει, θα έλεγα, μια βαθιά διαφωνία και ιδεολογική, αλλά και μια διαφορετική θεώρηση της ίδιας της αντίληψης που έχουμε για την πολιτική, σύμφωνα με την οποία η δουλειά του λαού είναι απλώς και μόνο να δίνει τη συγκατάθεσή του κάθε τέσσερα χρόνια σε κάποιους που γνωρίζουν, διότι οι πολλοί, ως αδαείς -ακούστηκε κι αυτό, η «αδαής πλειοψηφία»- είναι αυτοί οι οποίοι δεν γνωρίζουν, ενώ οι μεγαλοφυείς, που προέρχονται πολλές φορές και από πολιτικά τζάκια, είναι αυτοί που ξέρουν να χειρίζονται τα προβλήματα, άλλο αν αυτοί είναι που μας έριξαν στη χρεοκοπία τα προηγούμενα χρόνια.
Ο τέταρτος άξονας αφορά στον εξορθολογισμό των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους, με τη ρητή κατοχύρωση στο άρθρο 3 της αρχής της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, αλλά και του υποχρεωτικού πολιτικού όρκου στις πολιτειακές και διοικητικές υποθέσεις. Κι εδώ νομίζω ότι γίνεται ένα σημαντικό βήμα, με απόλυτο σεβασμό, βεβαίως, στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των πολιτών, ένα βήμα στην κατεύθυνση της κατοχύρωσης του κοσμικού κράτους, που αποτελεί το θεμέλιο λίθο ενός οποιουδήποτε φιλελεύθερου Συντάγματος.
Και πάλι εδώ υπάρχει μία διαφορά -βαθιά, σεβαστή, αλλά υπάρχει μια διαφορά- και ιδεολογική, αν και μου κάνει εντύπωση που ο κ. Μητσοτάκης ειδικά έχει προσχωρήσει στην άποψη εκείνη που δεν αποτελούσε παλιότερα προσφιλή άποψη και γνώμη και τοποθέτηση όλων όσων ήθελαν ή θέλουν να αυτοαποκαλούνται φιλελεύθεροι. Φαίνεται, όμως, ότι η συνολικότερη μετατόπιση και του ιδίου και της Νέας Δημοκρατίας τον έχουν οδηγήσει σε αυτές τις θέσεις. Έχουμε μείνει να έχουμε να έχουμε τον φιλελευθερισμό μόνο σε ό,τι έχει να κάνει με τα ζητήματα της οικονομίας -τον νεοφιλελευθερισμό μάλιστα- της ασυδοσίας της αγοράς, της διάλυσης του κοινωνικού κράτους, της υποστήριξης των ελίτ, αλλά όχι σε ζητήματα που αφορούν κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, στοιχειώδη ζητήματα, θα έλεγα εγώ, για τη συγκρότηση μιας σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας, όπως η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας και της ανεξιθρησκείας.
Με το σχόλιο αυτό περνάω στον πέμπτο και τελευταίο άξονα της πρότασής μας, που αφορά την ενίσχυση της προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων και των κοινών αγαθών, που υπό τις σημερινές συνθήκες κυριαρχίας του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, απειλούνται διαρκώς. Εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να προστατευτούν, συνταγματικά, νομικά και πραγματικά από τις επιθέσεις μιας αγοραίας αντίληψης, η οποία δυστυχώς στις μέρες μας είναι κυρίαρχη και σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, κατά τη δική μας εκτίμηση.
Επιτρέψτε μου, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, τώρα που σας παρουσίασα τις βασικές μας θέσεις και προτάσεις, να κάνω ορισμένα σχόλια πριν κατέλθω από το Βήμα. Από την πρώτη στιγμή σε αυτήν τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, σεβαστήκαμε απόλυτα το κύρος και την κεντρική σημασία αυτής της κορυφαίας θεσμικής διαδικασίας.
Θέλω να πω με λύπη ότι δεν μπορώ να πω το ίδιο για τη στάση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Δεν θέλησε να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Στην αρχή θέλησε να σαμποτάρει τελείως τον διάλογο, δεν συμμετείχε καθόλου στη διαδικασία του διαλόγου. Ακολούθως διάλεξε όχι τον δρόμο της σοβαρότητας και της υπευθυνότητας, αλλά επέλεξε να παίξει παιχνίδια που αναδεικνύουν πολλές φορές μια αντιθεσμική συμπεριφορά, παιχνίδια συναλλαγής, να μετατρέψει τη συνταγματική αναθεώρηση σε μια παρτίδα πόκερ, να μην σεβαστεί καν τη συνταγματική επιταγή, που επιβάλλει την επιδίωξη ευρέων συναινέσεων για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Και όταν λέω ότι έπαιξε παιχνίδια θα αναφερθώ συγκεκριμένα. Διότι στην αρχή μάς έλεγε: «Αν δεχτείτε το σύνολο των προτάσεών μας, θα μπούμε στη διαδικασία. Αν δεν δεχτείτε το σύνολο των προτάσεών μας, θα αποχωρήσουμε και δεν θα συμμετάσχουμε στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης», πρωτοφανές στα πολιτικά χρονικά.
Ξέρετε, είναι πρόσφατες οι συνεδριάσεις και πρόσφατες οι στιχομυθίες εδώ μέσα.
Κάτω από την κατακραυγή, βεβαίως, υποχώρησε από αυτήν τη στάση, γιατί όλοι κατάλαβαν, κύριε Κουμουτσάκο, ότι εάν επιμένατε στη θέση της μη συμμετοχής στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, τότε το επιχείρημα, που είναι ισχυρό επιχείρημα και αληθές, ότι αυτό θα το κάνετε μόνο και μόνο για να εμποδίσετε μία διαδικασία η οποία θα αναθεωρούσε και το άρθρο 86, όταν καταλάβατε, λοιπόν, ότι αυτό θα δημιουργούσε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, καθώς η μεγάλη πλειοψηφία της κοινής γνώμης και των δικών σας ψηφοφόρων θεωρεί ότι είναι ένα εξόχως προβληματικό, ντροπιαστικό για τη δημοκρατία μας άρθρο που πρέπει να αναθεωρηθεί, τότε αλλάξατε θέση.
Αλλάξατε θέση, συμμετείχατε στη διαδικασία εντός της Βουλής, όμως, συνεχίζατε να παίζετε ένα παιχνίδι, κατά την άποψή μου θεσμικά αποκρουστικό σε σχέση με το ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Θα θυμάστε όλοι σας αυτήν τη χαριτωμένη στιχομυθία που είχα με τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, όταν και ο ίδιος με χιούμορ μου απάντησε στην προηγούμενη συζήτηση. Όταν του είπα ότι μου θυμίζει έναν συμπαθή ποδοσφαιρικό παράγοντα, μου επισήμανε ότι δεν είναι Πρόεδρος, αλλά ήταν Αντιπρόεδρος.
Αλλά γιατί το είπα αυτό; Διότι, η στάση της Νέας Δημοκρατίας και του κ. Μητσοτάκη στο θέμα της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν μια στάση αλλοπρόσαλλη και παραμένει μια στάση αλλοπρόσαλλη. Μια έλεγε ότι συμφωνεί, μετά ότι διαφωνεί. Μετά άλλαζε γνώμη και συμφωνούσε λίγο. Και ακολούθως πάλι διαφωνούσε πολύ. Και, όταν τελικά ρώτησα ποια είναι η πρότασή σας στο θέμα αυτό, απαντήσατε ότι θα το σκεφτείτε.
Και σήμερα, μετά από πολλή σκέψη μάλλον, συνεχίζετε και στο θέμα αυτό θεσμικά παιχνίδια. Λέτε ότι τελικά παρότι διαφωνείτε με την πρόταση που καταθέτει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα ψηφίσετε την πρόταση με την οποία διαφωνείτε. Αλλά μετά προσθέτετε ότι η πρόταση αυτή με την οποία διαφωνείτε και την οποία θα ψηφίσετε, δεν θα σας δεσμεύει. Και άμα, τρομάρα σας, γίνετε και Πρωθυπουργός, θα κάνετε ό,τι θέλετε εσείς, γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων σας συναινέσεις, συνταγματικά έθιμα και αποφάσεις δικαστηρίων.
Ποια είναι η ντροπή; Οι θέσεις σας είναι ντροπή ή αυτά που λέω εγώ είναι ντροπή;
Σας ενοχλεί όταν ο πολιτικός λόγος γίνεται διεισδυτικός και καταλαβαίνει ο ελληνικός λαός τι ακριβώς κάνετε. Διότι εσείς μας κατηγορείτε για κυβέρνηση–κουρελού, αλλά εσείς έχετε μετατραπεί σε μια αντιπολίτευση η οποία δεν έχει έρμα.
Θα συνεχίσω, λοιπόν, παρά το γεγονός ότι κατανοώ ότι σας εκνευρίζει. Εκνευρίζεστε, αλλά η στάση σας είναι εξαιρετικά θεσμικά επικίνδυνη, θα έλεγα, και θα σας εξηγήσω γιατί.
Διότι, αν το θέμα σας είναι ότι είστε τόσο σίγουρος ότι θα κερδίσετε τις επόμενες εκλογές και θα έχετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των εκατόν πενήντα έναν στη Βουλή, γιατί τότε δεν ψηφίζετε όλα τα άρθρα τα οποία εμείς προτείνουμε και με τα οποία εσείς διαφωνείτε, ώστε να έχετε τα χέρια σας λυμένα;
Θα απαντήσετε όταν θα έρθετε στο Βήμα.
Αν η θεσμική σας προσέγγιση και όχι κάποια άλλη σκοπιμότητα είναι αυτή που καθοδηγεί τη θέση και την άποψή σας, τη θέση και άποψη ότι η αναθεωρητική Βουλή δεν δεσμεύει τίποτα και η δεύτερη τα καθορίζει όλα και αν ταυτόχρονα έχετε την απόλυτη σιγουριά της εκλογικής νίκης, δηλαδή ότι θα έχετε πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή, γιατί αποφασίζετε να εστιάσετε στο άρθρο αυτό, σε ένα κρίσιμο άρθρο και κρίσιμο όχι μόνο θεσμικά, αλλά κρίσιμο και πολιτικά, που αφορά την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με το οποίο μάλιστα εκ των προτέρων δηλώνετε τη διαφωνία σας ως προς την κατεύθυνση; Γιατί, λοιπόν, δεν τα ψηφίζετε όλα, ώστε να είστε σίγουρος, αφού λέτε ότι θα εκλεγείτε, να αλλάξετε και τα υπόλοιπα άρθρα, όπως επιθυμείτε;
Άρα, δεν είναι η σιγουριά η οποία σας καθοδηγεί, ούτε η θεσμική σας προσήλωση σε μία θέση, την οποία οψίμως ανακαλύψατε. Διότι, θυμίζω στο Σώμα ότι αναθεωρήσεις συνταγματικές έχουν γίνει πολλές και ουδέποτε αυτή η θέση και άποψη διατυπώθηκε επισήμως από τη δική σας παράταξη ως θέση και άποψη. Δεν υποτιμώ και δεν θα μπω στην ουσία της νομικής αντιπαράθεσης.
Θα σας πω, όμως, μονάχα τούτο: Το 1985, όταν έγινε η συνταγματική μεταρρύθμιση που αφορούσε ακριβώς αυτό το ζήτημα, το άρθρο 32 και τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπήρξε η βούληση της τότε Κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, που σε συνεργασία με την Αριστερά στη Βουλή είχε τότε την πλειοψηφία των εκατόν ογδόντα, για να μειώσει τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας. Εψηφίσθη, λοιπόν, αυτό ως κατεύθυνση στην πρώτη Βουλή.
Διαφώνησε τότε η παράταξη και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας με Αρχηγό τότε τον αείμνηστο πατέρα σας, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Ουδέποτε, όμως, βγήκε να πει στις εκλογές ζητώντας την ψήφο του ελληνικού λαού ότι «ψηφίστε με, διότι αν εκλεγώ και έχω εκατόν πενήντα έναν, εγώ που διαφωνώ με τη μείωση των αρμοδιοτήτων, θα αυξήσω τις αρμοδιότητες». Δηλαδή, αυτό που ψηφίστηκε ως κατεύθυνση στην πρώτη Βουλή, θα αλλάξω τη ροπή του στη δεύτερη Βουλή. Ουδέποτε το είπατε.
Τι κρύβεται, όμως, πίσω από όλο αυτό;
Εντάξει, τώρα θα σταματήσετε να αδυνατείτε να απαντήσετε και να κατανοήσετε, διότι τώρα θα μπω και στην ουσία.
Αυτό που κρύβεται είναι μια πολιτική σκοπιμότητα. Και θα σας πω αμέσως ποια είναι αυτή πολιτική σκοπιμότητα και τι κρύβεται από πίσω. Θέλετε να μας πείσετε ότι αυτό που κρύβεται είναι δήθεν ο φόβος σας μήπως εμείς παίζουμε πολιτικά παιχνίδια. Είναι ένα απολύτως αίολο επιχείρημα, από τη στιγμή που εμείς έχουμε ξεκαθαρίσει ότι θέλουμε και εμείς είμαστε αυτοί που φέρνουμε στη Βουλή την πρόταση για την αποσύνδεση της προεδρικής εκλογής από τη διάλυση της Βουλής.
Εφόσον εμείς το φέρνουμε, τι είναι αυτό που σας απασχολεί; Λέτε τάχα ότι αυτό που σας απασχολεί είναι μην τυχόν αν εσείς έχετε κερδίσει στις εκλογές, σας δημιουργήσουμε πρόβλημα. Δηλαδή, αν εμείς θελήσουμε να εμποδίσουμε την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας πηγαίνοντας στην άμεση εκλογή, δηλαδή να εκλέξουμε Πρόεδρο από τον λαό μετά από επτά συνεχείς ψηφοφορίες που απαιτούν τους εκατόν ογδόντα Βουλευτές, ενώ εσείς σε αυτήν την εκδοχή θα θελήσετε, εάν έχετε την πλειοψηφία, να εκλέξετε Πρόεδρο της Δημοκρατίας από τη Βουλή με εκατόν πενήντα μία ψήφους.
Μας λέτε δήθεν ότι αυτό που σας απασχολεί είναι το δήθεν θεσμικό ζήτημα –γιατί είναι και θεσμικό- μιας υποκρύπτουσας δικής μας πολιτικής σκοπιμότητας. Όμως, εγώ ευθαρσώς πριν από λίγες ημέρες σε τηλεοπτική μου συνέντευξη -προφανώς, για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ και όχι για δικό μου λογαριασμό- έχω μιλήσει και έχω δεσμευθεί πολιτικά –κάτι που εσείς δεν έχετε κάνει, κύριε Μητσοτάκη- ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί πως ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιτελεί τα καθήκοντά του εξαιρετικά και θα τον προτείνουμε να είναι και ο επόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Αφήστε τώρα τις υπεκφυγές, γιατί είναι πολιτικό το ζήτημα και μην ψάχνετε υπεκφυγές.
Εσείς, λοιπόν, τι ακριβώς λέτε γι’ αυτό το ζήτημα;
Όταν εμείς ευθαρσώς έχουμε δηλώσει την πρότασή μας και για την αλλαγή του Συντάγματος, αλλά και τι προτείνουμε σε ό,τι αφορά το πολιτικό ζήτημα, εσείς, κύριε Μητσοτάκη, επιμελώς αποφεύγετε να τοποθετηθείτε για κάτι τέτοιο.
Αυτό, λοιπόν, με απλά λόγια σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία και ο κ. Μητσοτάκης δεν θα προτείνει εκ νέου τον Προκόπη Παυλόπουλο για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, διότι δεν επιθυμεί ο σημερινός Πρόεδρος να ανανεώσει τη θητεία του. Ίσως γιατί δεν θεωρεί ότι είναι καλός Πρόεδρος είτε γιατί έχει τάξει κάπου αλλού τη στήριξή του.
Τι κάνει για αυτό; Επιχειρεί να μετατρέψει τη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης σε παρωδία, μαζεύει διάφορους αξιόλογους, κατά τα άλλα, συνταγματολόγους να του ενισχύσουν την άποψη ότι δεν παίζει ρόλο τι ακριβώς ψηφίζει στην πρώτη Βουλή, ψηφίζει μόνο το άρθρο αυτό, ενώ λέει ρητά ότι διαφωνεί στην κατεύθυνση και στο περιεχόμενο, ώστε να έχει το άρθρο αυτό εκατόν ογδόντα, ευελπιστώντας ότι στην επόμενη Βουλή θα έχει μαζί με το ΚΙΝΑΛ, προφανώς, εκατόν πενήντα έναν Βουλευτές και να το αλλάξει για να καταφέρει να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όχι τον σημερινό Πρόεδρο που εμείς προτείνουμε, αλλά κάποιον άλλον, ενδεχομένως κάποιο στέλεχος, νυν ή σε αποστρατεία, του ΚΙΝΑΛ.
Αυτή είναι όλη η σκοπιμότητα. Αυτό είναι όλο το πολιτικό παιχνίδι που κρύβεται πίσω από αυτήν την ιστορία που ξεκίνησε από χθες. Εμείς, λοιπόν, θα το πούμε καθαρά.
Υπάρχει μεγάλη ανησυχία, αλλά εάν θέλει, μπορεί να το διαψεύσει ο κ. Μητσοτάκης. Θα πάρει τον λόγο και θα πει «όχι, εμείς θα προτείνουμε τον Παυλόπουλο», οπότε όλη αυτή η ιστορία θα τελειώσει. Τον προκαλώ να το κάνει.
Όμως, εμείς θέλουμε καθαρά και ξάστερα να μιλήσουμε και τώρα, όπως και πάντα. Πρώτον, σε ό,τι μας αφορά, με τους θεσμούς δεν θα παίξουμε. Ο ελληνικός λαός πρέπει να γνωρίζει ότι αυτοί που σχεδίαζαν παρενθέσεις ήταν αυτοί που έκαναν πολιτική καριέρα με τα εθνικά μας θέματα, που οδήγησαν τον ελληνικό λαό στην κοινωνική λεηλασία της βαθιάς λιτότητας, που τα έδωσαν όλα, δεν διαπραγματεύτηκαν τίποτα και όταν είδαν ότι χάνουν τις επερχόμενες εκλογές, έφτιαξαν στο μυαλό τους σχέδια παρενθέσεων και περίμεναν να πέσει ξανά η εξουσία σαν ώριμο φρούτο.
Εμείς τέτοια παιχνίδια δεν θα παίξουμε. Εμείς πιστεύουμε ότι οι κυβερνήσεις που παίρνουν την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής δεν είναι κυβερνήσεις κουρελού, είναι κυβερνήσεις που παίρνουν την εμπιστοσύνη των εκλεγμένων, των αιρετών αντιπροσώπων του ελληνικού λαού και πρέπει να έχουν ορίζοντα τετραετίας.
Βέβαια, θα μου πείτε «μα, εσείς δεν κάνατε χρήση αυτής της δυνατότητας;». Ναι, γιατί το Σύνταγμα μας έδινε αυτή τη δυνατότητα. Και όποιος κι αν ήταν στη θέση μας, στη θέση της Αντιπολίτευσης σε μια στιγμή σκληρής πόλωσης, όταν το ίδιο το Σύνταγμα του δίνει αυτή τη δυνατότητα, δεν έχει άλλη επιλογή.
Όμως, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, επειδή έχουμε θεσμική ευθύνη και ενόραση για το μέλλον και δεν κάνουμε μεταρρύθμιση με το μυαλό μας στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία, αλλά με ευθύνη για τις επόμενες γενιές, ερχόμαστε να απαντήσουμε και φέρνουμε την πρόταση αυτή για την Αναθεώρηση και αλλάζουμε το Σύνταγμα.
Εμείς, λοιπόν, παιχνίδια στο ζήτημα αυτό δεν θα παίξουμε. Βλέπουμε τη Συνταγματική Αναθεώρηση με θεσμική ευθύνη και όχι με βάση την τρέχουσα πολιτική συγκυρία. Λέμε στον ελληνικό λαό να γνωρίζει ότι στις επόμενες εκλογές, το φθινόπωρο, στο τέλος της συνταγματικής μας θητείας θα συγκρουστούμε πολιτικά και ιδεολογικά με τον κ. Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία για το ποια Ελλάδα θέλουμε, ποια οικονομία θέλουμε, ποια κοινωνία θέλουμε και η επιλογή του ελληνικού λαού θα είναι μια επιλογή βαθιάς και βαριάς ευθύνης.
Αυτή η επιλογή είτε θα δώσει σε εμάς τη δυνατότητα που βγάλαμε τη χώρα από τα μνημόνια, που βγήκαμε από την κρίση, που μειώσαμε την ανεργία από το 28% στο 18%, που αυξήσαμε τον κατώτατο μισθό. Είτε θα δώσει σε εμάς τη δυνατότητα να συνεχίσουμε αυτήν την πορεία προς τα εμπρός ή θα δώσει την επιλογή στον κ. Μητσοτάκη, και στο βεβαίως ΚΙΝΑΛ, δηλαδή στα στελέχη, στους ανθρώπους που οδήγησαν τη χώρα στην χρεοκοπία να παλινορθώσουν το σύστημα αυτό της εξουσίας που μας οδήγησε ως εδώ. Ο ελληνικός λαός θα είναι αυτός που θα αποφασίσει καθαρά και ξάστερα. Εμείς παιχνίδια υπονόμευσης και παρενθέσεων δεν παίζουμε.
Τέλος σε ό,τι αφορά στον κ. Μητσοτάκη και στο ΚΙΝΑΛ, θα ήθελα -γιατί τους ακολουθείτε πιστά, στενά σε όλες τις θέσεις και τις απόψεις- να σας πω πώς όσα σχέδια κι αν απεργάζεστε σήμερα, όσα κι αν έχετε συμφωνήσει μεταξύ σας, όσες θέσεις κι αν έχετε ήδη μοιράσει μεταξύ σας προκαταβολικά, ακόμα και αυτή του Πρόεδρου της Δημοκρατίας, να ξέρετε το εξής: Κρατήστε τις ορέξεις σας, δεν χρειάζεται να αγχώνεστε, με ενενήντα Βουλευτές που θα αθροίζετε μαζί στην επόμενη Βουλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν πρόκειται να βγάλετε».

Advertisement