• Ας θυμηθούμε τι έχει συντελεστεί, και ας κοιτάξουμε κατάματα το αύριο…

Το μήνυμα της ευρωπαϊκής κάλπης προς τον ΣΥΡΙΖΑ

Όταν το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, παρέλαβε μια ελληνική κοινωνία εν μέσω συντριμμιών. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το 30% των πολιτών διαβιούσε κάτω από τα όρια της ακραίας φτώχειας έχοντας βρεθεί κυριολεκτικά στο κοινωνικό περιθώριο εξ αιτίας των πολιτικών που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ την πενταετία 2010-2014. Και η στήριξη αυτών των συνανθρώπων μας αποτέλεσε ευλόγως την πρώτη προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης. Παράλληλα η κυβέρνηση έπρεπε να κάνει τον επώδυνο συμβιβασμό το καλοκαίρι του 2015 ο οποίος πάντως κρίθηκε από τον λαό στις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση κατάφερε αυτό που δεν είχαν καταφέρει τρεις κυβερνήσεις μέσα στην κρίση: να βγάλει τη χώρα από τη στενωπό των μνημονίων, να σταθεροποιήσει την οικονομία και τα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά της, αλλά και – ακόμη και εντός των στενών δημοσιονομικών περιορισμών – να συνεχίσει τη στήριξη των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, όπως π.χ. με το κοινωνικό μέρισμα για τρία συνεχή έτη. Εν συνεχεία, πρώτη έγνοια της κυβέρνησης αμέσως μετά την έξοδο από τα μνημόνια, ήταν μέσα από θετικά-ανακουφιστικά μέτρα, να ενισχύσει ακριβώς τα στρώματα αυτά που είχαν σηκώσει το μεγάλο βάρος της κρίσης και επλήγησαν περισσότερο. Για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα ο λόγος. Στη ΔΕΘ εξαγγέλθηκαν και κατόπιν υλοποιήθηκαν πρωτοβουλίες όπως η μείωση του ΕΝΦΙΑ, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους ελεύθερους επαγγελματίες, η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου, το επίδομα στέγασης.  Βάσει του ιδίου πλάνου υλοποιήθηκαν και τα μέτρα που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός προ μηνός, αμέσως μετά την επισημοποίηση του υπερπλεονάσματος από τη Eurostat, δηλαδή οι 120 δόσεις για χρέη σε εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία, και η μείωση του ΦΠΑ σε τρόφιμα-ενέργεια, μέτρα που αποτελούν σωτήρια ανάσα για εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και κυρίως για τη μεσαία τάξη και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, τα οποία όμως δεν έχουν προλάβει να αποδώσουν. Το χρονικό διάστημα από την έξοδο από τα μνημόνια μέχρι και σήμερα δεν αποδείχθηκε αρκετό για να βιώσουν όλοι οι πολίτες στην καθημερινότητά τους τη βελτίωση της οικονομίας, και εννοείται πως για αυτό δεν φταίνε οι πολίτες. Είναι θέμα με το οποίο οφείλει να καταπιαστεί η κυβέρνηση, θέμα που η κυβέρνηση οφείλει να το αναλύσει και να το εντάξει στον σχεδιασμό της. Στην Ευρωκάλπη οι πολίτες έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: οτι οι ζωές των ανθρώπων δεν αλλάζουν με βάση τους δείκτες της οικονομίας.

Εξάλλου είναι εύλογο για την κυβέρνηση να έχει υποστεί φθορά και να εισπράττει και ψήφο διαμαρτυρίας. Έχει σημασία να θυμηθούμε ότι το ΠΑΣΟΚ από το 44% του 2009 κατακρημνίστηκε στο 13% το 2012, ενώ και η ΝΔ από το 33% του 2009 βυθίστηκε στο 19% το 2012 (βέβαια τότε κανείς δεν μιλούσε για στρατηγική ήττα τους…). Πλήρωσαν τις πολιτικές τους με τις οποίες διέλυσαν τη μεσαία τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, για τα οποία μάλιστα σήμερα δήθεν κόπτονται…

Τούτων δοθέντων λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ προφανώς και θα είχε απώλειες. Όμως!: διατηρεί ένα δυναμικό ποσοστό της τάξης του 24%, το οποίο είναι σημαίνον και καθοριστικό και προδήλως καταρρίπτει τους ευσεβείς πόθους κάποιων  περί… «στρατηγικής ήττας» του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό το 24% των πολιτών υπερψήφισε τόσο την πολιτική της κυβέρνησης μέσα στην κρίση, όσο και την πολιτική που χαράσσει για την επόμενη μέρα, μια πολιτική επούλωσης των πληγών, φορολογικών ελαφρύνσεων, ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας, της υγιούς επιχειρηματικότητας και ανασυγκρότησης του κοινωνικού κράτους που διαλύθηκε στα πρώτα χρόνια της κρίσης.

Τα διλήμματα των εθνικών εκλογών της 7ης Ιουλίου

Στις διαμορφούμενες νέες συνθήκες, δηλαδή στην Ελλάδα μετά τα μνημόνια, συγκρούονται και πάλι δύο σχέδια. Μέχρι το 2012 οι δύο βασικοί πόλοι του πολιτικού συστήματος (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), είχαν απόλυτη ταύτιση ως προς τη μνημονιακή τους στρατηγική. Σήμερα επ’ ουδενί δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως! Σήμερα υπάρχει σαφής εναλλακτική, βιώσιμη πολιτική πρόταση, και δεν είναι άλλη από το ήδη εν εξελίξει πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ της εργασίας και της δίκαιης ανάπτυξης. Η εφαρμογή του έχει ήδη αρχίσει, βρίσκεται στο αρχικό της στάδιο, και έχει ως  κεντρικούς άξονες την αύξηση των μισθών, την προστασία της εργασίας, τη μείωση της φορολογίας στα μεσαία στρώματα και τους επαγγελματίες, τη δραστική μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης από 1/1/2020.

Στον αντίποδα φιγουράρει το σχέδιο της ΝΔ και του Κυρ. Μητσοτάκη το οποίο βασίζεται σε ένα ακραία νεοφιλελεύθερο δόγμα και επιτάσσει οτι η ανάπτυξη μπορεί να έρθει μόνο μέσα από τις ελαστικές σχέσεις εργασίας (γι’ αυτό δεν επιθυμούσε και καταψήφισε την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων), τη μείωση των μισθών προς όφελος των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων (γι’ αυτό δεν ήθελε την αύξηση του κατώτατου μισθού), τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους και την παραχώρηση των βασικών δημοσίων αγαθών στην ιδιωτική πρωτοβουλία (αυτό είπε ο κ. Μητσοτάκης για τη δημόσια Υγεία, αυτό λέει και για το ασφαλιστικό σύστημα των τριών πυλώνων, το Ασφαλιστικό Πινοσέτ).

Με άλλα λόγια τα πράγματα δεν μπορεί να είναι πιο ξεκάθαρα:

Ψήφος στη ΝΔ συνεπάγεται μετά βεβαιότητας επιστροφή στις μαύρες μέρες του 2012 και του 2013. Επιστροφή μιας κυβέρνησης αλαζόνων που θεωρούν ότι τους χρωστάει ο λαός.

Αντιθέτως, ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ επικυρώνει το δικαίωμα στην επόμενη καλύτερη μέρα. Και ακόμα περισσότερο τώρα, που υπάρχει κυβερνητική γνώση για τους άξονες πάνω στους οποίους οφείλει να κινηθεί. Άλλωστε, όπως εύστοχα επισημαίνουν στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, η ψήφος του λαού, είτε επιδοκιμασίας είτε αποδοκιμασίας, είναι κριτήριο και οδηγός τους.

Είναι προφανές ότι οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, στους οποίους ο κ. Μητσοτάκης υπόσχεται ότι δεν θα πάρουν ποτέ σύνταξη από το ταμείο τους και ότι θα δουλεύουν 7 μέρες την εβδομάδα, ψήφισαν ΝΔ όχι γιατί συμφωνούν με αυτά, αλλά γιατί σήμερα τα βγάζουν δύσκολα πέρα με το κόστος ζωής και τους έμμεσους φόρους. Με αυτά η ΝΔ είναι παραπάνω από σίγουρο ότι δεν θα ασχοληθεί. Αντιθέτως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή σχέδιο αντιμετώπισής του και απαιτείται εύλογος χρόνος προκειμένου να πιάσουν τόπο και να επέλθει η απτή ελάφρυνση των πολιτών.

Advertisement