Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής (᾿Ιωάν. γ´ 13-17) προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού
Εἶπεν ὁ Κύριος· Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. Καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ.
Απόδοση στη νεοελληνική
Εἶπε ὁ Κύριος· Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ παρὰ μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό. ῞Οπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ χάλκινο φίδι στὴν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν νὰ μὴ χαθεῖ ἀλλὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στὸν θάνατο τὸν μονογενή του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια. Γιατί, ὁ Θεὸς δὲν ἔστειλε τὸν Υἱό του στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταδικάσει τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.
πηγή: panagiaalexiotissa.blogspot.com
Το Μήνυμα της Κυριακής, από τον Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονα
Καθώς προετοιμαζόμαστε νά γιορτάσουμε τήν μεγάλη γιορτή τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἡ ὁποία κατά τή λειτουργική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας φέρει τά ἴσα πρός τήν Μεγάλη Παρασκευή – γι’ αὐτό καί ἡ αὐστηρή νηστεία – τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας μᾶς ὑπενθυμίζει μία ἄλλη παράξενη ὕψωση, πού εἶχε προηγηθεῖ καί εἶχε λάβει χώρα στό μέσο τῆς ἐρήμου, αἰῶνες πρίν, κατά τήν ἔξοδο τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἀπό τή δουλεία τῆς Αἰγύπτου. Τί εἶχε συμβεῖ; Οἱ Ἰουδαῖοι, μή μπορώντας νά περάσουν μέσα ἀπό τό βασίλειο τῆς Ἐδώμ, ἀναγκάστηκαν νά κάνουν κύκλο γιά νά τό παρακάμψουν, μέσα ἀπό περιοχή ἄνυδρη καί ἀπαράκλητη. Κατά τήν προσφιλῆ τους τακτική, ἄρχισαν πάλι τόν γογγυσμό καί τήν γκρίνια ἐνάντιόν του Μωυσῆ καί ἐμμέσως ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, λέγοντας πώς τούς ἔβγαλαν ἀπό τήν Αἴγυπτο γιά ν΄ ἀφήσουν τά κόκαλά τους στήν ἔρημο. Μάλιστα, ἐνῶ εἶχαν ὡς τροφή τό μάννα καί ἑπομένως ὀφθαλμοφανῆ τήν προστασία τοῦ Θεοῦ, ἐπέδειξαν μεγάλη ἀγνωμοσύνη χαρακτηρίζοντας το ἄνοστο καί εὐτελῆ οὐσία. Γιά τή συμπεριφορά τους αὐτή ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά ἐμφανιστοῦν δηλητηριώδη φίδια, τά ὁποῖα πολλούς ὁδήγησαν στόν θάνατο. Οἱ Ἰσραηλίτες ὅμως, μετά ἀπό σαράντα χρόνια περιπλάνηση στήν ἔρημο, κι ἔχοντας ἐμπειρία τῆς σχέσης τους μέ τόν Θεό, ἤξεραν τί ἔπρεπε νά κάνουν γιά ν’ ἀποτρέψουν τήν ὀργή του. Ζήτησαν τό θεῖο ἔλεος καί τότε ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή στόν Μωυσῆ νά κατασκευάσει ἕνα χάλκινο ὁμοίωμα φιδιοῦ, νά τό τοποθετήσει ὁριζόντια σ΄ ἕναν στύλο καί νά ὑψώσει τόν πρωτότυπο αὐτόν σταυρό στή μέση του στρατοπέδου. Ὅποιος Ἰσραηλίτης δεχόταν δάγκωμα φιδιοῦ, τό μόνο πού εἶχε νά κάνει ἦταν νά κοιτάξει μέ πίστη στόν Θεό τό ὑψωμένο χάλκινο φίδι, γιά νά σωθεῖ καί νά ἐπιβιώσει ἀπό τό θανατηφόρο δάγκωμα. Δέν τούς ἔσωζε τό χάλκινο φίδι, ἀλλά ἡ πίστη καί ἡ ὑπακοή τους πρός τόν Θεό. Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ὑψώνεται κενός σήμερα, χωρίς τόν Ἐσταυρωμένο, ὅπως τόν ἀνέσυρε ἀπό τή γῆ ἡ Ἁγία Ἑλένη, γιατί Ἐκεῖνος πού ἔπαθε ἐπάνω του ἀνέστη. Ὁ Σταυρός δέν ὑπάρχει καί δέν τιμᾶται ὡς ὄργανο θανάτου, ἀλλά ὡς σύμβολο τῆς Ἀνάστασης. Καί ἡ δύναμή του δέν ὀφείλεται μόνο στό ὅτι ἐπάνω του ἔχυσε τό αἷμα Του ὁ Σωτήρας Χριστός, ἀλλά κυρίως στό ὅτι ἐπάνω του ἀποδείχθηκε κυρίαρχος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τόσο ὅταν αὐτεξουσίως παρέδιδε τό πνεῦμα του, ὅσο καί ὅταν μέ τήν Ἀνάστασή του ἀνέτρεπε τά ἀποτελέσματα τοῦ θανάτου διασφαλίζοντάς μας τήν ζωή, τήν σωτηρία, τήν ἁγιότητα.