Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής (Μαρκ. η΄ 34 – θ΄ 1) Μετά την Ύψωσιν
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. Ὅς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; Ὅς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Απόδοση στη νεοελληνική

Τον καιρό ἐκείνο, ἀφοῦ ἐκάλεσε ὁ Ἰησοῦς τὸ πλῆθος μαζί μὲ τοὺς μαθητάς του, τοὺς εἶπε: “Ἐὰν κανεὶς θέλῃ νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ, ἂς ἀπαρνηθῇ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἂς σηκώσῃ τὸν σταυρόν του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήσῃ. Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του, αὐτὸς θὰ τὴν χάσῃ, ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ χάσῃ τὴν ζωήν του ἐξ αἰτίας ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ τὴν σώσῃ. Διότι τὶ θὰ ὠφελήσῃ τὸν ἄνθρωπον νὰ κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ νὰ ζημιωθῇ ὴ ψυχήν του; Ἢ, τί ἀντάλλαγμα εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὴν ψυχήν του; Διότι, ὅποιος ἐντρέπεται δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τοὺς λόγους μου, εἰς τὴν γενεὰν αὐτὴν τὴν μοιχαλίδα καὶ ἁμαρτωλὴν καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ αἰσθανθῇ ντροπὴ γι’ αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ μὲ ὅλην τὴν δόξαν τοῦ Πατέρα του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους”. Καὶ τοὺς ἔλεγε: “Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάρχουν μερικοί ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ στέκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατον, ἕως ὅτου ἰδοῦν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ νὰ ἔρχεται μὲ δύναμιν”.

(πηγή: panagiaalexiotissa.blogspot.com)

Το Μήνυμα της Κυριακής από τον Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνή κ.κ. Παντελεήμονα
“Ὅποιος θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, νά ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί νά σηκώσει τόν Σταυρό του”, μᾶς λέει ὁ Κύριος στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, Κυριακή μετά τήν Ὕψωση. Συνήθως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦμε, ἐκτιμοῦμε, σκεπτόμαστε συνεχῶς τόν ἑαυτό μας. Βλέπουμε, κρίνουμε, ἀντιδροῦμε μέ μέτρο τόν ἑαυτό μας. Κλεινόμαστε στό ὀχυρό τοῦ «ἐγώ» μας γιά νά εἴμαστε ἀσφαλεῖς, καί γινόμαστε ἀπρόσιτοι, αἰχμάλωτοι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους μόνο σέ σχέση μέ τό δικό μας συμφέρον. Ἡ ἰδιοτέλεια βρίσκεται στή ρίζα κάθε σχεδόν ἐνέργειάς μας. Ἀκόμη καί στή σχέση μας μέ τόν Θεό, πολλές φορές πράττουμε τό καλό ὄχι γιατί τό θέλει Ἐκεῖνος, ἀλλά διότι ἔτσι θά ἀποκτήσουμε καλή φήμη. Ἀκόμη καί τό Εὐαγγέλιο περνᾶ ἀπό τό φίλτρο τῶν δικῶν μας προτιμήσεων, κρατώντας αὐτό πού μᾶς εἶναι βολικό, ἀφήνοντας γιά τούς δῆθεν ὑπερβολικούς τά πιό δύσκολα παραγγέλματα.
Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμων.
Ὁ Χριστός ὅμως ἐξακολουθεῖ νά καλεῖ ὅσους πραγματικά θέλουν νά τόν ἀκολουθήσουν σέ μιά πορεία ἐλευθερίας. Ἐλευθερίας ἀπό τήν πιό ἄδηλη καί συνεχῆ σκλαβιά. Τήν δουλεία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἡ πρώτη κίνηση γιά τήν κατάκτηση τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, εἶναι νά ἐπαναστατήσουμε κατά τῆς ἐγωϊστικῆς προσκολλήσεως στόν ἐαυτό μας. Δέν πρόκειται γιά μιά αὐτοσυγκράτηση, μιά ἀποχή ἀπό κάποια εὐχαρίστηση ἤ πολυτέλεια, μιά μικροασκητική πού γίνεται σάν ἀθλητισμός ἠθικῆς θελήσεως. Αὐτό πού ζητεῖται εἶναι νά ἀρνηθοῦμε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας, νά γίνουμε ξένοι γι’ αὐτόν, νά ἔχουμε τήν δύναμη νά λέμε ὄχι στή φυσική του ἐπιθυμία γιά ἄνεση, γιά ἀθέμιτη ἡδονή, γιά πάθη πού μολύνουν τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια. Ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νά Τόν ἀκολουθήσουμε. Ποῦ, Κύριε; Μέσα στούς δρόμους τῶν ἀνθρώπων, ἀνάμεσα στούς πονεμένους, στούς φτωχούς, στούς ἀρρώστους, στούς παρεξηγημένους, κοντά σ’ ὅλους αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη παρηγοριᾶς, καθοδηγήσεως, θεραπείας. Ἀποστολή μου εἶναι «νά φέρω στούς φτωχούς χαρμόσυνο ἄγγελμα, νά γιατρέψω ὅσους ἔχουν συντετριμμένη καρδιά, νά κηρύξω στούς αἰχμαλώτους ἀπελευθέρωση, στούς τυφλούς ἀνάβλεψη, νά ἐλευθερώσω ἐκείνους πού πιέζονται», λέει ὁ Χριστός. Ἡ πορεία μας νά εἶναι μιά συνεχής διακονία ἐλπίδος, στοργῆς καί φροντίδας γιά τούς ἄλλους. «Ἀκολουθήτω μοι» στό ἔργο γιά τή φανέρωση τῆς ἀλήθειας. «Ἀκολουθήτω μοι» στόν ἀγώνα γιά μιά δίκαιη καί εἰλικρινῆ κοινωνία, στήν ὁποία τόν τελευταῖο λόγο δέν θά ἔχει τό μῖσος ἀλλά ἡ ἀγάπη καί ἡ κατανόηση. Οἱ τρεῖς προστακτικές τῆς διακηρύξεως τοῦ Χριστοῦ, ἀπαρνησάσθω/ἀράτω/ἀκολουθήτω, ἀλληλοσυνδέονται. Ἡ μία φωτίζει καί προσδιορίζει τήν ἄλλη, κι ἔτσι, σάν μιά ἑνότητα πρέπει νά τίς στοχαζόμαστε. Δέν γίνεται νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας χωρίς συνεχῆ ἄρση τοῦ σταυροῦ μας”.