Ξεκίνησαν και τύποις τα “Ελευθέρια Κομοτηνής 2017”, με την επίσημη εκδήλωση έναρξής τους, μετά την Αφή της Φλόγας της Μαθητιάδας ΑΜ-Θ και την τελετή έναρξης των μαθητικών αγώνων.

«Ιστορίας μάθηση, πλοηγός βίου αλάνθαστος – Αναδρομή στην ιστορία της Θράκης», ήταν ο τίτλος της διάλεξης του Επίτιμου Έφορου Αρχαιοτήτων και Επίτιμου Διδάκτορα του Τμήματος Ιστορίας-Εθνολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, κ. Διαμαντή Τριαντάφυλλου, κατά την εκδήλωση της επίσημης έναρξης των «Ελευθερίων Κομοτηνής 2017».

«Οι εορτασμοί των εθνικών επετείων δεν πρέπει να περιορίζονται στους απαραίτητους πανηγυρισμούς και τις εκδηλώσεις εθνικής υπερηφάνειας, αλλά να αποτελούν συγχρόνως σταθμούς για εθνική περίσκεψη και εθνική αυτογνωσία», υπογράμμισε ο κ. Τριαντάφυλλος.

Η εκδήλωση άνοιξε με τον χαιρετισμό της Προέδρου της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτισμού, Παιδείας, Αθλητισμού, που διοργανώνει τα «Ελευθέρια», κ. Νατάσας Λιβεριάδου.

Τον διακεκριμένο ομιλητή, εξαίροντας την επιστημοσύνη και το ήθος του, προσφώνησε, συναισθανόμενος την τιμή, ο Δήμαρχος Κομοτηνής κ. Γιώργος  Πετρίδης.

Το βιογραφικό του κ. Διαμαντή Τριαντάφυλλου, που καταδεικνύει το γεγονός ότι η επιστημονική του επάρκεια και το έργο του, ξεπερνά τα όρια της Κομοτηνής, της Ροδόπης, της Θράκης, ακόμη και της Ελλάδας, ανέγνωσε η κ. Λιβεριάδου.

Η εισήγηση του κ. Διαμαντή Τριαντάφυλλου:

«Είναι κοινή η πεποίθηση ότι οι εορτασμοί των εθνικών επετείων δεν πρέπει να περιορίζονται στους απαραίτητους πανηγυρισμούς και τις εκδηλώσεις εθνικής υπερηφάνειας, αλλά να αποτελούν συγχρόνως σταθμούς για εθνική περίσκεψη και εθνική αυτογνωσία».

Προχριστιανική περίοδος – Αποικισμός από τη Μικρά Ασία

Πρώτος σταθμός της ομιλίας του κ. Τριαντάφυλλου, ο αποικισμός του 7ου και 6ου αι. π.Χ., «όταν πολίτες με τις οικογένειές τους εγκατέλειψαν τις εστίες τους στη Μικρά Ασία και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και ήρθαν να εγκατασταθούν στα παράλια της Θράκης. Έφυγαν ως μετανάστες της εποχής αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, ή ως πρόσφυγες για να ξεφύγουν από τον θάνατο και την υποδούλωση των Περσών. Οι αποικίες, μικροί εμπορικοί σταθμοί στην αρχή, αναπτύχθηκαν οικονομικά και πολιτιστικά, και μεταμορφώθηκαν σε μεγάλες πόλεις – κράτη με δημοκρατικό πολίτευμα και δημοκρατικούς θεσμούς. Η ανάπτυξη εμπορικών και πολιτισμικών σχέσεων με τα θρακικά φύλα της περιοχής συνέβαλε στη διασπορά της ελληνικής γλώσσας, της θρησκείας, της παιδείας, της τέχνης και των θεσμών, την οποία ευνόησαν πολλοί ηγεμόνες των Θρακών». Ο κ. Τριαντάφυλλος εστίασε στην εξέχουσα θέση που κατείχε από αρχαιοτάτων χρόνων η Μαρώνεια, που «μαζί με τη Θάσο και τα Άβδηρα ανήκαν στις μεγαλύτερες πόλεις της Θράκης, οι οποίες όμως επιδιώκοντας να κυριαρχήσουν στον οικονομικό τομέα δεν δίσταζαν να μηχανορραφούν η μία εναντίον της άλλης, ή να πολεμούν μεταξύ τους, ή να επιδιώκουν τη φιλία των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, όπως ήταν το κράτος των Αθηνών, το βασίλειο των Μακεδόνων, το θρακικό βασίλειο των Οδρυσών και το βασίλειο των Περσών. Κατά την περίοδο, δε, της κυριαρχίας των Ρωμαίων, καταγράφεται και η σφαγή των Μαρωνιτών από τον Φίλιππο Ε’ της Μακεδονίας και η συνθήκη συμμαχίας Ρωμαίων και Μαρωνιτών: Μετά το τέλος του Β’ Μακεδονικού πολέμου οι Ρωμαίοι ήθελαν να περιορίσουν τη δύναμη του Φιλίππου Ε’ και του Αντιόχου Γ’. Για τον λόγο αυτό διακήρυξαν την ελευθερία των ελληνικών πόλεων στο βόρειο Αιγαίο το 196 π.Χ. Στη Μαρώνεια, όπως και σε άλλες πόλεις, οι πολίτες είχαν χωριστεί σε δυο παρατάξεις: μια φιλορωμαϊκή και μια φιλομακεδονική. Ο Φίλιππος κατέλαβε τη Μαρώνεια και εγκατέστησε μακεδονική φρουρά. Οι αντίπαλοι Μαρωνίτες διαμαρτυρήθηκαν στη Ρώμη και ο Φίλιππος αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με τις εντολές της Συγκλήτου και να αποσύρει τη φρουρά του. Λίγο πριν όμως, εκδικήθηκε σκληρά τους αντιπάλους του στη Μαρώνεια. Κάλεσε τον υπεύθυνο στρατηγό για τη Θράκη Ονόμαστο, και του ανακοίνωσε το σχέδιό του. Εκείνος έστειλε τον Κάσσανδρο, άνδρα γνωστό στους Μαρωνίτες γιατί βρισκόταν συχνά στην πόλη, και αυτός οδήγησε τη νύχτα ομάδες Θρακών, και ακολούθησε μεγάλη σφαγή κατά την οποία “πολλοί των Μαρωνειτών απέθανον” όπως αναφέρει ο Πολύβιος».

Εποχή του Βυζαντίου και της Ελληνικής Επανάστασης

Συνεχίζοντας ο κ. Τριαντάφυλλος στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οπότε η Θράκη ανάγεται σε σημείο αναφοράς για την εποχή, σημείωσε: «Απέκτησε σπουδαία γεωστρατηγικά, οικονομικά και πολιτισμικά πλεονεκτήματα, αλλά συγχρόνως γνώρισε συνεχείς επιδρομές αλλοφύλων, καταστροφές, σφαγές και εξανδραποδισμούς». Ο Ιουστίνος, δε, με μεγάλο ενδιαφέρον για την περιοχή, «μεγάλωσε τα όρια της αυτοκρατορίας, επισκεύασε τα τείχη της Τοπείρου, της Αναστασιουπόλεως, της Μαξιανουπόλεως, της Τραϊανουπόλεως, της Πλωτινοπόλεως, της Αδριανουπόλεως και της Φιλιππουπόλεως». Την ίδια περίοδο φτάνουν στη Θράκη και οι πρώτοι χριστιανοί από τη Μικρασία, τη Συρία και την Αρμενία, «άλλοτε για να ενισχυθεί ο πληθυσμός της Θράκης και να αντιμετωπιστούν οι επιδρομές των βαρβάρων, και άλλοτε για να σταματήσουν οι εξεγέρσεις στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας».  Η Θράκη όμως πέφτει και αυτή θύμα των ενδοβυζαντινών συρράξεων που οδηγούν στην πτώση της Αυτοκρατορίας. «Ως θύμα και η Θράκη περνάει, πλέον στην οθωμανική κατοχή και το ζυγό αυτόν θα τον αποτινάξει το 1821. Και εδώ, στην Επανάσταση του 1821μ οι Θράκες συμμετέχουν ενεργά, παρά το γεγονός της στενής γειτνίασης με τον κατακτητή. Σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής και της περιοχής στελεχώνουν και ενισχύουν τη Φιλική Εταιρία, ακολουθούν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στον Ιερό Λόχο, ενώ κληρικοί εμψυχώνουν τον λαό και φροντίζουν για τη μόρφωση των Ελληνόπουλων πάντα κρυφά από το μάτι του κατακτητή. Πολλοί λόγιοι και έμποροι έσπευσαν να μυηθούν στη Φιλική Εταιρεία, με πρώτο τον έμπορο Αντώνη Κομιζόπουλο από τη Φιλιππούπολη, ο οποίος έγινε το τέταρτο μέλος της Εταιρείας. Οι Θρακιώτες που μυήθηκαν υπολογίζονται σε 2.000.  Πολλοί νέοι κατατάχθηκαν στον Ιερό Λόχο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη και πήραν μέρος στις μάχες Δραγατσανίου και Σκουλενίου. Οι εξεγέρσεις της Σωζοπόλεως με αρχηγούς τον Μητροπολίτη Παΐσιο και τον αδελφό του Δημήτριο Βάρη, της Σαμοθράκης, της Αίνου, των Λαβάρων και της Καλλίπολης κατέληξαν στον ηρωικό θάνατο των εξεγερμένων. Επαναστατικό σώμα πολεμιστών από τη Μάκρη, Μαρώνεια και Κομοτηνή με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνστάντιο και οπλαρχηγό τον Ιατρό Ευαγγέλου ενώθηκε στο Άγιον Όρος με το σώμα του Εμμανουήλ Παππά. Εκεί στη Μονή Εσφιγμένου ο Κωνστάντιος ευλόγησε τα όπλα των πολεμιστών και κήρυξε την επανάσταση. Η συμβολή των Αινιτών ναυτικών στον κατά θάλασσα αγώνα της επανάστασης υπήρξε καθοριστική. Διακρίθηκαν ο Μαργαρίτης Χατζή-Φραντζής Κούταβος, ο καπετάν Γιάννης Καραβέλης και ιδιαίτερα ο καπετάν Χατζή-Αντώνιος Βισβίζης και η γυναίκα του Δόμνα Βισβίζη. Και οι δυο διέθεσαν όλη την περιουσία τους στον Αγώνα και έγραψαν σελίδες απαράμιλλης ανδρείας και πατριωτισμού. Βέβαια τη μαχητικότητα τους οι Θρακιώτες την πλήρωσαν με βαρύ φόρο αίματος, ενώ δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι μετά τη δημιουργία ελεύθερου ελληνικού κράτους η Θράκη παρέμεινε στον ζυγό της δουλείας για ένα ακόμα αιώνα. Σε αυτή την περίοδο η Θράκη υπέστη και βουλγαρική κατοχή και έγινε αντικείμενο σε διαπραγματεύσεις ξένων, χωρίς η ίδια να έχει δικαίωμα επιλογής. Δολοφονίες μητροπολιτών, ιερέων και προκρίτων, καταστροφή ναών και σχολείων, εμπρησμοί σπιτιών και ολοσχερής καταστροφή της Αγχιάλου. Οι Θρακιώτες με τη βοήθεια του ελληνικού κράτους και του Μακεδονικού Κομιτάτου αντέδρασαν και οργάνωσαν ένοπλες ομάδες αρχίζοντας τον Θρακικό Αγώνα (1903-1909), εφάμιλλο του Μακεδονικού, με γενναίους οπλαρχηγούς, όπως ο Θεόδωρος Αμπατζόπουλος από τη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης».

Προς την Απελευθέρωση

«Μετά τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο όλη η Θράκη περιήλθε στους Βουλγάρους. Η ήττα όμως των Βουλγάρων στον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο έδωσε την ευκαιρία στους Τούρκους να ανακαταλάβουν αμαχητί την Αδριανούπολη και την Ανατολική Θράκη. Ο ελληνικός στρατός προχώρησε στη Δυτική Θράκη και κατέλαβε την Ξάνθη και την Κομοτηνή, ενώ άγημα πεζοναυτών από τα ελληνικά πλοία κατέλαβε την Αλεξανδρούπολη. Με συμφωνία Ελλήνων και Τούρκων ανακηρύχτηκε τότε η αυτονομία της Δυτικής Θράκης, η οποία διαιρέθηκε διοικητικά σε τρία τμήματα. Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) και τη σκανδαλώδη υποστήριξη της Ρωσίας η Δυτική Θράκη παραχωρήθηκε και πάλι στη Βουλγαρία. Ένας πλωτάρχης ελληνικού πλοίου που έφευγε από την Αλεξανδρούπολη, ο Κωνσταντίνος Μελάς, είπε στους κατοίκους τα προφητικά λόγια: “Η σύντομη αυτή κατάληψη της Θράκης ήταν ο αρραβώνας με τη Μητέρα Ελλάδα και δεν θα αργήσουν οι γάμοι”. Η πολυπόθητη απελευθέρωση της Θράκης και η ενσωμάτωσή της στον ελληνικό κορμό ήρθε το 1920 παράλληλα με τη Μικρασιατική Εκστρατεία που είχε ξεκινήσει το 1919 και στην οποία η Ελλάδα παρατημένη από τους συμμάχους της ηττήθηκε κατά κράτος.

Το Χρονικό της Απελευθέρωσης

«Μετά το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου ο ελληνικός στρατός ήταν έτοιμος να προχωρήσει στην κατάληψη της Θράκης. Η κίνηση αυτή αναβλήθηκε, γιατί αποφασίστηκε από τους συμμάχους η κατάληψη της Σμύρνης και της ενδοχώρας της από τον ελληνικό στρατό, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 2 Μαΐου 1919 από την 1η Μεραρχία της Λάρισας. Η 9η Μεραρχία Παρανεστίου κατέλαβε την Ξάνθη και την περιφέρειά της ως το Πόρτο Λάγος στις 4 Οκτωβρίου 1919. Άλλες συμμαχικές μονάδες κατέλαβαν τις υπόλοιπες περιοχές της Δυτικής Θράκης ως το Καραγάτς της Αδριανούπολης. Η συμμαχική Διοίκηση της Θράκης ανατέθηκε στον Γάλλο στρατηγό Louis Franchet d’ Espèrey, τον οποίο εκπροσωπούσε στην έδρα της Διοίκησης στην Κομοτηνή ο Γάλλος στρατηγός Charles Antoine Charpy. Εκτός από τις διοικητικές υπηρεσίες δημιουργήθηκε τότε Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο, ένα είδος Βουλής που συγκροτούσαν εκπρόσωποι όλων των εθνοτήτων, ανάλογα με τη σύνθεση και το μέγεθος του πληθυσμού τους. Εκπρόσωπος της Ελλάδος στη Διασυμμαχική Διοίκηση ορίστηκε από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο ο στενός συνεργάτης του και πολιτευτής από την Κοζάνη, Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος κατά την οκτάμηνη θητεία του επιτέλεσε σπουδαίο εθνικό έργο. Κέρδισε την εμπιστοσύνη των Γάλλων στρατηγών και φρόντισε για την παλιννόστηση και την αποκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων. Η Μεραρχία Σερρών με διοικητή τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη έφτασε στην Ξάνθη και στάθμευσε στον Ίασμο. Ενισχύθηκε με ένα ακόμα Σύνταγμα Πεζικού και δυο Μοίρες Πυροβολικού και αναχώρησε στις 12 Μαΐου για κατάληψη της Κομοτηνής. Με πεζοπορία δυο ημερών έφτασε το απόγευμα της 13ης Μαΐου έξω από την Κομοτηνή. Την επόμενη μέρα 14 Μαΐου 1920 στις 10 το πρωί τα πρώτα τμήματα της Μεραρχίας μπήκαν στην πόλη. Οι κάτοικοι υποδέχτηκαν τους στρατιώτες με εθνική υπερηφάνεια, ενθουσιασμό και ζητωκραυγές. Οι συνεχείς αγώνες των Θρακιωτών για την αποτίναξη του ζυγού της δουλείας, οι θυσίες και οι ποταμοί αίματος των αγωνιστών ηρώων και μαρτύρων δικαιολογούν, κατά τη γνώμη μας, τη χρήση του όρου απελευθέρωση της Θράκης αντί του όρου ενσωμάτωση που είναι ορθότερος κατά τους ιστορικούς, λόγω της Διασυμμαχικής κατοχής και της απόφασης των Συμμάχων που προηγήθηκαν».