“Η Ελλάδα μπορεί με εθνική αυτοπεποίθηση, με ψυχραιμία και με απόλυτο σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στις αδιαπραγμάτευτες αξίες του ανθρωπισμού, να αντιμετωπίσει τη σημερινή κρίση. Χρειάζεται όμως μια πολιτική που δεν χαϊδεύει τον εθνικιστικό παροξυσμό, αλλά διεκδικεί ψύχραιμες και αποφασιστικές κινήσεις στο εσωτερικό, στην Ευρώπη και στον κόσμο”. 

Αυτό τόνισε ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στην κοινή συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και του Πολιτικού Συμβουλίου της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και πρόσθεσε: “Έχουμε από την πρώτη στιγμή – και το έχουμε αποδείξει – διάθεση συνεννόησης για να αρθούν τα αδιέξοδα. Γι’ αυτό και ζητάμε τη σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, για να βρεθούν λύσεις και για να χαράξουμε μια διαφορετική και βιώσιμη στρατηγική”.

“Θα είμαστε παρόντες, όπως πάντα, σε όλα τα μέτωπα, μαζί με όλο τον δημοκρατικό λαό μας, για να μην εξελιχθεί η σημερινή εθνική κρίση σε εθνική τραγωδία”, επεσήμανε ακόμη.

Ολόκληρη η ομιλία του Αλέξη Τσίπρα:

“Συντρόφισσες και σύντροφοι,

Είναι κοινή διαπίστωση όλων μας, φαντάζομαι, ότι η χώρα βρίσκεται δίνη μιας σύνθετης και δύσκολης κρίσης. Που παίρνει διαστάσεις και χαρακτήρα γεωπολιτικής κρίσης. Δεν βρισκόμαστε βέβαια σε πόλεμο, όπως θέλει να εμφανίζει μια ανίκανη, απροετοίμαστη και πανικόβλητη κυβέρνηση, μπας και δημιουργήσει κλίμα εθνικής εγρήγορσης για να κρύψει πίσω του τις ανεπάρκειες και τις ευθύνες της. Ούτε αντιμετωπίζουμε εισβολή εχθρικών δυνάμεων, γιατί ακούστηκε κι αυτό, ωστόσο, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι βρισκόμαστε σε μια νέα φάση. Η προσφυγική κρίση έχει μετεξελιχθεί  εμφανώς και σε γεωπολιτική, καθώς κλιμακώνεται και ενορχηστρώνεται εμφανώς από τους γείτονές μας, που την αξιοποιούν ως μέσο πίεσης για τις γεωστρατηγικές τους επιδιώξεις.

Μια αλυσίδα επιθετικών ενεργειών στην περιοχή φανερώνουν, άλλωστε, αυτές τις επιδιώξεις που καταπατούν βάναυσα το διεθνές δίκαιο. Από την παράνομη συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης, που «εξαφανίζει» την ελληνική ΑΟΖ, μέχρι τις γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, και από τη παρουσία Τουρκικού ερευνητικού σκάφους στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα έως τις καθημερινές απειλές και παραβιάσεις στο Αιγαίο. Αποκορύφωμα αυτής της επιθετικής τουρκικής στρατηγικής αποτελεί η μονομερής παραβίαση της Ευρωτουρκικής Συμφωνίας για τους πρόσφυγες και η παρακίνηση μεγάλων ομάδων πληθυσμού να περάσουν μαζικά τα ελληνικά σύνορα. Πρόκειται για μια κυνική, μπορώ να πω και ανήθικη, εκμετάλλευση της ανθρώπινης απελπισίας για ανήθικους σκοπούς.

Και απέναντι σε έναν κυνικό και επιθετικό Ερντογάν, που παίζει ταυτόχρονα σε πολλά ταμπλό -στη Συρία, στη Μεσόγειο, στο Αιγαίο, στη Κύπρο, στη Λιβύη-, έχουμε μια Ευρώπη αδύναμη και δειλή. Κάνει πως δεν βλέπει και δεν ακούει. Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να μη ταράξει τις εσωτερικές της ισορροπίες. Μη τυχόν και αναγκαστεί να αναλάβει έστω μικρό μέρος της ευθύνης από του εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένους που επιθυμούν να περάσουν στο ευρωπαϊκό παράδεισο. Μη τυχόν και ενοχληθούν τα ακροδεξιά κόμματα και οι ακροδεξιές κυβερνήσεις της Ευρώπης.

Υπό κανονικές συνθήκες, η φίλη μου η Άγκελα Μέρκελ και η πρώην υπουργός της και νυν επικεφαλής της Κομισιόν, κυρία Φοντερλάιν, θα έπρεπε τώρα να είναι πάρα πολύ ανήσυχες. Υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να έχουν χάσει τον ύπνο τους, όπως τον είχαν χάσει για μήνες στα τέλη του 2015, αρχές του ‘16, όταν έκλεισαν μεν τα σύνορά τους αλλά εμείς τους αναγκάσαμε να βρούνε λύση μέσα από μια δύσκολη συμφωνία, την Ευρωτουρκική Συμφωνία, και μέσα από ένα δύσκολο πρόγραμμα, το οποίο όμως έγινε πράξη, ένα πρόγραμμα μετεγκαταστάσεων προσφύγων από την Ελλάδα στην Ευρώπη.

Κι αυτό δεν έγινε εύκολα. Αυτό έγινε, σας θυμίζω, μετά από σειρά Συνόδων Κορυφής, οι οποίες, πολλές εξ’ αυτών, ήταν έκτακτες Σύνοδοι Κορυφής. Αλλά, σήμερα δεν φαίνεται να ανησυχούν και τόσο. Δεν φαίνεται να έχουν χάσει τον ύπνο τους. Γιατί σήμερα στην Ελλάδα πρωθυπουργός είναι κ. Μητσοτάκης. Που, αφού τα έκανε μπάχαλο στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, τώρα κάνει αυτό ακριβώς που πρέπει ώστε η ευρωπαϊκή ηγεσία να αισθάνεται ευτυχής και να μη χάνει τον ύπνο της. Δεν ζητάει ούτε Σύνοδο Κορυφής, που θα τους αναγκάσει να πάρουν θέση και θα τους δυσκολέψει, ούτε, όμως, και κυρώσεις απέναντι στη Τουρκία μπας και συμμορφωθεί και ξανατηρήσει τη Συμφωνία. Ούτε φυσικά νέα προγράμματα μετεγκαταστάσεων των προσφύγων, των αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα στις δικές τους χώρες. Παρά μονάχα φαίνεται να ικανοποιείται με κονδύλια που μας δίνουν –όχι απλόχερα– για να χτίσουμε νέα κέντρα. Ικανοποιείται δηλαδή με κάποια κονδύλια και με λόγια αγάπης και επιβράβευσης για το πόσο καλός είναι και βεβαίως με αρκετά φιλικά χτυπήματα στη πλάτη δίπλα στον Έβρο ποταμό.

Και την ίδια στιγμή, προκειμένου να κρύψει τη γύμνια της κυβέρνησής του στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, φαίνεται να υιοθετεί τη ρητορική των σκληρών της Ευρώπης, του Όρμπαν, του Κουρτς, αυτών δηλαδή που μας έκλειναν τα σύνορα το 2015, κάνοντας ένα ακόμη απρόσμενο δώρο στην Ευρωπαϊκή ηγεσία. Διότι, όσο και να παριστάνει τον Όρμπαν ο οποιοσδήποτε Έλληνας πρωθυπουργός, Όρμπαν δε θα γίνει. Γιατί ο Όρμπαν έχει μια χώρα περίκλειστη, δε βρέχεται από θάλασσα και συνορεύει με την Αυστρία όχι με τη Τουρκία. Ενώ η Ελλάδα είναι μια χώρα με χιλιάδες νησιά, πολλά από αυτά σε απόσταση αναπνοής από τις Τουρκικές ακτές.

Όταν λοιπόν η Τουρκία παραβιάζει τόσο κατάφωρα την Ευρωτουρκική Συμφωνία και σε απειλεί και με τις προσφυγικές ροές -πέραν των πολεμικών και ερευνητικών σκαφών- κι εσύ από την Ευρώπη δεν απαιτείς όχι μόνο  κυρώσεις αλλά ούτε μια δήλωση σκληρής καταδίκης και, την ίδια στιγμή, δεν της ζητάς να μοιραστεί μαζί σου το βάρος των ροών αλλά τη ξελασπώνεις και από πάνω με τη παρουσία της ηγεσίας της στον Έβρο, να βγάζει από πάνω της τη ρετσινιά ότι δεν βοηθάει την Ελλάδα, τότε όχι απλά είσαι ο αγαπημένος τους πρωθυπουργός, αλλά ένα απρόσμενο δώρο γι αυτούς. Ένα απρόσμενο δώρο για αυτούς που έχουν φανταστεί τη λύση του προσφυγικού πολύ απλά: Τη Βουλγαρία να φυλάει σαν το μαντρόσκυλο τα χερσαία σύνορα και την Ελλάδα να έχει διπλό ρόλο. Να κάνει το ίδιο στον Έβρο και να μετατρέπει τα νησιά της σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε αποθήκες ανθρώπινων ψυχών. 

Αυτή είναι η αλήθεια. Αυτός είναι ο κίνδυνος. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή επιδίωξη που προβλέψιμα εξυπηρετεί ο προβλέψιμος  κ. Μητσοτάκης. Και για να την κρύψει αυτήν την αλήθεια, διεξάγει έναν επικοινωνιακό πόλεμο εν ονόματι της υπεράσπισης της πατρίδας, βέβαια. Επιχειρεί να δημιουργήσει ένα κλίμα εθνικιστικής και, σε μεγάλο βαθμό, ρατσιστικής έκρηξης, που βρίσκει τη θερμή υποστήριξη όλης της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Γιατί όχι, άλλωστε. Ενθαρρύνει ακραίες δυνάμεις «να πάρουν τον νόμο στα χέρια τους». Επικαλείται αισθήματα πατριωτισμού και εθνικής εγρήγορσης εκείνων που μέχρι χτες κακοποιούσε με τα ΜΑΤ. Την ίδια στιγμή, όμως, διευκολύνει την συντηρητική Ευρώπη στην κοντόφθαλμη και καταστροφική για τη χώρα μας τακτική της.

Και να ξεκαθαρίσω κάτι εδώ, για άλλη μια φορά. Η φύλαξη των συνόρων μας είναι αυτονόητο καθήκον για κάθε κυβέρνηση. Δεν υπάρχει πατρίδα χωρίς σύνορα. Και ως κυβέρνηση υπερασπιστήκαμε το δικαίωμα της Ελλάδας να φυλάγει τα σύνορά της. Και το υπερασπιστήκαμε καλύτερα από ό,τι η σημερινή, αν και χωρίς επικοινωνιακούς παιάνες και προπαγάνδα πολέμου, έναν παροξυσμό δηλαδή, σαν αυτόν που βιώνουμε τις τελευταίες ημέρες. Υπερασπιστήκαμε, όμως, και συχνά με κόστος πολιτικό, λόγω της εμπρηστικής προπαγάνδας της ΝΔ, και τις αρχές του ανθρωπισμού, και τα δικαιώματα των προσφύγων και τα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Και νομίζω ότι ο ελληνικός λαός θυμάται. Δεν είναι λωτοφάγοι οι Έλληνες. Θυμούνται ότι κληθήκαμε, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα, να διαχειριστούμε μια πρωτόγνωρη προσφυγική κρίση. 860.000 και πλέον ήταν οι καταγραφές που έγιναν στα ελληνικά νησιά το 2015. Το ελληνικό κράτος τότε δεν διέθετε τις απαιτούμενες δομές, ενώ δεν υπήρχε κάποια θεσμική μνήμη για να πατήσουμε πάνω σε αυτήν. Όλα ξεκίνησαν από το μηδέν.

Δεν λέω ότι δεν υπήρξαν λάθη και αστοχίες. Αλλά τα καταφέραμε τελικά να ελέγξουμε ένα πρόβλημα που γεννούσαν γεωστρατηγικές αιτίες, με πολλή δουλειά, αφοσίωση, οργάνωση, και ανθρωπισμό. Επιδίωξή μας ήταν, φυλάγοντας τα σύνορα με τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους, να μην απομακρυνθούμε από τις αξίες μας, που είναι και πανανθρώπινες αξίες.

Δεχθήκαμε τότε κριτική γι’ αυτό. Από τους ίδιους ακραίους κύκλους κατηγορηθήκαμε και τότε ότι εμείς προσκαλούμε τους πρόσφυγες. Γιατί; Επειδή στη θάλασσα τους σώζαμε και δεν τους πνίγαμε. Κατηγορηθήκαμε από πολλούς ακραίους ότι θέτουμε σε κίνδυνο τον ελληνικό πολιτισμό. Αλλά εμείς, αντιθέτως, κάναμε γνωστό στα πέρατα του πλανήτη ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι συνώνυμο της ανθρωπιάς. Δεν είναι ο πολιτισμός του τραμπουκισμού, της αυτοδικίας, της δίωξης, του πογκρόμ, της αντιμετώπισης απελπισμένων ανθρώπων με όρους ρατσιστικού πολέμου.

Θυμάμαι τότε, ο φωτογράφος της προσφυγικής κρίσης, ο μακαρίτης ο Γιάννης Μπεχράκης, όταν βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για τη δουλειά του στην προσφυγική κρίση, το είχε αφιερώσει στους Έλληνες και τις Ελληνίδες. Είχε γράψει: «Αφιερώνω στους Έλληνες που έδειξαν την αγάπη τους στους πρόσφυγες, οι οποίοι έγιναν φάρος αλληλεγγύης και πολιτισμού σε όλο τον κόσμο». Με τη διαχείριση που κάναμε στη προσφυγική κρίση, τότε που είχαμε πολλαπλάσιες ροές από τις σημερινές, και μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, με αυτούς τους Έλληνες προσπαθήσαμε να συναντηθούμε.

Ο δικός μας σκοπός μας δεν ήταν ο επικοινωνιακός εντυπωσιασμός. Ακόμα και σε στιγμές που είχαμε δυσκολίες με τους εταίρους μας στις διαπραγματεύσεις για το δημοσιονομικό πρόγραμμα, δεν σταματήσαμε ποτέ να διεκδικούμε αυτά που πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να κερδίσουμε στο προσφυγικό.

Αλλά, εμείς δεν θέλαμε να είμαστε ούτε προβλέψιμοι ούτε ευχάριστοι στους εταίρους. Θέλαμε να είμαστε χρήσιμοι και ωφέλιμοι στη χώρα. Για αυτό και δεν σταματήσαμε ποτέ να προσεγγίζουμε την προσφυγική κρίση με όρους διεκδίκησης στην ΕΕ. Και οι διεκδικήσεις μας κάθε φορά ήταν στο φως. Τόσο εκτός όσο και εντός.

Προσωπικά, ως πρωθυπουργός, δεν άφησα ποτέ τις πολιτικές δυνάμεις με αλαζονεία στο περιθώριο. Γιατί ήξερα ότι, παρά τις πολιτικές αψιμαχίες και την αντιπολιτευτική ρητορική, έχουν ρόλο και λόγο σε μια κρίση εθνικών διαστάσεων. Προκάλεσα συμβούλιο πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προκειμένου να ενημερωθούν όλοι για την κατάσταση. Ήταν υποχρέωσή μου να τους ενημερώσω για να γνωρίζουν το βάθος και την έκταση της κρίσης. Και ζητήσαμε, παρά την σκληρή αντιπολιτευτική τους ρητορική τότε, όχι την εποικοδομητική που ασκούμε εμείς, ζητήσαμε την πολιτική τους συνδρομή. Αυτό οφείλαμε να κάνουμε, αυτό κάναμε.

Αργότερα καταφέραμε μία δύσκολη συμφωνία. Μια κοινή δήλωση Ε.Ε. – Τουρκίας. Η οποία ήταν δύσκολη, αλλά δημιούργησε επί τέσσερα χρόνια σταθερό πλαίσιο, με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο και συστήσαμε υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής από την πρώτη στιγμή. Και θεσπίσαμε υλοποιήσιμο νομοθετικό πλαίσιο. Και δεν σταματήσαμε να διεθνοποιούμε την κρίση. Να μην την βάζουμε στα στενά πλαίσια μιας διμερούς διαφοράς ελληνοτουρκικής. Πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες, διανοούμενοι και καλλιτέχνες εξέφρασαν τη στήριξή τους σε αυτές μας τις προσπάθειες. Ακόμα και ο Πάπας Φραγκίσκος μαζί με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο βρέθηκαν στη Λέσβο για να ενισχύσουν αυτή την πολιτική. Ο συντονισμός της κρατικής μηχανής και της δουλειάς εθελοντών απέδωσε καρπούς, αν και πάντα θέλω να λέω πως δεν απέδωσε όλα όσα θα θέλαμε.

Έτσι, αποχωρώντας τον Ιούλιο του ‘19 από την κυβέρνηση παραδώσαμε στην επόμενη κυβέρνηση:

  • 20.000 θέσεις σε 28 δομές φιλοξενίας
  • 25.000 θέσεις σε σπίτια μέσω του προγράμματος ESTIA
  • 7.000 θέσεις σε ξενοδοχεία μέσω του προγράμματος FILOXENIA
  • 5.000 θέσεις σε διαμερίσματα για αναγνωρισμένους Πρόσφυγες στο πλαίσιο του ενταξιακού προγράμματος HELIOS

Και σε ό,τι αφορά τον μηχανισμό για τη διαδικασία του ασύλου, αφήσαμε:

  • 1.200 άτομα, όταν είχαμε παραλάβει μόνο 200 και
  • 20 Επιτροπές στην Αρχή Προσφυγών

Μας λένε ότι εμείς δεν ήμασταν αποτελεσματικοί στο να επιστρέφουν ή να φεύγουν πρόσφυγες και μετανάστες από τη χώρα. Μέγα ψέμα. Διεκδικήσαμε και πετύχαμε πάνω από 22.000 μετεγκαταστάσεις προσφύγων από την Ελλάδα σε άλλες χώρες της Ε.Ε.

Θυμάστε όταν με κατηγορούσαν για τη συμφωνία που έκανα με την Άγκελα Μέρκελ, διότι ισχυρίζονταν οι Γερμανοί τότε ότι υπάρχουν αυξημένες δευτερογενείς ροές, παράνομες ροές. Και της είπα να συμφωνήσουμε. Όποιους βρίσκεις να τους γυρνάς πίσω, αλλά θα παίρνεις τις οικογένειες εκείνες οι οποίες είναι χωρισμένες. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Επέστρεψαν στην Ελλάδα 25 άτομα. Πήγαν στη Γερμανία πάνω από   8.000 πρόσφυγες και επανενώθηκαν με τις οικογένειές τους. 17.500 χιλιάδες οικειοθελείς επιστροφές είχαμε, 17.500 μετανάστες επέστρεψαν μέσω του ΔΟΜ. Ενώ, τόσο από τη διμερή συμφωνία, που είχαμε πετύχει στη Σμύρνη, στην επίσκεψή μου πριν καταφέρουμε την ευρωτουρκική συμφωνία, επιστρέψαμε πίσω στην Τουρκία 1208 και 1850 βάση της Συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας.

Ο συνολικός απολογισμός είναι κοντά στις 50 χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, που ήρθαν στη χώρα κι έφυγαν, είτε πηγαίνοντας στη Ευρώπη είτε κάποιοι από αυτούς γυρνώντας πίσω.

Όταν φύγαμε από τη κυβέρνηση, είχαμε 12.500 πρόσφυγες μαθητές στα ελληνικά σχολεία, πού όλοι είχαν ΑΜΚΑ και μπορούσαν να πάνε να εξεταστούν στα δημόσια νοσοκομεία, όπως και οι γονείς τους. Ενώ, λειτουργούσαν 113 Δομές Υποδοχής Εκπαίδευσης Προσφύγων με 4.250 παιδιά, τόσο στην ενδοχώρα όσο και στα νησιά. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται 30 νηπιαγωγεία εντός των Κέντρων Φιλοξενίας και Υποδοχής, 1.169 Τάξεις Υποδοχής στα Δημοτικά, 282 στα Γυμνάσια, σε 1.451 σχολεία συνολικά.

Προσλάβαμε, γι’ αυτό το τιτάνιο έργο, εκπαιδευτικούς, προσλάβαμε ψυχολόγους, προκειμένου να υποστηρίξουν τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Και την ίδια στιγμή, όλο αυτό το διάστημα που φυλάγαμε τα χερσαία σύνορά μας, το Λιμενικό έκανε συνολικά πάνω από 430.000 διασώσεις ανθρώπων στη θάλασσα. Ενώ, από τα νησιά μας μεταφέρθηκαν στην ενδοχώρα για να αποσυμφορηθούν, πάνω από 30.000 αιτούντες ασύλου μόνο την περίοδο 2018-2019.

Αυτά, λοιπόν, ήταν τα δικά μας αποτελέσματα στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης. Αναρωτιέμαι: Μέσα στο διάστημα των 8 μηνών αυτής της κυβέρνησης, ποια ακριβώς είναι τα αποτελέσματα; Απ’ όταν ανέλαβαν τη διακυβέρνηση αποκαλύφθηκε, ενώ μας έλεγαν ότι θα λύσουν το πρόβλημα γιατί εμείς το δημιουργούσαμε, θυμάστε; Αποκαλύφθηκε ότι δεν είχαν απολύτως καμία στρατηγική για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης.  Που ήταν εκεί, δεν δημιουργήθηκε μετά.

Το μόνο που είχαν ήταν προεκλογικές κορόνες και λάσπη για τον ΣΥΡΙΖΑ που φέρνει τους μετανάστες, ενώ αυτοί θα τους διώξουν. Αντιθέτως, όλες οι κινήσεις που έκαναν χαρακτηρίζονταν από ιδεοληψία, τυχοδιωκτισμό και υποκρισία και, εντέλει, αποδείχθηκαν καταστροφικές. Όπως και όλα τα άλλα προεκλογικά αφηγήματα, έτσι και αυτό, κατέρρευσαν κάτω από την πίεση της πραγματικής ζωής.

Αντί λοιπόν σήμερα να μας κουνάνε και το δάχτυλο, θα έπρεπε τουλάχιστον να ζητήσουν ένα συγγνώμη. Όχι από εμάς, αλλά από τους κατοίκους των νησιών μας και του Έβρου για τα πρωτοφανή γεγονότα που ζουν τους τελευταίους μήνες. Γιατί η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη αντί να γίνει μέρος της λύσης, έχει γίνει πολύ γρήγορα μέρος του προβλήματος. Και δεν χρειάζεται να τα πούμε εμείς. Τα έλεγαν με δηλώσεις τους οι ίδιοι.

Λίγες ημέρες μετά τις εκλογές, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, σας θυμίζω, επισκέφτηκε τη Λέσβο. Θυμάστε τι δήλωσε στους δημοσιογράφους; Ότι αποκόμισε θετική εντύπωση για την πληρότητα με την οποία οι Αρχές και οι υπηρεσίες της χώρας αντιμετωπίζουν και διαχειρίζονται το προσφυγικό πρόβλημα στο νησί της Λέσβου.

Αυτά τα έλεγε τον Ιούλιο. Με αυτά τα λόγια μιλούσαν οι ίδιοι, μετά όμως τις εκλογές, που δεν είχαν το άγχος των ακραίων επιθέσεων. Αυτή την κατάσταση τους αφήσαμε. Μια κατάσταση διαχειρίσιμη. Μετά, όμως, η χώρα πήρε την κάτω βόλτα. Ο πρωθυπουργός κατάργησε το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, γιατί έλεγε ότι δεν χρειάζεται και είναι μη λειτουργικό. Στο πλαίσιο του περίφημου επιτελικού κράτους, μετέφερε τις αρμοδιότητες στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη υπό τον κ. Χρυσοχοΐδη.

Λίγες ημέρες μετά, όμως, μάθαμε ότι τις αρμοδιότητες τελικά θα τις έχει ο κ. Κουμουτσάκος, ως αναπληρωτής τους κ. Χρυσοχοΐδη. Μόνο που ο κ. Κουμουτσάκος, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε πολλή όρεξη να αναλάβει το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο, γιατί μάλλον θα είχε προετοιμαστεί για άλλο ο άνθρωπος. Έτσι περάσαμε τρεις μήνες απραξίας και, εν τω μεταξύ, ο αριθμός των προσφύγων ανέβαινε δραματικά.

Τον Οκτώβριο, ο κ. Μητσοτάκης αποφασίζει ότι τελικά υπεύθυνος δεν θα είναι ούτε ο κ. Χρυσοχοΐδης, ούτε ο κ. Κουμουτσάκος, αλλά ένας απόστρατος, ο υφυπουργός κ. Στεφανής. Για τρίτη φορά οι αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν, αυτή τη φορά στο υπουργείο Άμυνας.

Όμως, η κατάσταση είχε ήδη ξεφύγει. Εκείνες τις ημέρες στη Βουλή, ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, σε ερώτηση που του απηύθυνε κόμμα της αντιπολίτευσης, είχε ανακοινώσει τη μεταφορά 20.000 αιτούντων ασύλου από τα νησιά στις 10 περιφέρειες της χώρας. Είχε ανακοινώσει τη δημιουργία υποδομών στις 10 περιφέρειες. Επιπλέον, είχε προβλέψει 10000 επιστροφές προς την Τουρκία τον επόμενο χρόνο. Είχε πει, μεταξύ άλλων, ότι προτεραιότητα αποτελεί η ανακούφιση των νησιών.

Τι υλοποιήθηκε από όλα αυτά; Απολύτως τίποτα. Αντίθετα, πριν από λίγες ημέρες, έστειλε τα ΜΑΤ να χτυπούν τους νησιώτες κάνοντας χρήση ακατανόητης βίας. Με δυο λόγια, η ανακούφιση που έταξε τον Οκτώβριο στα νησιά ο κ.  Πρωθυπουργός, ήταν τελικά επιφόρτιση όχι ανακούφιση, με  ΜΑΤ, χημικά, ξύλο, αυταρχισμό.

Αλλά, πριν στείλει τα ΜΑΤ, ο ίδιος υπουργός, ο κ. Χρυσοχοΐδης, που τον Ιούλη στη Λέσβο δήλωνε ότι όλα πάνε ρολόι, τον Νοέμβρη ήταν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Και τι δήλωσε εκεί; Ότι η κατάσταση στην Ελλάδα με το προσφυγικό είναι πλέον μη διαχειρίσιμη. Τέσσερις μήνες μετά, ο ίδιος άνθρωπος που τον Ιούλιο έβλεπε τα πράγματα ικανοποιητικά, τα έβλεπε μη διαχειρίσιμα. Και τότε, τον Νοέμβρη, δεν είχαμε ούτε παραβίαση της κοινής δήλωσης ΕΕ – Τουρκίας, ούτε υπερβολικές ροές.

Πού μπορούμε να καταλήξουμε ως συμπέρασμα με τα ίδια τα δικά τους λόγια; Ότι όλο αυτό που παρατηρούμε, όλο αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει, είναι αποκλειστικά έργο του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κυβέρνησής του. Όλο αυτό το μπάχαλο στο προσφυγικό. Παρέλαβαν μια κατάσταση διαχειρίσιμη και την μετέτρεψαν σε μη διαχειρίσιμη.

Τον Γενάρη, βεβαίως, ο κ. Μητσοτάκης, αφού έπεφτε από το ένα φιάσκο στο άλλο, ανακοίνωσε ότι τελικά επανιδρύει το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής που ο ίδιος είχε καταργήσει, υπό έναν άλλο αυτή τη φορά, καινούργιο συντονιστή υπουργό – έχουμε χάσει  και το μέτρημα πόσοι είναι τελικά –  τον κ. Μηταράκη. Και αρκέστηκε να πει απλά ότι ήταν ένα λάθος του η κατάργησή του.

Με όλα όσα βλέπουμε, όμως, να εκτυλίσσονται μπροστά μας αυτούς τους μήνες, θα μου επιτρέψετε να έχω μια διαφορετική εκτίμηση. Όχι, δεν ήταν απλά ένα λάθος η κατάργηση του υπουργείου και συνολικά όλες αυτές οι παλινωδίες και οι αστοχίες της κυβέρνησης στο προσφυγικό.

Λάθος θα ήταν αν ο κ. Μητσοτάκης είχε ως προτεραιότητα να διαχειριστεί την προσφυγική κρίση με αποτελεσματικότητα και με ανθρωπισμό. Αλλά η προτεραιότητά του φαίνεται δεν είναι αυτή. Προτεραιότητα του είναι, αφού διαπίστωσε την ανικανότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί την κρίση, προτεραιότητά του τώρα δεν είναι να τη διαχειριστεί, αλλά να την εκμεταλλευτεί. Να τη μετατρέψει σε ευκαιρία, όπως λέμε.

Έτσι, το τελευταίο δεκαπενθήμερο, μαζί με την επιχειρησιακή ανικανότητα των δήθεν αρίστων, αναδύθηκε ο πραγματικός κόσμος των ιδεών αυτής της κυβέρνησης. Και είδαμε όλοι εικόνες ντροπής που δεν έχουμε ξαναδεί στη χώρα: Αστυνομικοί να χτυπούν και να βρίζουν πολίτες και πολίτες να ντροπιάζουν στα διαμερίσματά τους αστυνομικούς εκεί που κοιμούνται. Αστυνομικοί να ρίχνουν δακρυγόνα μέσα σε δάση, πολίτες να ξυλοκοπούνται και να αποκαλούνται από τα ΜΑΤ τουρκόσποροι, άλλοι πολίτες να εισβάλουν στα καταλύματα των ΜΑΤ και να τους πετάνε έξω μαζί με τα πράγματά τους, ένστολοι να σπάνε αυτοκίνητα με κλομπ λες και είναι χουλιγκάνοι. Πράγματα που δεν έχει ξαναδεί η χώρα.

Η αστυνομία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα νησιά άρον άρον, υπό τον φόβο κλιμάκωσης των επεισοδίων και ο Αρχιεπιτελάρχης υπουργός του επιτελικού κράτους, ο κ. Γεραπετρίτης, εδώ στη Βουλή, μας είπε πως ολοκλήρωσε το έργο της και αποχώρησε. Γέλασαν ακόμη και τα έδρανα της Βουλής. Δε θυμάμαι κυβέρνηση στο πρόσφατο παρελθόν, και αυτό δεν είναι αστείο, να έχει γελοιοποιήσει κατ’ αυτόν τον ακραίο τρόπο την ελληνική αστυνομία.  

Αυτό το μπάχαλο όμως, αυτές οι άθλιες εικόνες, ενώ για όλους εμάς είναι ένα πρόβλημα, είναι μια αγωνία, μια αγανάκτηση, για κάποιους ενδεχομένως να  αποδείχτηκαν βούτυρο στο ψωμί. Ο διχασμός, η καταστολή, η αστυνομική βία, που διαλύουν τον κοινωνικό ιστό και δημιουργούν εμφύλιες συνθήκες, μόνο την απαραίτητη σε δύσκολες στιγμές εθνική συναίνεση και ομοψυχία δεν ευνοούν. Έτσι λοιπόν, η Τουρκία βρήκε την ευκαιρία να προβεί σε μια καλά υπολογισμένη επιθετική κίνηση. Και εκεί που η ελληνική κυβέρνηση θα έκανε 10.000 επιστροφές προς την Τουρκία και θα αποσυμφόριζε τα νησιά με 20.000 ανθρώπους που θα έρχονταν στην ενδοχώρα, σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κύμα χιλιάδων δυστυχισμένων ανθρώπων που προσπαθούν να περάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Και το ερώτημα είναι: Ποια θα είναι η εξέλιξη από εδώ και στο εξής; Ποια θα είναι η απάντηση; Σωστά φυλάμε τα χερσαία σύνορα αλλά με τα θαλάσσια τι θα κάνουμε; Χιλιάδες άνθρωποι, αν αυτή η κρίση συνεχιστεί, θα βρεθούν στη θάλασσα και θα διασωθούν – θέλουμε να ελπίζουμε – από το ελληνικό λιμενικό. Και τότε ο πληθυσμός στα νησιά θα συνεχίσει να αυξάνεται. Τι θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι; Ανέστειλαν τη διαδικασία του ασύλου, ενώ όλος ο πυρήνας του νομοσχεδίου, που έφεραν λίγους μήνες πριν, ήταν η επιτάχυνση της διαδικασίας του ασύλου. Ποιο το πρακτικό αποτέλεσμα, πέραν του να παραβιάζουμε το διεθνές δίκαιο;

Λένε, όσοι περνάνε θα απελαύνονται. Μάλιστα, να απελαύνονται. Αλλά πού; Με την Τουρκία δεν υπάρχει καμία επικοινωνία. Ο Ερντογάν τα ίδια έκανε και στη Βουλγαρία αλλά τα ίδια έκανε και στον Μπορίσοφ. Εδώ δεν υπάρχει καμία επικοινωνία. Η Τουρκία παραβιάζει κατάφωρα τη Συμφωνία με την ΕΕ και δεν της λέει και κανένας τίποτα. Μας απειλεί με εκατοντάδες χιλιάδες στα σύνορά μας και εμείς τι τους λέμε; Ότι θα απελαύνουμε κάποιους και παρ’ τους πίσω; Προφανώς και δεν θα τους πάρει. Από την Τουρκία λοιπόν δεν υπάρχει περίπτωση να πάρει κανέναν. Στις χώρες καταγωγής τους, δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτούν κανέναν πίσω. Από την Ευρώπη, μετεγκαταστάσεις δεν ζητάμε. Εδώ ούτε καν Σύνοδο Κορυφής δεν ζητάμε. Πού λοιπόν θα τους απελάσουμε αυτούς τους ανθρώπους; Πού θα τους πάμε;

Μη ψάχνετε άδικα να βρείτε την απάντηση. Ο πρωθυπουργός εξασφάλισε 350 εκ, και άλλα τόσα, για να φτιάξει νέα hot spots. Και αν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί, το σχέδιο είναι τα νησιά μας να γίνουν οι αποθήκες των ψυχών που επιθυμούν να πάνε στον Ευρωπαϊκό παράδεισο αλλά θα φυλακίζονται εδώ –και μάλιστα κάποιοι μας λένε και σε ξερονήσια να φυλακίζονται– μη τυχόν και μολύνουν τον ευρωπαϊκό μας πολιτισμό και τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, που είναι και το χαρτοφυλάκιο του Έλληνα Επιτρόπου. Περί αυτού πρόκειται. Τόσο απλό. Και τόσο εθνικά επικίνδυνο είναι αυτό που κάνει η ελληνική κυβέρνηση.

Ντελίβερι για τους συντηρητικούς και αντιδραστικούς φίλους του στην Ευρώπη κάνει αυτή τη στιγμή ο κ. Μητσοτάκης, σε βάρος, όμως, της Ελλάδας. Με όσα εμβατήρια κι αν επιχειρεί να καλύψει αυτή την απαράδεκτη πολιτική και με όσους τόνους εθνικής εγρήγορσης και πατριωτισμού για το ότι είμαστε περήφανοι που δήθεν ο Έβρος άντεξε. Δεν ξέρω όμως πόσο θα αντέξει η ελληνική κοινωνία αυτή την πολιτική.

Και το σχέδιο το αποκάλυψε χθες η Επίτροπος Εσωτερικών της ΕΕ διαλύοντας το επικοινωνιακό αφήγημα της κυβέρνησης, πριν κλείσουν 24 ώρες, όταν είπε πως η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει θέσει θέμα διαμοιρασμού των βαρών της προσφυγικής κρίσης προς τους εταίρους. Αν μας ζητήσει, θα το εξετάσουμε, είπε. Δεν ζήτησε όμως. Ούτε Σύνοδο Κορυφής, ούτε μετεγκαταστάσεις. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο, πιστεύω ότι επιβεβαίωσε πως το μόνο σχέδιο της κυβέρνησης είναι η παραμονή του συνόλου των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, ακριβώς επειδή βρισκόμαστε μπροστά σε μια επικίνδυνη κλιμάκωση που ενδεχομένως να οδηγήσει και σε γεωπολιτικές εξελίξεις απρόσμενες, είμαι υποχρεωμένος, είμαστε υποχρεωμένοι, σήμερα να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας. Όσο σκληρή και αν είναι. Και το να μιλάμε τη γλώσσα της αλήθειας, τη σκληρή, δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε έτοιμοι να βάλουμε πλάτη, αν μας ζητηθεί, σε ένα εθνικό σχέδιο σοβαρό και υπεύθυνο να συμμαζευτεί αυτή η κατάσταση. Το αντίθετο.

Μιλάμε σκληρά για να κρούσουμε το κώδωνα του κινδύνου και να πούμε με όλη τη δύναμη της φωνής μας στη κυβέρνηση να αλλάξει ρότα τώρα. Έχουμε από τη πρώτη στιγμή διάθεση συναίνεσης για να αρθούν τα αδιέξοδα και δεν το κρύψαμε. Γι’ αυτό και ζητάμε σύγκληση συμβουλίου πολιτικών αρχηγών. Για να βρεθούν λύσεις, για να χαράξουμε μια διαφορετική και βιώσιμη εθνική στρατηγική. Όχι γιατί συναινούμε στις βιαιότητες που εκτυλίσσονται αυτές τις ημέρες, ούτε σε πράξεις που καταπατούν κατάφωρα τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η αναστολή χορηγιών ασύλου, αλλά για να σταματήσουν τις παλινωδίες και τις αδιέξοδες στρατηγικές.

Είμαστε αποφασιστικά αντίθετοι στις ανοησίες για ασύμμετρη απειλή, που δικαιολογούν ασύμμετρη βία εις βάρος άοπλων ανθρώπων και γυναικόπαιδων. Είμαστε αποφασιστικά αντίθετοι στην εργαλειοποίηση της δυστυχίας που επιχειρεί τούτες τις ώρας η Τουρκία και ο Ερντογάν. Αλλά είμαστε αποφασιστικά αντίθετοι και στην εσωτερική εργαλειοποίηση της από την πλευρά της κυβέρνησης. Διότι εργαλειοποιεί και η κυβέρνηση τους πρόσφυγες όταν τους παρουσιάζει ως εισβολείς, ως εχθρούς, οι οποίοι πρέπει να αντιμετωπιστούν ακόμα και με τα όπλα, όπως έγραφε προχθές ένας από τους δημοσιογράφους-προπαγανδιστές του Μεγάρου Μαξίμου.

Είμαστε αποφασιστικά αντίθετοι στην απόπειρα εκφασισμού τμημάτων της κοινωνίας μας με μια τοξική προπαγάνδα πολέμου, εξύμνησης της βίας, πρόσκλησης σε παραστρατιωτικές ομάδες να συμμετάσχουν στο κυνήγι μαγισσών, στο οποίο στόχος γίνονται όχι μόνο οι «εισβολείς», αλλά και Ευρωπαίοι πολίτες, εθελοντές ΜΚΟ, δημοσιογράφοι, προοδευτικοί και δημοκρατικοί πολίτες στα νησιά μας.

Αντί, λοιπόν, να παριστάνει τον αρχιστράτηγο του Έβρου, καλούμε τον κ. Μητσοτάκη να καταστρώσει σχέδιο για το πώς θα γίνει η διασπορά σε όλη τη χώρα των ευάλωτων πληθυσμών από τα νησιά. Σε ποιες περιφέρειες και δήμους. Να συγκρουστεί με τους γαλάζιους δημάρχους. Τι να κάνουμε; Πρέπει να συγκρουστεί. Έχει ευθύνες που προεκλογικά τους έταζε άλλα και τους φούσκωνε τα μυαλά. Έχει όμως εθνική ευθύνη να δώσει λύση. Να ζητήσει έκτακτη Σύνοδο Κορυφής τώρα. Τι να κάνουμε; Πρέπει να ενοχλήσει λίγο τους εταίρους. Τους ηγέτες. Το πρόγραμμά τους. Είναι βαρύ, αλλά οι εξελίξεις είναι εξίσου βαρύτατες. Να ζητήσει κυρώσεις στην Τουρκία αν συνεχίζει να παραβιάζει τη Συμφωνία με την Ε.Ε. Να ζητήσει άμεσα σχέδιο μετεγκαταστάσεων προσφύγων στην Ευρώπη. Επίσης, να ακυρώσει τη ΠΝΠ, ενώ η Βουλή ήταν ανοιχτή, των επιτάξεων και των σχεδίων της για δημιουργία κλειστών κέντρων – φυλακών σε νησιά ή ακόμα χειρότερα σε ξερονήσια και να απλοποιήσει τις διαδικασίες ασύλου με πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, ενισχύοντας τις δημόσιες δομές που εμπλέκονται στη διαχείριση του προσφυγικού με τα απαραίτητα μέσα και προσωπικό.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και θέλει να είναι μια μεγάλη, δημοκρατική, προοδευτική, πατριωτική δύναμη. Δεν κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις πραγματικές δυσκολίες, και δεν επιτρέπουμε σε καμιά πολιτική χαιρεκακία και σε καμιά μικροκομματική επιδίωξη να θολώσει τούτες τις κρίσιμες ώρες την πολιτική μας.

Η Ελλάδα πιστεύω ότι μπορεί, με εθνική αυτοπεποίθηση, με ψυχραιμία και με απόλυτο σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στις αδιαπραγμάτευτες αξίες του ανθρωπισμού, να αντιμετωπίσει τη σημερινή κρίση, παρά το γεγονός ότι, με ευθύνη της κυβέρνησης, η κρίση αυτή έχει διογκωθεί.  Χρειάζεται, όμως, άμεσα, μια πολιτική που θα βλέπει το πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις,που δεν θα χαϊδεύει τον εθνικιστικό παροξυσμό, αλλά που θα διεκδικεί ψύχραιμες και αποφασιστικές κινήσεις στο εσωτερικό, στην Ευρώπη, αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Δεν το κρύβουμε ότι ανησυχούμε. Ανησυχούμε και ανησυχούμε πολύ, διότι δεν υπάρχει ούτε υποψία τέτοιας πολιτικής. Δεν διακρίνουμε ούτε μια υποψία τέτοιας πολιτικής στα έργα και κυρίως στην προπαγάνδα της κυβέρνησης. Θα είμαστε, όμως, παρόντες, όπως πάντα, σε όλα τα μέτωπα, μαζί με όλο τον δημοκρατικό λαό μας, για να μην εξελιχθεί η σημερινή εθνική κρίση σε εθνική τραγωδία”.