• του Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονος.

Μια ἱστορία ἀναφέρει ὁ Κύριος στό σημερινό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Κάποιος πλούσιος, πρίν ταξιδέψει σέ μακρινή χῶρα, κάλεσε τούς ἀνθρώπους πού ὑπηρετοῦσαν σ’ αὐτόν καί τούς ἔδωσε τάλαντα, τά χρήματα τῆς ἐποχῆς, ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητες πού ἔκρινε ὅτι εἶχε ὁ καθένας, καί ἔφυγε. Μετά ἀπό πολύ καιρό ἐπανῆλθε καί ζήτησε λογαριασμό ἀπό τούς ἀνθρώπους του γιά τόν τρόπο μέ τόν ὅποιο εἶχαν ἀξιοποιήσει τά τάλαντα πού τούς εἶχε ἐμπιστευθεῖ. Κι ἐκεῖνος στόν ὁποῖο εἶχε ἀφήσει πέντε τάλαντα, τά ἀξιοποίησε ἔτσι ὥστε νά κερδίσει ἄλλα πέντε, πράγμα γιά τό ὁποῖο ἐπαινέθηκε καί ἀνταμείφτηκε. Τό ἴδιο καί αὐτός στόν ὁποῖο εἶχε δώσει δύο τάλαντα. Αὐτός ὅμως στόν ὁποῖο εἶχε ἐμπιστευθεῖ ἕνα, κυριαρχούμενος καί ἀπό συναισθήματα ἀρνητικά ἐναντίον τοῦ κυρίου του, ἀντί νά ἀξιοποιήσει ἔστω καί κάτ΄ ἐλάχιστο τό τάλαντο πού τοῦ δόθηκε, προτίμησε νά τό θάψει βαθειά στή γῆ καί νά τό ἀφήσει ἀναξιοποίητο. Γι’ αὐτό καί κρίνεται καί τελικά τιμωρεῖται. Δέν θέλει νά παραδώσει μαθήματα μακροοικονομίας ὁ Χριστός μας. Δέν προτείνει κάποιο οἰκονομικοκοινωνικό σύστημα ὀργάνωσης τῆς ἀνθρώπινης συμβίωσης. Ὁ λόγος περί ταλάντων δέν ἀποσκοπεῖ σέ οἰκονομίστικες λογικές καί συζητήσεις, ἀλλά ὑποκρύπτει ἕναν βαθύτερο συμβολισμό. Ὁμόφωνη εἶναι ἡ ἑρμηνεία τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας ὅτι πίσω ἀπό τή λέξη «τάλαντα», ὑποκρύπτονται καί ὑποδηλώνονται τά περισσότερα ἤ λιγότερα χαρίσματα μέ τά ὁποῖα ὁ Ἅγιος Θεός ἔχει κατακοσμήσει καί ἐφοδιάσει τόν καθέναν μας. Λέει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ὅτι σέ ἄλλον ὁ Θεός ἔδωσε δύναμη, σέ ἄλλον ἐπιτηδειότητα στά χέρια, σέ ἄλλον γρηγοράδα στά πόδια, σέ ἄλλον ἀκονισμένο νοῦ, σέ ἄλλον σοφία καί σύνεση, σέ ἄλλον χρήματα, σέ ἄλλον ἐξουσία, σέ ἄλλον καλαισθησία… Καί ὅλα αὐτά τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ἀνάλογα μέ τό τί μπορεῖ ν’ ἀντέξει ὁ καθένας, λέγονται τάλαντα. Γιατί μᾶς δίνονται ἀπό τόν Θεό τά τάλαντα; Ὁπωσδήποτε ὄχι γιά νά τά θάβουμε! Ἀλλά περιμένει τήν ἀξιοποίησή τους ἀπό ἐμᾶς. Λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τά χαρίσματά μας ὑπάρχουν γιά νά βοηθοῦμε τούς ἑαυτούς μας ἄλλα καί τούς πλησίον μας. Τιμωρεῖται ὁ δοῦλος πού ἔθαψε τό τάλαντο, ὄχι γιά κάποιο κακό ἤ ἁμαρτία πού ἔκανε, ἀλλά γιατί δέν ἔκανε τό καλό. Τιμωρεῖται ὄχι γι’ αὐτά πού ἔκανε, ἀλλά γι’ αὐτά πού ἐνῶ εἶχε τή δυνατότητα νά κάνει, δέν ἔκανε. Κατακρίνεται γιατί ὁ Θεός τόν βρήκε ἄκαρπο, μέ ἄδεια χέρια, καί τό χάρισμά του ἀνενεργό. Ὅτι μᾶς ἔχει δοθεῖ στή ζωή αὐτή, μᾶς δίνεται ὑπό τό πρίσμα τῆς αἰωνιότητας.

Η πα­ρα­βο­λή των τα­λάν­των – Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΣΤ΄ Ματθαίου (Ματθ. κε´ 14-30)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ῎Ανθρωπός τις ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. Ωσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. ῾Ο δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ᾿ αὐτῶν λόγον. Καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· Κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ! ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα! ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. ῎Αρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.

Απόδοση στη νεοελληνική
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή· ἕνας ἄνθρωπος φεύγοντας γιὰ ταξίδι, κάλεσε τοὺς δούλους του καὶ τοὺς ἐμπιστεύτηκε τὰ ὑπάρχοντά του. Σ᾿ ἄλλον ἔδωσε πέντε τάλαντα, σ᾿ ἄλλον δύο, σ᾿ ἄλλον ἕνα, στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὴν ἱκανότητά του, κι ἔφυγε ἀμέσως γιὰ τὸ ταξίδι. Αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα, πῆγε καὶ τὰ ἐκμεταλλεύτηκε καὶ κέρδισε ἄλλα πέντε. Κι αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ δύο τάλαντα, κέρδισε ἐπίσης ἄλλα δύο. ᾿Εκεῖνος ὅμως ποὺ ἔλαβε τὸ ἕνα τάλαντο, πῆγε κι ἔσκαψε στὴ γῆ καὶ ἔκρυψε τὰ χρήματα τοῦ κυρίου του. ῞Υστερα ἀπὸ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα, γύρισε ὁ κύριος ἐκείνων τῶν δούλων καὶ ἔκανε λογαριασμὸ μαζί τους. Παρουσιάστηκε τότε ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὰ πέντε τάλαντα καὶ τοῦ ἔφερε ἄλλα πέντε. Κύριε, τοῦ λέει, μοῦ ἐμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα· κοίτα, κέρδισα μ᾿ αὐτὰ ἄλλα πέντε. ῾Ο κύριός του τοῦ εἶπε· εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου. Παρουσιάστηκε κι ὁ ἄλλος μὲ τὰ δύο τάλαντα καὶ τοῦ εἶπε· κύριε, μοῦ ἐμπιστεύτηκες δύο τάλαντα· κοίτα, κέρδισα ἄλλα δύο. Τοῦ εἶπε ὁ κύριός του· εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου. Παρουσιάστηκε κι ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὸ ἕνα τάλαντο καὶ τοῦ εἶπε· κύριε, ἤξερα πὼς εἶσαι σκληρὸς ἄνθρωπος. Θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔσπειρες καὶ συνάζεις καρποὺς ἐκεῖ ποὺ δὲν φύτεψες. Γι᾿ αὐτὸ φοβήθηκα καὶ πῆγα κι ἔκρυψα τὸ τάλαντό σου στὴ γῆ. ῾Ορίστε τὰ λεφτά σου. ῾Ο κύριός του τοῦ ἀποκρίθηκε· δοῦλε κακὲ καὶ ὀκνηρέ, ἤξερες πὼς θερίζω ὅπου δὲν ἔσπειρα, καὶ συνάζω καρποὺς ἀπ᾿ ὅπου δὲν φύτεψα! Τότε ἔπρεπε νὰ βάλεις τὰ χρήματά μου στὴν τράπεζα, κι ἐγὼ ὅταν θὰ γυρνοῦσα πίσω θὰ τὰ ἔπαιρνα μὲ τόκο. Πάρτε του, λοιπόν, τὸ τάλαντο καὶ δῶστε το σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὰ δέκα τάλαντα. Γιατὶ σὲ καθέναν ποὺ ἔχει, θὰ τοῦ δοθεῖ μὲ τὸ παραπάνω καὶ θά ᾿χει περίσσευμα· ἐνῶ ἀπ᾿ ὅποιον δὲν ἔχει, θὰ τοῦ πάρουν καὶ τὰ λίγα ποὺ ἔχει. Κι αὐτὸν τὸν ἄχρηστο δοῦλο πετάξτε τον ἔξω στὸ σκοτάδι. ᾿Εκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια. ᾿Αφοῦ τὰ εἶπε ὅλα αὐτά, πρόσθεσε μὲ ἔμφαση· ῞Οποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκούει ἂς τὰ ἀκούει.
πηγή Ευαγγελικού αναγνώσματος και αποδόσεως στη Νεοελληνική: panagiaalexiotissa.blogspot.com