Ημερίδα για τα αποτελέσματα της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, ενόψει της συζήτησης στην Ολομέλεια, διοργάνωσαν η Ένωση Ελλήνων Δημοσιολόγων Ελλάδος και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

Για το θέμα μίλησαν ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Βουλευτής Ροδόπης ΝΔ και Επίκουρος Καθηγητής Νομικής, Δρ Ευρ. Στυλιανίδης, η Βουλευτής Αθηνών ΣΥΡΙΖΑ και μέλος της Επιτροπής, Μ. Ξενογιαννακοπούλου, ο Σύμβουλος Επικρατείας Δ. Μακρής, και ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων Δρ. Β. Τζέμος. Την εκδήλωσε συντόνισε ο τ. Πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ, Καθηγητής Ευ. Βενιζέλος, ο οποίος παρουσίασε με πολύ θερμά λόγια τον Ευριπίδη Στυλιανίδη και αναφέρθηκε στη συστηματικότητα και την αποτελεσματικότητά του ως Προέδρου της Επιτροπής Αναθεώρησης. Κολακευτικά εξάλλου για τη δημοκρατικότητα και την προσπάθεια δημιουργίας κλίματος συνεννόησης στην Επιτροπή, μίλησε και η Μ. Ξενογιαννακοπούλου.

Κατατέθηκαν βεβαίως τόσο τα σημεία συμφωνίας, όσο και σημεία διαφωνίας μεταξύ των κομμάτων, ενώ ακολούθησε ενδιαφέρων διάλογος, τόσο μεταξύ των ομιλητών όσο και με το κοινό. Στο πολυπληθές ακροατήριο, συμμετείχαν ανώτατοι δικαστές και πρόεδροι ανωτάτων δικαστηρίων, πρόεδροι ανεξάρτητων αρχών, καθηγητές πανεπιστημίου και πλήθος δικηγόρων.

Στην ομιλία του ο Ευρ. Στυλιανίδης ανέφερε:
“Το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε το πιο ποιοτικό, το πιο δημοκρατικό και γι’ αυτό ίσως το πιο ανθεκτικό στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδος. Μετά από πολέμους, εθνικούς διχασμούς και αιματηρούς εμφυλίους, εθνικές καταστροφές, προσφυγιά και φτώχεια που οδήγησαν τη χώρα στην αλλαγή 27 διαφορετικών πολιτευμάτων, το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε και αποτελεί το θεμέλιο της πιο σταθερής και ποιοτικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας από το 1830 έως σήμερα που σε λίγο συμπληρώνει τα 45 της χρόνια. Το Σύνταγμα μας με τις μέχρι τώρα αναθεωρήσεις του άντεξε και αντέχει στη βάση του, γιατί είναι Αυστηρό και παράλληλα Ανοιχτό. Αυστηρό, γιατί προστατεύει το σκληρό πυρήνα του εθνικού και πολιτιστικού αξιακού μας κώδικα κόντρα στη διαβρωτική λογική της παγκοσμιοποίησης. Ανοικτό, γιατί μπορεί να ενσωματώνει τις σύγχρονες ευρωπαϊκές, διεθνείς και ευρωπαϊκές τάσεις χωρίς να προκαλείται αλλοίωση, υπέρβαση ή θραύση του συνταγματικού μας πλαισίου. Σε μία ιστορική περίοδο κυριαρχίας μιας ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης που συνδυασμένη με τη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση κλωνοποιεί εθνικές και πολιτιστικές ταυτότητες, αμφισβητεί ιστορικές κοινωνικές κατακτήσεις και κλονίζει συθέμελα βασικές αρχές και λειτουργίες της σύγχρονης Δημοκρατίας, η Αναθεώρηση του Συντάγματος υπήρξε μία ιδανική ευκαιρία για την Ελλάδα. Μια ευκαιρία,
-να επαναπροσδιορίσουμε τον εθνικό μας προσανατολισμό.
-να προστατεύσουμε τον αξιακό μας κώδικα
-να εκσυγχρονίσουμε την Πολιτεία
-να ανασυγκροτήσουμε την εθνική μας Οικονομία
-να αφυπνίσουμε την Κοινωνία και
-να επαναφέρουμε την Ελλάδα, όχι μόνο στην κανονικότητα αλλά και σε νέους διεθνείς και ευρωπαϊκούς πρωταγωνιστικούς ρόλους. Δυστυχώς η ευκαιρία αυτή ακρωτηριάστηκε εν τη γενέσει της. Η Προτείνουσα Βουλή περιόρισε απαγορευτικά τα πεδία της αναθεωρητικής διαδικασίας, υποκύπτοντας σε ιδεοληψίες και σε μία λογική της τότε πλειοψηφίας, που το βλέμμα της δεν το έστρεψε στις επόμενες γενιές, ως όφειλε αλλά στις επόμενες εκλογές. Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να ανοίξουμε τη συζήτηση για όλα και να αφήσουμε την Αναθεωρητική Βουλή, που θα προέκυπτε μετά τις εκλογές να αποφασίσει, δεν υπήρξε ανταπόκριση. Με αυτόν τον τρόπο δεν μας δόθηκε η δυνατότητα να αγγίξουμε το Οικονομικό μας Σύνταγμα, συμβάλλοντας στον γρήγορο εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της Πραγματικής Οικονομίας. Δεν πειράξαμε το άρθρο 24 Σ, για να δημιουργήσουμε περιβαλλοντικά ισοδύναμα. Δεν μπορέσαμε να παρέμβουμε, για να βελτιώσουμε τη λειτουργία του κράτους και να επιβάλουμε κανόνες Καλής Νομοθέτησης. Δεν προστατεύσαμε εμφατικά τη σύγχρονη πολιτιστική μας ταυτότητα και την Ελληνική γλώσσα, όπως π.χ. το κάνει το Γαλλικό Σύνταγμα. Εμποδίστηκε η αναθεώρηση του άρθρου 16 Σ και το σπάσιμο του κρατικού μονοπωλίου στην Ανώτατη Εκπαίδευση, κάτι που κατά την άποψή μας δεν μετεξέλιξε την Ελλάδα σε Διεθνές Εκπαιδευτικό Κέντρο, που θα αξιοποιούσε διεθνώς τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της παιδείας και του πολιτισμού και θα οδηγούσε στον επαναπατρισμό χιλιάδων διακεκριμένων νέων επιστημόνων και φοιτητών. Θα έβαζε τη χώρα μας επιθετικά στη νέα διεθνή εκπαιδευτική αγορά των 30 δις ευρώ που αυξάνεται ετησίως κατά 7%, δημιουργώντας έτσι μία νέα πηγή για το ΑΕΠ μεγαλύτερη και από τον τουρισμό. Κυρίες και κύριοι, δεν θα συνεχίσω όμως άλλο την αμφισβήτηση μου για την Προτείνουσα Βουλή και την τότε πλειοψηφία, διότι δεν θέλω παρά την αυστηρή κριτική μου, να περάσω αυτή τη στιγμή ένα αρνητικό μήνυμα. Πιστεύω ότι η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος παρά τις χαμηλές προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί, επέτυχε στο πλαίσιο πραγματικών δυνατοτήτων μία σημαντική ανατροπή. Ζωντάνεψε μία ‘’ημιθανή’’ Αναθεωρητική διαδικασία και έδωσε κάποια σημαντικά αποτελέσματα, που εύχομαι και ελπίζω να ολοκληρωθούν στην Ολομέλεια της Αναθεωρητικής Βουλής. Το πρώτο που επιτύχαμε είναι η εδραίωση ενός κλίματος συνεργασίας, εθνικής συνεννόησης και πραγματικού διαλόγου μεταξύ των πολιτικών κομμάτων παρά τις διαφορετικές σε πολλά σημεία απόψεις, ιδέες και προτάσεις. Την ίδια ώρα που σε διπλανές αίθουσες οι αντιπαραθέσεις ήταν έντονες και θορυβώδεις, στην Επιτροπή Αναθεώρησης οι Εισηγητές και οι Βουλευτές συζήτησαν με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και ευθύνη. Συζήτησαν εποικοδομητικά και σε κρίσιμα σημεία κατάφεραν να συναντηθούν. Οι συζητήσεις ολοκληρώθηκαν σε 12 συνεδρίες μέσα σε 1,5 μήνα. Ο διάλογος ξεπέρασε τις 70 ώρες και έγιναν συνολικά 168 παρεμβάσεις, διαψεύδοντας αυτούς που έβρισκαν σύντομο το χρόνο της αναθεωρητικής διαδικασίας. Οι βουλευτές συμμετείχαν και συζήτησαν δημοκρατικά περισσότερο από άλλες αναθεωρητικές διαδικασίες που διήρκησαν από τρεις έως επτά μήνες. Αυτό όμως που έχει κυρίως υπεραξία είναι το τελικό αποτέλεσμα που αυτή η κορυφαία θεσμική διαδικασία παραδίδει προς την Ολομέλεια. Η Επιτροπή Αναθεώρησης κατέληξε άλλοτε με απλή και άλλοτε με αυξημένη πλειοψηφία σε 7 βασικά σημεία προτεινόμενων συνταγματικών αλλαγών. Συγκεκριμένα: 1. Πρότεινε ένα Σύστημα Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος για τη στήριξη της Ελληνικής Οικογένειας στο άρθρο 21 παρ. 1 Σ, η οποία αποτέλεσε το ισχυρό κύτταρο που άντεξε κατά τη διάρκεια της κρίσης και κράτησε όρθια τη δοκιμαζόμενη ελληνική κοινωνία. Η παρέμβαση αυτή της Νέας Δημοκρατίας υπερτονίζει και στο Ελληνικό Σύνταγμα την Αρχή της Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς, που ως όρος επεβλήθη τα τελευταία χρόνια και στις θεμελιώδεις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. 2. Η αναβάθμιση του Ελληνικού Κοινοβουλίου επιτυγχάνεται με την πρόταση μας στο άρθρο 68 Σ για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής ύστερα από πρόταση 10 βουλευτών της αντιπολίτευσης και με παρουσία 120 βουλευτών. Αυτό ,,αποποινικοποιεί’’ την έννοια της Εξεταστικής και την μετεξελίσσει σε ισχυρότατο εργαλείο Κοινοβουλευτικού Ελέγχου και αναβαθμίζει το ελεγκτικό ρόλο του Εθνικού Κοινοβουλίου αποκαθιστώντας την Αρχή των Ελέγχων και των Ισορροπιών. 3. Αυστηροποιείται η Ασυλία του Βουλευτή κατά το άρθρο 62 Σ, ο όποιος θωρακίζεται μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του και καταργείται η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86 παρ. 3 Σ, εξισώνοντας τον Υπουργό με τους κοινούς πολίτες ως προς την παραγραφή ποινικών αδικημάτων. Με αυτή την αλλαγή επιδιώκεται η πάταξη της διαφθοράς αλλά και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το πολιτικό μας σύστημα. 4. Εξισώνονται κατά το άρθρο 96 παρ. 5 Σ οι στρατιωτικοί δικαστές με τους λοιπούς δικαστές, ώστε σύμφωνα και με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να ισχυροποιηθούν οι εγγυήσεις ανεξάρτητης λειτουργίας της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης, απομακρύνοντας την από την ξεπερασμένη λογική των Στρατοδικείων. 5. Διευκολύνεται η εκλογή Ανεξάρτητων Αρχών κατά το άρθρο 101Α Σ. Από την ομοφωνία και τα 4/5 που απαιτούνταν, τώρα εκλέγονται με τα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων, ώστε να μη μένουν ακέφαλες, όπως συνέβη πρόσφατα με το Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, διότι ο ρόλος τους είναι αυξημένος στο νέο περιβάλλον, καθ’ ότι καλούνται να εγγυηθούν μία νέα Οριζόντια Διάκριση των Εξουσιών μεταξύ τριών χώρων, δηλαδή της Αγοράς, της Τεχνοκρατίας και της Πολιτικής, οριοθετώντας το ρόλο του καθενός, ώστε να λειτουργεί συμπληρωματικά και αλληλοελεγκτικά ως προς τους άλλους. 6. Διαχωρίζεται ομοφώνως η διαδικασία εκλογής ΠτΔ από τις βουλευτικές εκλογές κατά το άρθρο 32 παρ. 4 Σ. Προκρίνεται κατά πλειοψηφία η εκλογή από τη Βουλή με απόλυτη ή σχετική πλειοψηφία, ώστε να μη διακόπτεται η δημοκρατική λαϊκή εντολή προς μία κυβέρνηση σκοπίμως, για την ανάδειξη ενός προέδρου με περιορισμένες ρυθμιστικές αρμοδιότητες. Αυτό μας απομακρύνει από την εργαλειοποίηση της διαδικασίας εκλογής του Ανώτατου Άρχοντα και αποτελεί Εγγύηση πολιτικής σταθερότητας. 7. Διευκολύνεται η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού στο άρθρο 54 παρ. 4 Σ, με τρόπο τέτοιο, ώστε να μην αντιμετωπίσει ζητήματα αντισυνταγματικότητας η προσδοκώμενη απόφαση της διακομματικής επιτροπής. Μπορεί ενδεχομένως κάποιοι, όχι τόσο άδικα, να θεωρούν συνταγματική ακροβασία τη διαδικασία αυτή. Είναι εντούτοις πιο σημαντικό να κατοχυρωθεί στην πράξη αυτό το δικαίωμα που μεγαλώνει την Ελλάδα και ξαναεπιτρέπει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο να εκπροσωπήσει όχι μόνο το σύνολο του Λαού αλλά και του Έθνους. Αναμφισβήτητα η Αναθεώρηση αυτή μπορεί και έπρεπε να αλλάξει περισσότερα και καλύτερα. Κάποια στιγμή όλοι πιστέψαμε ότι δεν θα αλλάξει τίποτε. Τελικά όμως η κοινή προσπάθεια, το υψηλό επιστημονικό και πολιτικό επίπεδο διαλόγου, το κλίμα συνεννόησης και σύνθεσης που επικράτησε στην Επιτροπή, μας έδωσε αποτελέσματα πολύ παραπάνω από τις αρχικές προσδοκίες. Για αυτό ειλικρινά ευχαριστώ όλους τους συναδέλφους και όλα τα κόμματα που προσπάθησαν προς το σκοπό αυτό.