• Άρθρο των: Δημητρίου ΧαδόλιαΜαρίας Αγαθοκλέους, Ιατρών Εργασίας, MSc Υγιεινής και Ασφάλειας Εργασίας, Διδακτόρων Ιατρικής Σχολής ΔΠΘ / Χριστίνας Τσίγαλου, MD, PhD, Ιατρού-Βιοπαθολόγου, Επίκουρης Καθηγήτριας Ιατρικής-Μοριακής Μικροβιολογίας ΔΠΘ.

Η  χρήση των γρήγορων τεστ διάγνωσης COVID-19 (rapid tests) που προτείνεται και παρέχεται από πολλούς, εσχάτως, με στόχο τον έλεγχο της εξάπλωσης του ιού, αποτελεί πρακτική που πρέπει να εφαρμόζεται από αρμοδίους, με τον ορθό επιστημονικά τρόπο, και έχοντας λάβει υπ’ όψιν επιδημιολογικές παραμέτρους. Είναι προτεινόμενα για έλεγχο σε κλειστές δομές – γηροκομεία, πύλες εισόδου, κ.λπ. – και πιθανώς να βοηθήσουν στην ανάπτυξη εμβολίων.

Τα rapid tests Ag (αντιγόνου) COVID-19, δεν ενδείκνυνται για διάγνωση και λήψη κλινικών αποφάσεων, παρά μόνο για ερευνητικούς σκοπούς, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (τουλάχιστον μέχρι να επιβεβαιωθούν σε μεγάλης κλίμακας συγκριτικές μελέτες με τα εργαστηριακά μοριακά τεστ).

Η Μοριακή Διάγνωση με την gold standard μέθοδο RT-q PCR (που πρέπει να διακρίνεται από την ισοθερμική-ταχεία, και της οποίας η αξιοπιστία επίσης δεν έχει αποδειχθεί), πρέπει να γίνεται σε κέντρα που συμμετέχουν σε διαδικασίες Εξωτερικού Ποιοτικού Ελέγχου και είναι επίσημα δηλωμένα στον ΗΔΙΚΑ-ΕΟΔΥ, με τις κατάλληλες απαραίτητες/υποχρεωτικές υποδομές και προσωπικό. Επίσης, μόνο αυτά τα εξειδικευμένα κέντρα διαθέτουν την τεχνογνωσία για τη χρήση τεστ εγκεκριμένων από διεθνείς οργανισμούς, καθώς και για τη σωστή λήψη, συλλογή και αποθήκευσή του μέχρι την ανάλυση.

Αρχικά ο νόμος ορίζει πως απαγορεύεται η διάθεση, η λειτουργία, και η χρήση ιατροτεχνολογικών προϊόντων αυτοδιάγνωσης από φυσικά πρόσωπα ως τελικούς χρήστες. Αρμόδιοι για τη χρήση αυτών των μέσων είναι τα νομίμως λειτουργούντα διαγνωστικά εργαστήρια, και δημόσιες δομές υγείας, όπως νοσοκομεία, δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, και ο ΕΟΔΥ. Υπάρχει, δε, υποχρέωση επανάληψης της δοκιμασίας, με τη μέθοδο RT-qPCR, εφόσον το γρήγορο τεστ είναι θετικό, όσο και υποχρέωση δήλωσης-καταγραφής των αποτελεσμάτων (θετικών και αρνητικών) των γρήγορων τεστ, στο Εθνικό Μητρώο Ασθενών COVID-19.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές πως η τέλεση γρήγορων τεστ οφείλει να γίνεται υπευθύνως, αρμοδίως, και με τρόπο συστημικό σε σχέση με την επεξεργασία των επιδημιολογικών δεδομένων που προκύπτουν από τη χρήση τους. H χρήση άλλωστε διαγνωστικών μέσων από αναρμόδιους, μπορεί να αυξήσει το περιθώριο σφάλματός τους λόγω τεχνικών λαθών, πλήττοντας μακροπρόθεσμα σε επίπεδο κοινής γνώμης τη διαγνωστική αξιοπιστία τους.

Εύλογα κανείς ίσως αναρωτηθεί: Είναι άραγε τα ανωτέρω μη αποδεκτοί ηθικά φραγμοί στην πρόσβαση του κοινού σε έναν γρήγορο, και ίσως φθηνό τρόπο διάγνωσης; H απάντηση είναι σαφώς αρνητική, διότι η εξαγωγή αποτελεσμάτων μειωμένης αξιοπιστίας και η υποβολή σε τεστ χωρίς την κατανόηση βασικών επιδημιολογικών παραμέτρων μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένους καθησυχασμούς αλλά και σε αχρείαστους συναγερμούς.

Ως προς αυτό, ενδιαφέρον έχουν τα κάτωθι παραδείγματα:

Το ισχύον πρωτόκολλο διαχείρισης κρούσματος στον δημόσιο τομέα του ΕΟΔΥ, αναφέρει χαρακτηριστικά:

“Ο εργαζόμενος με θετικό μοριακό τεστ μπορεί να επιστρέψει στην εργασία του μετά την παρέλευση τουλάχιστον δεκαημέρου από την έναρξη των συμπτωμάτων ΚΑΙ την πάροδο 24 ωρών από την πλήρη υποχώρηση του πυρετού (χωρίς τη λήψη αντιπυρετικών) και ύφεση των συμπτωμάτων του. Για την επάνοδο των επιβεβαιωμένων περιστατικών δεν απαιτείται η διενέργεια νέου τεστ”.

Τι θα συμβεί λοιπόν αν ο υπάλληλος που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω παραγράφου και έχει λάβει από τον ΕΟΔΥ την απάντηση να επιστρέψει στην εργασία του χωρίς νέο τεστ, αποφασίσει να δράσει καθ΄ υπερβολή αναζητώντας υπηρεσίες διάγνωσης σε αναρμόδιους παρόχους; Nέο δήθεν θετικό κρούσμα, νέος πανικός, νέες άτυπες (άτυπες γιατί ο αναρμόδιος πάροχος θα δώσει πιθανότατα μια προφορική απάντηση νίπτοντας τας χείρας του), ιχνηλατήσεις.

Σε μια άλλη περίπτωση, αν ο ΕΟΔY συστήσει σε άτομο να αυτοπεριοριστεί για κάποιο χρονικό διάστημα στην οικία του αυτοεπιτηρούμενος, ή να επανέλθει στην εργασία του τηρώντας κάποια προληπτικά μέτρα, είναι άραγε προς το υγειονομικό αλλά και το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον ο καθησυχασμός του μέσω μιας πιθανής αρνητικής διάγνωσης από αναρμόδιους, με την όποια επίπτωση αυτή μπορεί να έχει στην εν γένει στάση του έναντι των προληπτικών μέτρων;

Συνεπώς οι έλεγχοι για τη λοίμωξη από COVID-19 οφείλουν να γίνονται όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο βάσει επιδημιολογικών κριτηρίων, από εξειδικευμένους παρόχους. Το σύνολο, δε, των αξιόπιστων αποτελεσμάτων, πρέπει να καταχωρείται και να επεξεργάζεται επιδημιολογικά αρμοδίως. Η καταφυγή σε καθ΄ υπερβολήν ενέργειες, και η απαίτηση για πολύ μεγάλο αριθμό τεστ από αναρμόδιους παρόχους, στον βαθμό που μόνο με την εμπλοκή τους μπορεί να καλυφθεί μια τόσο μεγάλη ζήτηση, μπορεί να οδηγήσει σε ολέθρια υγειονομικά όσο και κοινωνικοοικονομικά αποτελέσματα, με συνέπειες τραγικές για όλα τα συστήματα Υγείας.

Κλείνοντας, θα έλεγε κανείς, πως για τον αποτελεσματικό έλεγχο της κρίσιμης κατάστασης, την ανάληψη της ευθύνης διενέργειας των τεστ, και τη λήψη και επεξεργασία των αποτελεσμάτων, απαιτείται, όπως και στη μουσική, ένας μαέστρος, και όχι δυνατές ασυντόνιστες τρομπέτες στις οποίες κάποιες φορές ίσως πνέουν ο καιροσκοπισμός ή η κερδοσκοπία…