Συγχαρητήρια επιστολή προς τον Διευθυντή, τους Καθηγητές και τη μαθήτρια Δήμητρα Κευσενίδου, του 2ου Γενικού Λυκείου Κομοτηνής, απέστειλε ο Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμων, με αφορμή διήγημα της μαθήτριας για την επέτειο των εκατό χρόνων από την απελευθέρωση και ενσωμάτωση της Θράκης στον εθνικό κορμό.

Η επιστολή του Μητροπολίτη έχει ως εξής:

«Αγαπητοί μου, Χριστός Ανέστη. Με την επιστολή μου αυτή και με αίσθημα ιδιαίτερης τιμής προς τη Διεύθυνση και το Εκπαιδευτικό Προσωπικό της σχολικής σας μονάδας επιθυμώ, ως επίσκοπος της τοπικής Εκκλησίας, να εκφράσω την ικανοποίηση και την ευαρέσκειά μου για το υψηλό λειτούργημα που διακονείτε, της εκπαίδευσης και της διάπλασης του νεανικού χαρακτήρα κατά τα πρότυπα της ελληνορθόδοξης παιδείας. Εν συνεχεία να γνωστοποιήσω τη χαρά μου για την αποκάλυψη του εξαιρετικού ταλέντου της μαθήτριάς σας Δήμητρας Κευσενίδου, η οποία με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από το χαρμόσυνο για τον λαό μας γεγονός της απελευθερώσεως της Θράκης κοινοποίησε δια μέσου του ημερησίου Τύπου την αριστοτεχνική σύνθεση διηγήματος με περιεχόμενο σχετικό προς το εορταζόμενο γεγονός. Χωρίς να διαθέτω το εύρος της θεωρητικής κατάρτισης και την εμπειρία του αντικειμενικού κριτή, επεσήμανα στο κείμενο της ικανότητα της άρτιας χρήσης του λόγου, τη δυνατότητα συμπλοκής του πραγματικού με το φανταστικό, της εναλλαγή της αισθητηριακής περιγραφής με τον εσωτερικό πνευματικό κόσμο. Τα παραπάνω συναποτελούν στοιχεία της δημιουργικής και συνθετικής ικανότητας της μαθήτριας και δηλώνουν την υψηλή στάθμη της πνευματικής καλλιέργειας που έλαβε από το οικογενειακό περιβάλλον και τους δασκάλους της. Τα στοιχεία αυτά λογίζονται ως δωρήματα Θεού που κοσμούν την ανθρώπινη προσωπικότητα. Είναι χαρακτηριστικά που χρησιμοποιήθηκαν για να οικοδομήσουν την εικόνα του ένδοξου παρελθόντος της Θράκης και να περιγράψουν τις ταπεινές συνθήκες διαβίωσης του λαού της στο παρόν, ως απόρροια των πολέμων και της σκλαβιάς. Στο κείμενο το παρελθόν και το παρόν συνδέονται με τις έννοιες της αγάπης, της περηφάνειας, της ελπιδοφόρας αναμονής που κυριαρχούν στη ζωή του τόπου και συγκλίνουν στην έκφραση της ανθρωπιάς σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού βίου.
Πώς μπορεί λοιπόν να μένει ασυγκίνητος εκείνος που απροσδόκητα γίνεται μέτοχος δια μέσου του Τύπου της πνευματικής δυναμικότητας που εκφράζει η νεολαία μας, δυναμικότητα που διαχέεται και δηλώνεται μέσα από τους ποικίλους τομείς των Επιστημών και των Τεχνών στους οποίους επιδίδονται με πάθος οι νέοι; Η αδράνεια προβολής σε τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί συνενοχή υποβάθμισης του εκπαιδευτικού έργου. Συγχαίρω λοιπόν τη δημιουργό του διηγήματος, γιατί με την παρουσία της προκαλεί την αισιόδοξη αντίληψη πως ο οραματισμός και η αναζήτηση της ελευθερίας σε οποιοδήποτε επίπεδο ζωής, η οργανωμένη σκέψη και  η ακτινοβολία της πνευματικής δημιουργίας κατακτούν σταδιακά τη συνείδηση των νέων σε ώρες θολές και δύσκολες για την παγκόσμια κοινωνία, σημαδεμένες από μια κατ’ επίφασιν ελευθερία και ακραία συμπεριφορά στη ζωή και στην τέχνη. Θεωρώ καθήκον της Αρχιερατικής μου ιδιότητας να ενισχύω με οποιονδήποτε τρόπο τέτοιες εξαιρετικές ικανότητες που διευρύνουν την πνευματικότητα του ατόμου. Δέομαι στον πανάγαθο Θεό να χαρίζει υγεία και προκοπή τόσο στη μαθήτρια του Λυκείου σας, όσο και στους γονείς, προθύμους συμπαραστάτες στον αγώνα της για την υλοποίηση των πνευματικών της στόχων. Προσεύχομαι στον Ύψιστο να δίνει δύναμη στους Καθηγητές για να διατηρούν ασίγαστο το πάθος για μετακένωση της γνώσης και σταθερή τη βούληση να παραμένουν ο δυναμικότερος παράγοντας διαμόρφωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας. Ο Μητροπολίτης
Μαρωνείας και Κομοτηνής Παντελεήμων».

Το διήγημα της μαθήτριας Δήμητρας Κευσενίδου

Ανοιξιάτικος αέρας φύσηξε και παρέσυρε μια μικρή ταξιδιώτισσα, σε όλα τα μέρη του κόσμου. Τελευταίο, όμως μέρος τους ταξιδιού της έμελλε να είναι ένα πονεμένο μα περήφανο κομμάτι γης στο βόρειο τμήμα της πιο γαλανόλευκης χώρας.

Η ταξιδιώτισσα ανυπομονούσε να εξερευνήσει το καινούργιο μέρος, στο οποίο είχε προσγειωθεί. Τα γεμάτο λαχτάρα μάτια της, όμως απογοητεύτηκαν όταν συνάντησαν ένα πενιχρό τοπίο. Πέτρες, λιόδεντρα, αμπέλια, κάνα δυο μικρά χωράφια, ένας μικρός λόφος πάνω στον οποίο βρίσκονταν ζώα της φάρμας και θάλασσα να αγκαλιάζει την έρημη στεριά.

«Μα που βρίσκομαι; Σε τι έρημο τόπο με έσυρε ο άνεμος;», αναρωτιόταν. Με το ανήσυχο βλέμμα της άρχισε να αναζητά ένα τρόπο για να φύγει από το άδειο αυτό μέρος που μόνο περήφανο δεν της φάνηκε. Πέρα από τα λιόδεντρα, μέσα στα χωράφια, η μικρή ταξιδιώτισσα διέκρινε μια μεγάλη γυναίκα να καλλιεργεί το αμπέλι. Την πλησίασε και κοντοστάθηκε. Η γυναίκα διαισθάνθηκε μία ξένη παρουσία. Άφησε γρήγορα την δουλειά της, διόρθωσε βιαστικά  τα ανακατεμένα μαλλιά της και αφού χτένισε με την ματιά της την μικρή ταξιδιώτισσα της αποκρίθηκε:

«Τι γυρεύεις εδώ μικρή, όμορφη και αέρινη παρουσία; Δεν είσαι από τον τόπο μας. Τι είναι αυτό που ψάχνεις και αποζητάς να βρεις;»

«Μα, πως το καταλάβατε ότι δεν είμαι από τα μέρη σας;», ρώτησε γεμάτη απορία η ταξιδιώτισσα.

Η γυναίκα της έσκασε ένα χαμόγελο.

«Το δέρμα σου είναι λευκό και το πρόσωπο σου περιποιημένο. Τα μάτια σου καταπράσινα και ακούραστα, ενώ τα χέρια σου ανέγγιχτα. Εδώ το δέρμα όλων έχει χρωματιστεί και το πρόσωπο έχει ζαρώσει από τις αχτίδες του ηλίου. Τα μάτια μας κρύβουν πόνο, χωρίς ποτέ να χάνουν την ελπίδα τους. Τα χέρια μας είναι γεμάτα πληγές επειδή δεν σταματάνε ποτέ να δουλεύουν. Όμως σου λείπει και κάτι άλλο πολύ χαρακτηριστικό. Σου λείπει… το ψάθινο καπέλο!»

«Το ψάθινο καπέλο;»

«Φυσικά! Όλοι στον τόπο μου φορούν. Από πού μας ήρθες λοιπόν;»

«Ο αέρας με έστειλε εδώ! Μου είπε πως αυτό είναι ένα περήφανο μέρος, αλλά μάλλον έκανε λάθος. Ως τώρα μόνο στέρηση αντίκρισα. Ούτε μαγαζιά, ούτε περίφημα σιντριβάνια, ούτε εστιατόρια, ούτε εντυπωσιακές πολυώροφες πολυκατοικίες. Τίποτα το σπουδαίο.»

Το χαμόγελο της γυναίκας έσβησε με τούτα τα λόγια.

«Τέτοια δεν θα βρεις εδώ, όμορφη ταξιδιώτισσα. Ο τόπος αυτός που υποτιμάς, ήταν κάποτε ένα δοξασμένο μεγαλείο ˙ ώσπου το λύγισε η ασχήμια του πολέμου. Δεν είχε αυτές τις πολυτέλειες που αποζητάς και ποτέ δεν θα τις έχει ˙ μα ως και η τελευταία πέτρα του ευλογημένου τούτου τόπου είναι περήφανη… Έλα μαζί μου, θα σου δείξω το χωριό»

Η μικρή ταξιδιώτισσα ακολούθησε με δυσπιστία τη γυναίκα ως το μικρό λόφο. Πίσω από αυτόν κρυβόταν ένα μικρό χωριό, φτιαγμένο από μικρά πέτρινα σπίτια.

«Τι βλέπεις;», ρώτησε η γυναίκα.

«Ένα πέτρινο χωριό», αποκρίθηκε η ταξιδιώτισσα.

«Κοίτα προσεχτικότερα».

Η μικρή τα ταξιδιώτισσα, υπάκουσε. Κοιτούσε διεξοδικά το χωριό, ώσπου κάτι της τράβηξε την προσοχή.

«Βλέπω κατοίκους να δουλεύουν. Να δουλεύουν σκληρά και ασταμάτητα».

«Ακριβώς! Αλλά, μήπως βλέπεις και κάτι άλλο;».

«Χαμογελούν!», είπε έκπληκτη η μικρή ταξιδιώτισσα. «Γιατί χαμογελούν; Δουλεύουν τόσο σκληρά και ζουν μια τόσο φτωχική ζωή. Δεν θα έπρεπε να είναι δυστυχισμένοι;».

«Όπως σου είπα τα μάτια μας είναι γεμάτα πόνο και ελπίδα. Οι άνθρωποι μάχονται για μία καλύτερη ζωή. Αναζητούν την ελευθερία που τους την έκλεψε αδίστακτα ο πόλεμος. Ονειρεύονται αυτές οι φωτεινές αχτίδες του ηλίου, να χρωματίσουν εκτός από το δέρμα τους και την ζωή τους».

«Δεν θα ήταν πιο εύκολο όμως να εγκαταλείψουν τον δυστυχισμένο αυτό τόπο που τους αναγκάζει να δουλεύουν και τους βυθίζει και αυτούς στην δυστυχία του;».

«Μην μπερδεύεσαι όμορφη ταξιδιώτισσα! Δεν είναι δούλοι του τόπου. Δεν τον υπηρετούν. Δεν εργάζονται επειδή είναι χρέος τους, αλλά επειδή είναι δικαίωμά τους».

Με αυτά τα λόγια, η γυναίκα κατάφερε να γεμίσει με απορίες την μικρή περίεργη ταξιδιώτισσα. Πως θα μπορούσε κάποιος να θεωρεί δικαίωμα του ένα άσκοπο αγώνα; Γιατί, να βασανίζουν έτσι την ψυχή και το σώμα τους; Πως μπορούν να ζουν σε ένα τόσο στερημένο μέρος; Γιατί χαμογελούν ακόμα;

«Ντιν-Νταν», οι καμπάνες χτύπησαν και διέκοψαν τις σκέψεις της μικρής ταξιδιώτισσας.

«Τι συμβαίνει;», ρώτησε έντρομη.

Τα μάτια της γυναίκας γέμισαν με δάκρυα χαράς.

«Σήμερα γιορτάζουμε την επέτειο της απελευθέρωσης της θρακικής γης! Λυπάμαι, αλλά δεν θα προλάβω να σου δείξω την αξία αυτού του τόπου. Αν πραγματικά, επιθυμείς να την βρεις τότε κλείσε τα μάτια σου και στρέψου προς το χωριό. Όταν δεν θα ακούς πια τον ήχο της καμπάνας άνοιξε τα».

Η μικρή περίεργη ταξιδιώτισσα, υπάκουσε στα λόγια της γυναίκας. Έκλεισε γρήγορα τα μάτια της και ένιωσε σαν να ονειρεύτηκε αυτόν τον τόπο. Είδε κάθε πέτρα, δέντρο, αμπέλι και χωράφι, σπίτι, κάτοικο και κάθε μικρό ήρωα του τόπου. Είδε την ιστορία του, τον πόνο του και τον αγώνα. Είδε το πράσινο της αθώας φύσης του να εναρμονίζεται γλυκά με το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού. Είδε αγάπη! Βρήκε, επιτέλους, γιατί μάχονταν αυτοί οι άνθρωποι. Το επιθυμούσαν επειδή αγαπούσαν τον τόπο τους. Για αυτό χαμογελούσαν! Βρήκε τι έκανε αυτό το κομμάτι γης τόσο περήφανο… οι άνθρωποι!

Όταν άνοιξε, όμως τα μάτια της, οι κάτοικοι αυτού του πέτρινου μικρού χωριού, καθώς και η γυναίκα που στεκότανε δίπλα της είχαν γίνει όλοι λευκά αγάλματα και τα ψάθινα καπέλα τους έγιναν περιστέρια που πέταξαν ψηλά και μακριά.