• Ένας ράπερ από την Ξάνθη.
  • Γιατί το «1 Ευρώ» του Bloody Hawk είναι o καλύτερος ελληνικός ραπ δίσκος που βγήκε φέτος.
  • Μια αναλυτική ακρόαση του δίσκου του νεαρού ράπερ από την Ξάνθη με στιγμές σύγχρονης ποίησης.

Τι είναι αυτό που σε κάνει να χαρακτηρίσεις έναν δίσκο ως «σπουδαίο», πέρα από είδη και κατηγορίες, πέρα από την κυρίαρχη τάση και τι είναι μοδάτο αυτή τη στιγμή; Για έναν δίσκο με τραγούδια το Α και το Ω είναι η μουσική και οι στίχοι, κυρίως οι στίχοι, κάτι που τελευταία έχει υποβιβαστεί πάρα πολύ, σε βαθμό απελπιστικό, γιατί μέσα στις καταπληκτικές παραγωγές, τα εντυπωσιακά beat και τις ακόμα πιο εντυπωσιακά παραμορφωμένες φωνές ή τα περίτεχνα ριφ, τους στίχους τούς ξεχνάμε. Και δεν τους ξεχνάμε απλώς, προσπαθούμε και να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα.

Δεν αναφέρομαι μόνο στο ελληνικό χιπ-χοπ, μιλάω γενικότερα, είναι λίγοι οι δίσκοι που είχαν κάτι να πουν τα τελευταία χρόνια – της Nalyssa Green, του The Boy, άντε και δυο τρεις άλλοι, που ακόμα και αν είναι οδυνηροί στην ακρόαση, είναι ξεκάθαρα τέχνη. Βέβαια, δεν θέλουν όλοι να κάνουν τέχνη, είναι σαφές και σεβαστό. Επίσης, πρέπει να πω ότι η τρελή επιτυχία που γνώρισε το ελληνικό ραπ μέσα από τους τράπερ, παρόλο που κατακρίνεται για τους αμφιλεγόμενους στίχους, έδωσε μεγάλη ώθηση στο είδος γενικώς, και χωρίς αυτήν τη φάση δεν θα είχαμε σήμερα τέτοια άλμπουμ όπως του Bloody Hawk.

Όμως, όταν σκάει ένας δίσκος που σε κάνει να κλάψεις, να προβληματιστείς, σε τσακίζει πρωινιάτικα και σε κάνει ακόμα και να ντραπείς, τότε αρχίζεις και ξαναθυμάσαι τι σήμαινε παλιά «εξαιρετικό άλμπουμ», τότε που η μουσική δεν ήταν τόσο αναλώσιμη.

Ο Bloody Hawk δεν είναι «trendy» ράπερ, ζει στην Ξάνθη, σπουδάζει στην Κομοτηνή, δεν έχει βιντεάκια με κόντρες και με flex, είναι όμως στον χώρο από μικρό παιδί και είναι τρομερά δημοφιλής, μόνο και μόνο για τα κομμάτια του. Γεμίζει χώρους, κάνει εκατομμύρια views, αλλά για πολύ κόσμο δεν είναι το πρώτο όνομα που του έρχεται στο μυαλό όταν ακούει τη φράση «ελληνικό ραπ». Το όνομά του είναι Νίκος Κίτσος και μόλις έβγαλε έναν από τους καλύτερους χιπ-χοπ δίσκους που έχουν βγει ποτέ στην Ελλάδα.

Το «1 ευρώ» είναι δομημένο σοφά, έχει αρχή μέση και τέλος και παρόλο που δεν είναι «concept άλμπουμ», έχει μια εννοιολογική ροή που έχουν ελάχιστοι ελληνικοί δίσκοι, περιέχει προσωπικές ιστορίες που θυμίζουν τις παρλάτες του Mike Skinner, χωρίς ίχνος αντιγραφής, και ένα από τα πιο ειλικρινή και αισιόδοξα φινάλε που έχω ακούσει ποτέ, έναν ύμνο στην αυτοεκτίμηση και την αγάπη – χωρίς να είναι όμως καθόλου διδακτικό ή αφελές, με ένα ρεφρέν-σύνθημα για μια γενιά που όλοι πιστεύουν ότι μπορεί να γράψει μόνο βλακείες.

Ξεκινάω ανορθόδοξα, από το τέλος, όχι επειδή τα υπόλοιπα κομμάτια είναι κατώτερα, αλλά επειδή ως θεματολογία οι στίχοι του απέχουν χιλιόμετρα από αυτά που ακούμε κατά κύριο λόγο τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό ραπ, κι είναι η απόδειξη ότι, ναι, μπορείς να κάνεις σημερινό ραπ (εντελώς σημερινό), χωρίς να αναφέρεσαι μόνο σε αυτά που γυαλίζουν:

«Αν δεν αγαπήσεις εσένα, δεν θα το κάνει κανείς / αν δεν πιστέψεις σε εσένα, δεν θα το κάνει κανείς αν δεν νικήσεις το ψέμα, δεν θα το κάνει κανείς / είμαι εδώ για να πω όσα δεν λέει κανείς. Μη σταματάς, μη σταματάς, λίγο ακόμα δρόμος έμεινε, τώρα το σκοτάδι έφυγε / Μη σταματάς, μη σταματάς, φίλε η μόνη μάχη που έχασες είναι εκείνη που δεν έδωσες. Δεν είναι τα φράγκα, δεν είναι τα σπίτια, ούτε τα αμάξια και τα μπιχλιμπίδια, και αυτά αξίζουνε, δεν αμφιβάλω, αλλά στο τέλος μέτρα κάτι άλλο ούτε το χρέος και ούτε η ευθύνη, ούτε η δόξα και ούτε κι η φήμη, μόνο ένα πράγμα έχει ουσία, μόνο η αγάπη θα μείνει».

Bloody Hawk – Μη σταματάς

Είναι το ιδανικό κομμάτι για να αποφορτιστείς από την ένταση που έχει δημιουργήσει το συγκλονιστικό (κυριολεκτικά) «Το εικοσάλεπτο» που έχει προηγηθεί, μία ανατριχιαστική ιστορία αυτοκριτικής που είναι αριστοτεχνικά φτιαγμένη για να κλιμακώνει τα συναισθήματα, με συνοδεία πιάνου που ξεσπάει σε μια ορμή από ρυθμό και ρίμες που είναι αδύνατο να μη σου φέρουν δάκρυα στα μάτια.

«11 Σεπτέμβρη, 6 το πρωί / εξεταστική, ως συνήθως σερί, χρωστάω ακόμα πολλά στην κωλοσχολή / και λέω να πάω να δώσω μήπως κάτσει η τυχερή, μένω στην Ξάνθη, άρα η Κομοτηνή / δεν είναι και μεγάλη διαδρομή, στις 7 το πρώτο λεωφορείο αναχωρεί / θα ακούσω στο δρόμο δύο μαλακίες, στις 8 θα είμαι εκεί, τελευταία είμαι οκ, όχι άδικα / ο κόσμος λέει ότι σάρωσα, το τουρ μου έγινε σολντάουτ, τον δίσκο μου τον αγάπησαν / κι αν μη τι άλλο έβγαλα πολλά χιλιάρικα, επιτέλους, πάω σε νέα πόλη / με νέο σπίτι, νέο πορτοφόλι, κι αφού ρωτάνε για νέα κομμάτια όλοι / η μπογιά κρατάει και το όνειρο δεν τελειώνει, πίσω στο θέμα μας 6 και 11 / έβαλα στην τσάντα δυο μολύβια που ‘χα εύκαιρα, άνοιξα μια κούτα από κάτι παπούτσια κι έβγαλα / δυο τσαλακωμένα πενηντάρικα, κι έφυγα. Έφτασα στο ΚΤΕΛ νωρίς, ακόμα δεν ξημέρωσε θαρρείς / καθόλου δεν με χάλασε, θα πιω τον καφέ που δεν ήπια σπίτι / χωρίς άλλη φασαρία, χωρίς να ενοχλεί κανείς…
η ατμόσφαιρα άχρωμη / πίσω από τον πάγκο με τις μηχανές καφέ είναι καθιστή μια 50χρονη, σηκώνεται μόλις με δει το μάτι της / κι εγώ χαμογελώ γιατί θα ‘μαι ο πρώτος πελάτης της, «ένα νες αχτύπητο γλυκό παρακαλώ» / κι ενστικτωδώς γυρίζω το βλέμμα, χωρίς να θέλω, και βλέπω έναν κωλόγερο στα 2 μέτρα από δω / με ένα σκατοπουκάμισο κι ένα παλιό καπέλο, ομολογώ πως τον σιχάθηκα / τι στον πούτσο θέλει πρωινιάτικα, εν τω μεταξύ, βγάζω απ’ την τσέπη μου το ένα 50άρικο / και το πετώ διστακτικά στον πάγκο σαν να ντράπηκα, ένα 20ρικο και κέρματα και τάλιρα / μάζεψα τα ρέστα όσο ο μαλάκας μ’ αγναντεύει, τα ‘κανα μια μπάλα, τα τσαλάκωσα και τα ‘βαλα / όσο πιο βαθιά μπορούσα μες στη δεξιά μου τσέπη, πιάνω τον καφέ μου κι ο παππούς με ξανακοίταξε / το σώμα μου γύρισε, την πόρτα αναζήτησε, έκατσα στο πρώτο τραπεζάκι έκαψα ένα τσιγάρο / και σκεφτόμουνα τον πούστη που με σύγχυσε, ο γαμημένος, κοιτούσε τα λεφτά μου / «τα πήρα με τον κόπο μου, μαγκιά μου, δεν έκλεψα κανέναν, πούστη εγώ δεν έκλεψα κανέναν / δεν είμαι πρεζάκιας ή ζητιάνος σαν κι εσένα, είδες έναν αδύνατο τυπάκο με γυαλάκια / και νόμιζες απλά θα με φερμάρεις ρε μαλάκα», αυτά σκεφτόμουν κι άλλα τέτοια με το νου μου / όσο κοίταζα με τρόπο με την άκρη του ματιού μου, η σκέψη μου διακόπηκε από τρόμο / προς το μέρος μου έρχεται αλίμονο και μόνο, μόνο και να θέλεις ρε μαλάκα να με κλέψεις / θα σε κάνω να μην μπορείς να προφέρεις λέξεις, κι άντε γαμήσου, είπε «καλημέρα», κούνησα τα βλέφαρά μου / κι έκλεισα σφιχτά τα λεφτά μου στα δάχτυλά μου, με ρώτησε αν μπορεί να κάτσει, αν έχω λίγο χρόνο / και σήκωσε την πρώτη καρέκλα απ’ τα δεξιά μου, τα χέρια του ήταν μαύρα, τα δόντια του ήταν σάπια / τι κάνω εγώ εδώ μ’ αυτόν τον άντρα, με κοίταξε στα μάτια / πήρε μια ατσούμπαλη ανάσα, άνοιξε το στόμα του και είπε / «δεν είμαι κλέφτης / δεν είμαι ζητιάνος κι αλκοολικός, έκανα λάθη και στη ζωή, κατέληξα φτωχός / δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, κι ας το κάνω, προφανώς, απλά δεν έχω 1 ευρώ για να γυρίσω στο χωριό / έχω ξεμείνει / είμαι κάπου δυο μέρες εδώ κι έχω ξεμείνει, Δυο μέρες μένω όπου βρω, τι στην ευχή / άλλη μια αλλόκοτη αυγή / άλλη μια μέρα που ξεμένω στη ζωή», άνοιξα το πορτοφόλι, πέταξα ένα κέρμα / υποτιμητικά του είπα καλημέρα, κι ενώ σκεφτόμουν πως το ποίημα δεν συγκίνησε / αυτός με κοίταξε και λύγισε, δάκρυα στο μαύρο πρόσωπό του κατρακυλάνε σαν νερό / 60κάτι χρονών τύπος σπαρταρούσε σαν μωρό, είπε «αγόρι μου δεν έχω άλλα λόγια, ευχαριστώ» / κι εγώ σκεφτόμουν τι αξία μπορεί να ‘χει 1 ευρώ, μπήκε μες στο ΚΤΕΛ ξανά να κόψει εισιτήριο / όσο απ’ το παράθυρο κοιτούσε τη μορφή μου, γύρισε και μου ‘δωσε ρέστα 20 λεπτά / ήταν το πιο ακριβό 20λεπτο της ζωής μου, φίλησε τα βρώμικά μου χέρια / ενώ απ’ τη μεριά μου η απόλυτη σιγή, τα πόδια μου κόλλησαν και το στόμα μου πάγωσε / σ’ όλη τη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση ντροπή, γιατί εγώ που έχω γεννηθεί στη λάσπη και το χώμα / εγώ που έχω φάει τόσο πόλεμο σε όλα, εγώ που μάτωσα για να μικρύνουνε τα μούτρα μου / μόλις μίσησα κάποιον από τα ρούχα του, εγώ που ζούσα στο περιθώριο χρόνια / που επιζούσα με δανεικά μακαρόνια, που μόνο το κακό του κόσμου σας φοβόμουνα / είχα γίνει όλα αυτά που ΣΙΧΑΙΝΟΜΟΥΝΑ, μίσησα το χαζό μου μυαλό γιατί είχε δράσει με ένα τρόπο κατασκότεινο, σήμερα έδωσα το μίσος μου σε κάποιον / κι αυτός μου γύρισε πίσω ένα ΧΑΜΟΓΕΛΟ!
Παρ’ όλους τους έντονα αυτοβιογραφικούς στίχους και τις επιδεικτικά λυρικές στιγμές το «1 ευρώ» δεν είναι ένα old school άλμπουμ, είναι όσο πιο σημερινό γίνεται, με τον ίδιο τρόπο που είναι σημερινός και ο Kendrick Lamar στην Αμερική, κι ας μην είναι ίδιες οι καταβολές, κι ας μην υπάρχει και σύγκριση για το τι εκπροσωπεί ο καθένας. Ωστόσο, είναι η πιο ειλικρινής κατάθεση ψυχής από ένα παιδί που ξέρει ποιος είναι και από πού προέρχεται. Στο «Daewoo 2» εξηγεί πολλά:

 «Να μην έχεις τσιγάρα και να κόβεις επαφές δεν έχει πλάκα / Ψάχνω ‘κάναν φαν να κάνω τράκα, Θυμάμαι μες τους άγριους MCs ένα παιδί με σιδεράκια / Και έγινα η εκδίκηση εκείνου του μαλάκα, Μόνος μου το έκανα όλο αυτό στο κάτω-κάτω / Ο πιο κομπλεξικός είμαι, τι θέλατε να γράφω, Στην πυραμίδα του Hip Hop ξεκίνησα απ’ τον πάτο / Και εκπροσωπώ τα στρώματα που είναι κάτω-κάτω, Έσκαψα τον λάκκο πέρυσι, φέτος μπήκα μόνος μου / έβγαλα καλά λεφτά και τα έβαλα στον κώλο μου, Όλα τα λεφτά του tour τα πήρα μακαρόνια / Δεν έχω χρυσά, αλλά θα τρώω 10 χρόνια, Αυτό σημαίνει, καιρό θα είμαι εδώ ρε γαμημένοι / Αφού ό,τι λέω βγαίνει, είναι μούφα, Εσείς το όνειρο για χρήματα και ρούχα / Εγώ στον κύκλο λέω σπάστε μου τα μούρα, Έχω το πάτημα σαν να ‘μαι από αλλού / Γράφω τις ρίμες στο καπό του Daewoo, Έχω την τελευταία ελπίδα του χωριού / Και αν δεν βαριέμαι το θυμίζω πού και πού, Οι ράπερς ντύνονται σαν να ‘ναι στις Μπαχάμες / Και εγώ κυκλοφορώ στην πόλη με πιτζάμες, Για μένα ντρέπονται, για αυτό δεν μου μιλάνε / Όταν γαμάω τους ραπάδες δεν μιλάνε, Μου πρότειναν να μπω στο πανηγύρι του χιπ-χοπ, μα δεν μου πάει / Άστους να με πουν χαραμοφάη, Συντηρώ δυο σπίτια με το ραπ πριν μπει ο Μάης / Αυτό είναι το χιπ-χοπ μου, αυτό δεν θα το δείξουνε στο Vice, Υποθέτω είναι η σειρά μου να μιλήσω / Θα ‘χει γίνει κλασικό πριν να ξαναγυρίσω, Γάμα τα ψευδώνυμα δεν κρύβομαι από πίσω / Αυτό είναι το ραπ μου και με λένε Νίκο Κίτσο».

 Ως θεματολογία οι στίχοι του απέχουν χιλιόμετρα από αυτά που ακούμε κατά κύριο λόγο τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό ραπ.

Στα «Μπαλόνια» μιλάει για τη γενιά του, τους συμβιβασμούς που κάνεις μεγαλώνοντας και σαρκάζει το όνειρο του Έλληνα «νοικοκυραίου» (ο Bloody Hawk είναι 23 χρονών):
«Στα 30 αισίως νοικοκυρεύτηκες / Βρήκες μία καλή κοπέλα Και ερωτεύτηκες, Πηγαίνατε καλά και δεν το σκέφτηκες / Την άφησες έγκυο και την παντρεύτηκες, Σαν πατέρας είχες τα σχολεία, κύρια να ζεις για να πληρώνεις φροντιστήρια / Να σώσεις το παιδί σου από της κοινωνία τους μάγκες, να διαλέγεις προσφορές / Να στέκεσαι σε ουρές σε σούπερ-μάρκετ

Το παιδί σου σύντομα θα φύγει τη ζωή του να τραβήξει / η γυναίκα σου κουράστηκε απ’ την πλήξη, Όλα τα υπόλοιπα είναι κρύα / Θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου σε μίζερα καφενεία. Ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρεις / Ανάμεσα σε κόσμους που δεν άντεχες να βλέπεις, Ανάμεσα σε θέλω και υποσχέσεις / Ανάμεσα σε ερείπια μίας ζωής χαμένης, Φοβήθηκες να κάνεις μακροβούτια / Νομίζω πως έβαλες το μυαλό σου σε καλούπια, Νομίζω το παιδί που κρύβεις μέσα σου ουρλιάζει / Για αυτό όταν ξαπλώνεις τα βράδια δεν είσαι εντάξει / Για αυτό τις αναμνήσεις το μυαλό σου έχει ξεχάσει, Για αυτό οι παιδικές ζωγραφιές δεν φτάνουνε στο νου σου / Γιατί τα βράδια πριν να κοιμηθείς προσπαθούσες να βάλεις τα όνειρα σου μέσα στην τσάντα του γιου σου, Δεν σε κατηγορώ κάπου θα πιάστηκες / Συγνώμη αν από όσα είπα χαλάστηκες, Απλά απάντα μου σε κάτι τελευταίο / Πιστεύεις έζησες ή συμβιβάστηκες;».

Bloody Hawk – Μπαλόνια

Κλείνοντας, να πω ότι ένα από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου είναι τραπ. Στο «Είμαστε Αλλιώς» ραπάρει πεντακάθαρα στίχους που δεν έχουν καμία σχέση με την τραπ θεματολογία, αποδεικνύοντας ότι μπορείς να έχεις και άλλα πρότυπα, πέρα από τους Αμερικάνους ράπερ:

«Δεν μετράω τα ρολόγια, δε μετράω το χρυσάφι / δεν τα θέλω στην ζωή μου, όλα αυτά ας πάνε στράφι / δεν κοιτάω το κοπάδι, δεν με νοιάζουνε τα νούμερα / η ζωή μου μου ‘χει μάθει, όλα θα γυρίσουν μπούμερανγκ, Είμαστε αλλιώς, ό,τι αγαπάω δεν πρόδωσα / Είμαστε αλλιώς, ό,τι δεν γίνεται μπόρεσα, Είμαστε αλλιώς, γι’ αυτό θα μείνουμε μόνοι μας / Είμαστε αλλιώς, είμαστε αλλιώς».

Ακόμη και αν δεν σου αρέσει το ραπ, ακόμα και αν θεωρείς ότι το (δημοφιλές) ελληνικό χιπ-χοπ είναι μόνο για πιτσιρίκια, αυτός είναι ένας δίσκος που αξίζει να του αφιερώσεις μία ακρόαση.

Τουλάχιστον, αυτή είναι πολύ καλή μουσική για έναν σημερινό πιτσιρικά.

πηγή: m.lifo.gr

επιμέλεια: inkomotini.news

Advertisement