“Πρέπει να είναι  σαφές ότι η χρεοκοπία της χώρας δεν προήλθε μόνο από το δημοσιονομικό εκτροχιασμό, αλλά επίσης από την αποτυχία φορολόγησης των μεγάλων εισοδημάτων τα χρόνια της ευδαιμονίας, και την έλλειψη ενός στρατηγικού αναπτυξιακού σχεδίου που να εντάσσει τη χώρα στο ευρύτερο περιβάλλον. Σήμερα, που έχουμε εξασφαλίσει τόσο την πολιτική αυτοτέλεια μετά την αποδέσμευση από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, και τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο από τη συμφωνία ρύθμισης του χρέους, έχουμε οικοδομήσει μια σύγχρονη και, κυρίως, ολιστική αναπτυξιακή στρατηγική που βάζει ρεαλιστικούς στόχους και προτεραιότητες σε συγκεκριμένους τομείς ενώ έχει συνδιαμορφωθεί με τις τοπικές κοινωνίες και τους φορείς”.

Αυτά τόνισε μεταξύ άλλων ο Υφυπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης Στάθης Γιαννακίδης, στο Βαλκανικό Φόρουμ που διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη από τον Τομέα Μακεδονίας-Θράκης του Υπουργείου Εσωτερικών, στην ενότητα με θέμα «Πρωτοβουλίες προώθησης της διαβαλκανικής συνεργασίας στους τομείς της επιχειρηματικότητας & καινοτομίας».

Ολόκληρη η τοποθέτηση του Στάθη Γιαννακίδη:

Η συζήτηση για την ανάπτυξη και, ειδικά,  για την περιφερειακή ανάπτυξη και τη Βόρεια Ελλάδα, στο πλαίσιο μιας βαλκανικής πολιτικής εξαντλήθηκε για πολλά χρόνια σε αναποτελεσματικότητα και θεωρητικά σχήματα. Αποσπασματικές πολιτικές, έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού και μια περιορισμένη αντίληψη για την εξωστρέφεια συμπλήρωσαν  το αποτυχημένο μοντέλο του παρελθόντος με μια ανάπτυξη χωρίς παραγωγική βάση. Η Ελλάδα τη δεκαετία του ’90 δεν διαδραμάτισε το ρόλο που όφειλε να έχει στην περιοχή και η ανάπτυξή που ακολούθησε ήταν επίπλαστη και  δεν βασίστηκε στην παραγωγή αλλά στην άναρχη χρηματοπιστωτική επέκταση και την κατανάλωση, καταστρέφοντας μακροπρόθεσμα και τον όποιο παραγωγικό ιστό.

Άρα, πρέπει να είναι  σαφές ότι η χρεοκοπία της χώρας δεν προήλθε μόνο από το δημοσιονομικό εκτροχιασμό αλλά επίσης, από την αποτυχία φορολόγησης των μεγάλων εισοδημάτων τα χρόνια της ευδαιμονίας και την έλλειψη ενός στρατηγικού αναπτυξιακού σχεδίου, που να εντάσσει τη χώρα στο ευρύτερο περιβάλλον.

Σήμερα, που έχουμε εξασφαλίσει τόσο την πολιτική αυτοτέλεια μετά την αποδέσμευση από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής και τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο από τη συμφωνία ρύθμισης του χρέους, έχουμε οικοδομήσει μια σύγχρονη και, κυρίως, ολιστική αναπτυξιακή στρατηγική που βάζει ρεαλιστικούς στόχους και προτεραιότητες σε συγκεκριμένους τομείς ενώ έχει συνδιαμορφωθεί με τις τοπικές κοινωνίες και τους φορείς.

Αυτή η στρατηγική διαμορφώνει τους όρους με τους οποίους θα εργαστούμε στο εσωτερικό για την παραγωγική μας ανασυγκρότηση. Επίσης διαμορφώνει τα απαραίτητα χρηματοδοτικά εργαλεία για την  ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη συνεργασία σε βαλκανικό επίπεδο, όχι με λανθασμένους όρους «διείσδυσης» που επικράτησαν στο παρελθόν αλλά με όρους συνανάπτυξης.

Στο πλαίσιο των συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγραμμάτων, θα πρέπει να αναφερθούμε ειδικά στα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας, γνωστά ως προγράμματα INTERREG. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία είναι εκείνο το εργαλείο της πολιτικής συνοχής, που αποσκοπεί στην επίλυση διασυνοριακών προβλημάτων και στην από κοινού ανάπτυξη των δυνατοτήτων των διαφόρων εδαφικών περιοχών. Οι δράσεις συνεργασίας που υποστηρίζονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης εντάσσονται σε τρεις κύριες συνιστώσες: διασυνοριακή συνεργασία, διακρατική συνεργασία και διαπεριφερειακή συνεργασία.Η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης των επιχειρησιακών προγραμμάτων του Στόχου «Ευρωπαϊκή Εδαφική Συνεργασία», εδρεύει στην πόλη της Θεσσαλονίκης και αποτελεί την Διαχειριστική Αρχή του Υπουργείου Οικονομίας για 4 – κατά την τρέχουσα προγραμματική περίοδο – προγράμματα που αφορούν την περιοχή των Βαλκανίων.

Εστιάζοντας , λοιπόν, σε έργα που υλοποιούνται με κατεύθυνση την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών,

  • ξεκινάω από το διασυνοριακό πρόγραμμα συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας , Στον άξονα της υποστήριξης της τοπικής οικονομίας  διατίθενται συνολικά 18 εκατ. ευρώ και ήδη έχουν ενταχθεί και υλοποιούνται 18 έργα, προϋπολογισμού 16 εκ ευρώ περίπου,.  Το προσεχές διάστημα θα εκδοθεί πρόσκληση για τους ειδικούς στόχους της επιχειρηματικότητας και του τουρισμού με ένα προϋπολογισμό της τάξης των 4 εκατ. ευρώ.
  • Στο διασυνοριακό πρόγραμμα Ελλάδα-Βουλγαρία, ίσως το μεγαλύτερο (με προϋπολογισμό 130 εκατ. ευρώ) , για πρώτη φορά εκδόθηκε πρόσκληση –που είναι ανοιχτή-  ενός μικρού προϋπολογισμού αρχικά,  000.000 €, με επιλέξιμους φορείς υφιστάμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις της διασυνοριακής περιοχής. Με ποσοστό ενίσχυσης 65%, προϋπολογισμό των εταιρικών σχημάτων από  300.000 € έως 600.000 € στους τομείς:
    Αγροδιατροφή- ανακύκλωση και παραγωγή ενέργειας- Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειεας και εξοικονόμηση ενέργειας – βιώσιμος τουρισμός – υγεία – υλικά και τεχνολογία- κλωστοϋφαντουργία/ένδυση.

Η επόμενη Πρόσκληση Έμμεσης Ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη διασυνοριακή περιοχή, βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο στάδιο διαβούλευσης μεταξύ των εθνικών αρχών με προϋπολογισμό 7 εκατ. ευρώ και εκτιμούμε ότι θα ανοίξει για τους ενδιαφερόμενους αρχές Μαΐου.

  • Στο πλαίσιο του διασυνοριακού  προγράμματος «Ελλάδα – Αλβανία», με  συνολικό προϋπολογισμό 54 εκατ. Ευρώ, στον ειδικό στόχο για τη βελτίωση της διασυνοριακής δυναμικότητας, την υποστήριξη της επιχειρηματικότητας, τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και της ανταγωνιστικότητας, έχουν ενταχθεί και υλοποιούνται 9 έργα με συνολικό προϋπολογισμό 5,2 εκ ευρώ περίπου.
  • Tέλος, με το διακρατικό πρόγραμμα Βalkan Med (Βαλκανική – Μεσόγειος), προϋπολογισμού σχεδόν 40 εκατ. ευρώ, είναι η πρώτη φορά που η ευρωπαϊκή συνεργασία αντιμετωπίζει μαζί τη βαλκανική χερσόνησο και την νοτιοανατολική Μεσόγειο, σε μια κοινή προσπάθεια σε θαλάσσια και χερσαία σύνορα, στο πλαίσιο του στόχου για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

Το πρόγραμμα έχει δύο άξονες: α) Επιχειρηματικότητα και καινοτομία και β) Περιβάλλον

Ήδη,  με μία πρόσκληση έχουν ενταχθεί 49 έργα, με  τη συμβασιοποίηση των οποίων εξαντλείται ο συνολικός προϋπολογισμός.

Στο πρόγραμμα αυτό συμμετέχουν 5 χώρες: Ελλάδα, Κύπρος, Βουλγαρία, Αλβανία και Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Ενόψει της νέας προγραμματικής περιόδου 2021-2027, σε επίπεδο Επιτροπής Παρακολούθησης του προγράμματος, και οι 5 χώρες δήλωσαν ότι επιθυμούν τη συνέχισή του, καθώς και την επέκτασή του τόσο προς τα Βαλκάνια όσο και  προς την Ανατολική Μεσόγειο.

Η ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία, όπως ήδη ανέφερα, είναι εργαλείο της πολιτικής συνοχής, της βασικής πολιτικής επενδύσεων της ΕΕ για τη μείωση των οικονομικών, κοινωνικών και εδαφικών διαφορών. Ένα εργαλείο που σχεδιάστηκε για να επιλύει προβλήματα που υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα και απαιτούν συνεπώς κοινές λύσεις αλλά και για να αναπτύσσει, μέσω κοινής προσπάθειας, τις δυνατότητες των διαφόρων εδαφικών περιοχών.

Κοινός μας στόχος θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση και η περαιτέρω ενδυνάμωση τέτοιων προγραμμάτων στο πλαίσιο και της νέας προγραμματικής περιόδου, η διαμόρφωση επιχειρηματικών δεσμών και διασυνοριακών συνδέσεων, η ανάπτυξη με όρους βελτίωσης της ζωής των πολιτών των λαών μας, η συνανάπτυξη.

Στο πνεύμα αυτό, το Υπουργείο Οικονομίας και το Υπουργείο Εξωτερικών, όπως δήλωσαν ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομίας και ο Υπουργός Εξωτερικών, κατά την πρόσφατη αποστολή στα Σκόπια, δημιουργούν σε συνεργασία ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο 200 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση της παρουσίας των ελληνικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια.

Σε ευρύτερο πλαίσιο, το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης έχει κάνει μια πολύ μεγάλη προσπάθεια, σε όλη τη διάρκεια της τετραετίας, πάνω στην κεντρική κατεύθυνση της κυβέρνησης για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Στη βάση αυτή σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν δεκάδες χρηματοδοτικά εργαλεία:

Συνολικά διαθέτουμε πόρους 7 δις που διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία, μοχλεύουν ιδιωτικούς και άλλους πόρους 5 δις , με συνολικές επενδύσεις που αγγίζουν τα 12 δις για την επόμενη τριετία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη μικρομεσαία επιχείρηση ως κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Επιγραμματικά: πάνω από 1 δις ευρώ διοχετεύτηκαν  σε μικρομεσαίες τουριστικές επιχειρήσεις, νέες και υφιστάμενες (ιδιωτική και δημόσια δαπάνη). Σχεδόν 1 δις είναι τα αντίστοιχα ποσά για τις δύο εργαλειοθήκες που έχουμε ανοίξει και πάνω από μισό δις επενδύσεις έγιναν στην αναβάθμιση πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων, για να μην αναφερθώ σε άλλες δράσεις.

Και μια ιδιαίτερη επισήμανση θα πρέπει να κάνουμε στα θέματα των νέων, του brain drain, που συχνά ακούω να αναφέρεται αλλά παραλείπεται η αναφορά στα πρώτα θετικά στοιχεία για την αναχαίτισή του. Και αυτό σημαίνει ότι συγκρατούμε σιγά – σιγά αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό, άρα ενισχύουμε την καινοτομία και την ανταγωνιστική θέση των ελληνικών επιχειρήσεων. Ακριβώς γιατί οι αιτίες του brain drain είναι σε μεγάλο βαθμό η διάρθρωση της οικονομίας και η έλλειψη επιχειρήσεων  που να παράγουν υπηρεσίες έντασης γνώσης και τεχνολογίας. Και πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες «τρέχουν» οι οικονομίες στα Βαλκάνια, μας δείχνουν ότι η κάθε χώρα πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο αναπτυξιακό πλάνο βασισμένο στα δικά της ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Επίσης απαντά και σε ένα χιλιοειπωμένο και παρωχημένο επιχείρημα ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι το εργασιακό κόστος. Αποδείξαμε ότι γίνεται καθώς: και οι εργασιακές σχέσεις αποκαθίστανται σταδιακά, και οι μισθοί αυξήθηκαν, και η ανεργία μειώθηκε κατά 10 μονάδες και 350 χιλιάδες νέες θέσεις δημιουργήθηκαν στη χώρα.

Στον αντίποδα, πριν την κρίση είχαμε ένα καταστροφικό αναπτυξιακό πλάνο που βασίστηκε σε κατανάλωση και όχι στην παραγωγή υψηλής ποιότητας προϊόντων με εξαγωγικό προσανατολισμό και εκμετάλλευση του εξειδικευμένου και υψηλά καταρτισμένου επιστημονικού δυναμικού της χώρας.

Για αυτό, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας  έχουμε επιτύχει στο τρέχον ΕΣΠΑ, η συνολική δημόσια δαπάνη για την έρευνα και την καινοτομία να ανέρχεται σε 1,5 δις ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου. Το μεγαλύτερο ποσοστό των πόρων αυτών κατευθύνεται σε παρεμβάσεις που συνδέονται με τη στρατηγική της έξυπνης εξειδίκευσης, την έρευνα και τη σύνδεσή της με την παραγωγή.

Τα χρηματοδοτικά εργαλεία που προκηρύσσουμε μέσα από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ΕΠΑΝΕΚ δίνουν βαρύτητα στην υψηλή τεχνολογία, την καινοτομία και τις νεοφυείς επιχειρήσεις, όπως το Ταμείο συμμετοχών Equifund αλλά και άλλα εργαλεία.

Ενεργοποιείται ο Β΄Κύκλος της δράσης «ΕΡΕΥΝΩ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ – ΚΑΙΝΟΤΟΜΩ» . Έχει συνολικό προϋπολογισμό 542,5 εκατ €. Στοχεύει στη σύνδεση της έρευνας και της καινοτομίας με την επιχειρηματικότητα και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, της παραγωγικότητας και της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων προς διεθνείς αγορές, με σκοπό τη μετάβαση στην ποιοτική καινοτόμα επιχειρηματικότητα, την αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας για επιστήμονες

Στα χρόνια που η παρούσα κυβέρνηση έχει τη διακυβέρνηση της χώρας προσπαθήσαμε να υλοποιήσουμε όσα θα έπρεπε να είναι αυτονόητα, σε κάθε τομέα, για μια σοβαρή χώρα που έχει αποφασίσει ότι ακολουθεί μια στοιχειώδη εθνική πολιτική γνωρίζοντας ποιο είναι το συμφέρον της και άρα αξιολογεί τις συνθήκες που διαμορφώνονται και βάζει στρατηγικούς στόχους.  Αυτό όμως ο πολιτικός χώρος μας δεν το ανακάλυψε τώρα, αλλά το επισημαίνει για δεκαετίες ειδικά από τότε που η χώρα έχανε ευκαιρίες εξαιτίας της λανθασμένης προσέγγισής της στο θέμα της Βαλκανικής Συνεργασίας.

Σήμερα, είμαστε εδώ και συζητάμε για το μέλλον έχοντας άλλη μια νέα ευκαιρία, από τις συνθήκες που δημιουργεί για τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή η Συμφωνία των Πρεσπών. Λειτουργεί καταλυτικά στην ανάγκη όλων των λαών για άμβλυνση των ανισοτήτων, κάμψη των εθνικισμών και πολιτική σταθερότητα ως προϋπόθεση της ευημερίας και της κοινωνικής συνοχής τους.

Όπως έχει επισημανθεί εξαρχής από τον Πρωθυπουργό, οι πρωτοβουλίες μας δημιουργούν δυναμική και μεγάλες ευκαιρίες για τη χώρα, τη Βόρεια Ελλάδα, συνολικά τα Βαλκάνια, όπου επιτέλους αναλαμβάνουμε τον υπεύθυνο ρόλο που μας αναλογεί.

Και σε αυτή την περίοδο κατά την οποία  έχει ξεκινήσει η διαπραγμάτευση της επόμενης προγραμματικής περιόδου, μια σημαντική διαδικασία όπου διεκδικούμε την ενίσχυση της πολιτικής συνοχής της Ε.Ε., προκειμένου να κατευθυνθούν πόροι προς τα Βαλκάνια, είναι γεγονός ότι  με τις χώρες που φιλοξενούμε σήμερα έχουμε πολλά κοινά συμφέροντα.