Με μια τεκμηριωμένη παρέμβαση στη ολομέλεια της συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο βουλευτής Ροδόπης της ΝΔ Ευριπίδης Στυλιανίδης στήριξε την έκθεση του εισηγητή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος Davor Ivo Stier από την Κροατία με θέμα τις θρησκευτικές συνήθειες στον χώρο εργασίας, και ανέδειξε τη Θράκη ως πρότυπο καλών πρακτικών στον σεβασμό ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων. Σε έναν διεθνή οργανισμό στον οποίο στο παρελθόν συχνά κάποιοι κατήγγειλαν την Ελλάδα και τη Θράκη, έχει προφανώς ισχυρή διπλωματική και πολιτική σημασία η στοιχειοθετημένη παρουσίαση της περιοχής ως μοντέλο Ανοιχτής Δημοκρατικής Κοινωνίας που σέβεται απόλυτα τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα. Μέσα από την εν λόγω διαδικασία κατά την οποία ενημερώθηκαν αρκούντως εκπρόσωποι 47 κρατών της Ευρώπης, αναμφίβολα ενισχύεται η διεθνής εικόνα της Ελλάδας και αναδεικνύεται η Θράκη ως πραγματικό σημείο συνάντησης, συνεργασίας και αλληλοκατανόησης διαφορετικών θρησκειών, γλωσσών και πολιτισμών.

Αναλυτικά, ο βουλευτής της Ροδόπης τόνισε:

«Η έκθεση του συναδέλφου θέτει ένα σημαντικό ζήτημα που θα μας απασχολεί όλο και περισσότερο στο μέλλον εδώ στην Ευρώπη, όσο αναμειγνύονται οι άνθρωποι, οι κουλτούρες και οι θρησκείες, λόγω της μαζικής μετακίνησης των πληθυσμών προς την ήπειρό μας. Από την απάντηση που θα δώσουμε θα εξαρτηθεί αν θα μετατρέψουμε τις κοινωνίες μας σε πεδίο σύγκρουσης πολιτισμών ή σε σημείο συνάντησης, συνεννόησης και κυρίως αλληλοσεβασμού. Ο κατ’ εξοχήν χώρος επαφής ανθρώπων από διαφορετικές θρησκείες με άλλα ενδυματολογικά, λατρευτικά, διατροφικά πρότυπα, είναι ο χώρος δουλειάς. Κατάγομαι από μια περιοχή της Ελλάδας την οποία και εκπροσωπώ στο ελληνικό κοινοβούλιο από το 2000 με την ψήφο και την εμπιστοσύνη όχι μόνο Χριστιανών, αλλά και Μουσουλμάνων συμπατριωτών μου· κατάγομαι από τη Θράκη. Θεωρώ ότι ο τόπος μου αποτελεί πρότυπο ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας και μοντέλο αρμονικής και δημιουργικής συμβίωσης της Χριστιανικής πλειονότητας και της Μουσουλμανικής μειονότητας σε όλες τις πτυχές, και ακόμη περισσότερο στους χώρους εργασίας, στις τράπεζες, στα σχολεία, στις Δημόσιες Υπηρεσίες, στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό επιμένουμε κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας, τον Νοέμβριο να συνεδριάσει η Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων εκεί, ώστε να διαπιστώσει τις καλές και επιτυχημένες πρακτικές της Δημοκρατίας μας στο θέμα αυτό, που απομόνωσαν στην πράξη κάθε εκδήλωση ρατσισμού, ακραίου φονταμενταλισμού, εθνικισμού και μισαλλοδοξίας, αποτρέποντας ακόμα και απόπειρες του ISIS να στρατολογήσει φιλήσυχους Έλληνες Μουσουλμάνους με ευρωπαϊκά διαβατήρια. Η Ελλάδα στη Θράκη εφήρμοσε με συνέπεια το άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης του Ανθρώπου, τα άρθρα 18 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και δημιούργησε στην πράξη ένα πλαίσιο, όχι «θρησκευτικά αδιάφορου», αλλά «θρησκευτικά ουδέτερου κράτους». Δεν απαγόρευσε δηλαδή τη διαφορετικότητα, αλλά την άφησε ελεύθερα να υπάρχει (άρθρο 13 Σ) κατοχυρώνοντας έτσι τη θρησκευτική ελευθερία και στους χώρους δουλειάς, μέσα από την ισότητα μεταξύ των θρησκειών και κυρίως τον αλληλοσεβασμό. Είναι θαυμάσιο να βλέπει κανείς στους εργασιακούς χώρους, ή ακόμα περισσότερο στους εκπαιδευτικούς χώρους μιας χώρας, όπως η Ελλάδα, που το 97% του πληθυσμού της είναι Χριστιανοί, να συνυπάρχουν αρμονικά με τους μουσουλμάνους συμπολίτες τους. Ιδιαίτερα στο σχολείο, να κάθεται στο ίδιο θρανίο μια νέα μουσουλμάνα με τη μαντήλα της και μια νέα Χριστιανή με τον Σταυρό της και να είναι οι καλύτερες φίλες. Αυτή η αλληλοκατανόηση και ο αλληλοσεβασμός, σε μια δύσκολη εποχή, και επίσης σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιφέρεια της Ευρώπης, όπως τα Βαλκάνια, κατάφεραν να μετατρέψουν τις αδυναμίες και τα προβλήματα του παρελθόντος σε συγκριτικά πλεονεκτήματα του μέλλοντος. Αυτού του είδους η συνύπαρξη που περιγράφεται και από την έκθεση με ευστοχία, οφείλω να ομολογήσω ότι λειτούργησε στην πράξη, όχι μόνο κατευναστικά, αλλά και παιδαγωγικά, απομονώνοντας τους ακραίους και εδραιώνοντας μια κοινή βαθιά δημοκρατική αντίληψη αλληλοσεβασμού, όπως ακριβώς την οραματίζεται το Συμβούλιο της Ευρώπης».