Πρόταση νόμου για αύξηση του κατώτατου μισθού κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ με πρωτοβουλία του προέδρου του Αλέξη Τσίπρα.

Η πρόταση προβλέπει αύξηση κατά 7,5% το 2020 και 7,5% το 2021, επιστροφή της αρμοδιότητας καθορισμού του κατώτατου μισθού στους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους μέσω εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας από 1.1.2022, καθώς και την καθολική επαναφορά του επιδόματος γάμου.

“Στόχος μας είναι η πλήρης αποκατάσταση των μισθολογικών απωλειών των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα από το συντριπτικό πλήγμα του δευτέρου μνημονίου, και η ενίσχυση της βιοποριστικής λειτουργίας του μισθού”, τόνισε η βουλευτής επικρατείας και τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Έφη Αχτσιόγλου, συμπληρώνοντας: “Μετά την αύξηση κατά 11% το 2019, και την κατάργηση του υποκατώτατου για τους νέους, από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η δυναμική αύξηση του κατώτατου μισθού πρέπει να συνεχιστεί. Τούτο συνιστά την ελάχιστη προϋπόθεση ώστε η οικονομική ανάπτυξη που σημειώνεται στη χώρα να μην αφορά τους ελάχιστους αλλά τους πολλούς”. Πρόσθεσε, δε, πως “η στάση της ΝΔ με την υπαναχώρηση ακόμα και από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις για μια ανεπαρκή αύξηση του κατώτατου μισθού, αποδεικνύει πόσο κενό περιεχομένου ήταν το σύνθημά της για «πολλές και καλές δουλειές». Από την πλευρά μας καταθέτουμε μια συγκεκριμένη και ρεαλιστική πρόταση με μέριμνα την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων, και καλούμε κάθε πολιτική δύναμη να αναλάβει τις ευθύνες της”.

Από την αξιωματική αντιπολίτευση, υπενθυμίζουν πως “τον Φλεβάρη του 2019, με την αύξηση 11% που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, 600.000 εργαζόμενοι είδαν τους μισθούς τους να αυξάνονται στα 650 ευρώ τον μήνα, ενώ ακόμα 280.000 είδαν έμμεσες αυξήσεις λόγω της αύξησης των επιδομάτων που υπολογίζονται βάσει του κατώτατου μισθού. Επίσης, 65.000 νέοι εργαζόμενοι είδαν μηνιαίες αυξήσεις ως και 27% λόγω της κατάργησης του υποκατώτατου”, και επισημαίνουν: “Σήμερα, με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για νέα αύξηση 7,5% το 2020, 800.000 εργαζόμενοι θα δουν τους μισθούς τους να ανεβαίνουν στα 698 ευρώ (48 ευρώ αύξηση), ενώ ακόμα 280.000 εργαζόμενοι θα δουν εκ νέου έμμεσες αυξήσεις λόγω της αύξησης των επιδομάτων. Και με επιπλέον αύξηση 7,5% το 2021, οι 800.000 αυτοί εργαζόμενοι θα δουν νέες αυξήσεις 53 ευρώ, με τον μηνιαίο μισθό τους να διαμορφώνεται στα 751 ευρώ, ενώ αντίστοιχες αυξήσεις θα δουν και οι 280.000 εργαζόμενοι λόγω της περαιτέρω αύξησης των επιδομάτων”.

Σε δήλωσή του ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, απευθύνει το ερώτημα: “Θα στηρίξει ο κ. Μητσοτάκης τους εργαζόμενους, ή τα οικονομικά συμφέροντα;”. Συγκεκριμένα, τονίζει:

“Πριν από έναν χρόνο προχωρήσαμε στην αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% και στην παράλληλη κατάργηση του υποκατώτατου. Σήμερα, ένα χρόνο μετά, καταθέτουμε πρόταση νόμου για νέα αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 7,5% το 2020 και 7,5% το 2021, δηλαδή 698 ευρώ για φέτος και 751 ευρώ για τον επόμενο χρόνο. Παράλληλα, από το 2022 και μετά, η αρμοδιότητα για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού να επιστρέψει στους κοινωνικούς εταίρους. Ενάμισι χρόνο μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια, οι προβλέψεις της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνουν την αποκατάσταση των απωλειών που είδαν οι εργαζόμενοι στους μισθούς τους την περίοδο 2010-2014, όταν με μία απλή υπουργική απόφαση εξανεμίστηκαν στο όνομα δήθεν της ανταγωνιστικότητας. Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού είναι το ελάχιστο που οφείλει να κάνει η κυβέρνηση προκειμένου να ενισχύσει και τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και την αγοραστική τους δύναμη, τονώνοντας ακόμη περισσότερο την κατανάλωση και την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας. Γιατί η ανάπτυξη, ή θα είναι κοινωνικά δίκαιη ή δεν θα υπάρξει. Ο κ. Μητσοτάκης που προεκλογικά έταζε «πολλές και καλές δουλειές» και δήθεν αύξηση του κατώτατου μισθού στο διπλάσιο του ρυθμού ανάπτυξης, οφείλει τώρα να πάρει ξεκάθαρη θέση. Θα στηρίξει έστω και μια φορά τους εργαζόμενους, ή θα συνεχίσει όπως ξέρει, να στηρίζει μονάχα τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα;”.

 

Η ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

“Οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα υπέστησαν συντριπτικές μειώσεις στα εισοδήματά τους, ως αποτέλεσμα κυρίως της αναστολής λειτουργίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της μείωσης του κατώτατου μισθού το 2012. Η τότε κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ πιστή στο δόγμα της εσωτερικής υποτίμησης προέκρινε ως το κύριο μέσο για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης τη μείωση των μισθών. Προχώρησε έτσι στη δια νόμου μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% και κατά 32% για τους νέους. Ως αποτέλεσμα, οι πραγματικοί ετήσιοι μισθοί μειώθηκαν κατά 18% και η μερική απασχόληση αυξήθηκε κατά 28%. Οι εν λόγω πολιτικές όχι μόνο δεν κατόρθωσαν να περιορίσουν τη συνεχώς αυξανόμενη ανεργία, η οποία προσέγγισε το 28% συνολικά και ξεπέρασε το 60% στους νέους αλλά επιδείνωσαν ραγδαία την ποιότητα των θέσεων εργασίας με την Ελλάδα να καταλαμβάνει το 2015 μία από τις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Ως επιπλέον συνέπεια μεγάλο τμήμα του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού μετανάστευσε στο εξωτερικό, θέτοντας σε κίνδυνο τις οικονομικές προοπτικές της χώρας. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θέτοντας στο επίκεντρο της πολιτικής της την αντιστροφή αυτής της κατάστασης έλαβε συγκεκριμένα μέτρα για την ενίσχυση του εισοδήματος και της διαπραγματευτικής θέσης των εργαζομένων αλλά και για την άμβλυνση της εισοδηματικής ανισότητας ώστε να αντιστραφεί ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης και να ενισχυθεί το δίχτυ κοινωνικής προστασίας, τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τους ανέργους. Στο πλαίσιο αυτό, προχώρησε μεταξύ άλλων στην αύξηση του κατώτατου μισθού το 2019 κατά 11% και στην κατάργηση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους, οδηγώντας τους σε σημαντική αύξηση 27%. Αντίθετα η σημερινή κυβέρνηση της ΝΔ με χειρουργικά χτυπήματα στο θεσμικό πλαίσιο επιδεινώνει διαρκώς τη θέση των εργαζομένων αφαιρώντας τους κεκτημένα δικαιώματα. Η πολιτική αυτή εξάλλου δεν είναι μόνο επιζήμια για τους εργαζόμενους αλλά αποδεικνύεται στην πράξη και αντιαναπτυξιακή καθώς μειώνει την εγχώρια ζήτηση ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως αντικίνητρο για την στροφή του παραγωγικού μοντέλου στην καινοτομία και την ποιότητα καθώς επιδιώκει να στηρίξει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στο χαμηλό εργατικό κόστος και τη γενικευμένη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Η πορεία αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Ιδίως μάλιστα όταν η σημερινή κυβέρνηση φαίνεται να υπαναχωρεί ακόμη και από τις προεκλογικές της δεσμεύσεις για ανεπαρκή μεν αλλά αύξηση του κατώτατου μισθού. Ωστόσο μετά την έξοδο από τα μνημόνια και την αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή είναι ελάχιστη υποχρέωση του κράτους να αποκαταστήσει τις απώλειες που το ίδιο προκάλεσε με αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας στους μισθούς των εργαζομένων, πριν παραδώσει την αρμοδιότητα καθορισμού του ελάχιστου μισθού σε αυτούς που πραγματικά ανήκει, δηλαδή τους κοινωνικούς ανταγωνιστές. Θα δημιουργούσε εξάλλου ισχυρό ανταγωνιστικό μειονέκτημα στην εργατική πλευρά η επιστροφή της αρμοδιότητας καθορισμού του κατώτατου μισθού στη διαπραγμάτευση των κοινωνικών ανταγωνιστών προτού αποκατασταθεί στο επίπεδο που οι ίδιοι είχαν διαμορφώσει το 2011, λίγο πριν δηλαδή παρέμβει η κρατική λειτουργία και τον μειώσει. Το παρόν άρθρο ορίζει ένα σαφή οδικό χάρτη ισόποσης αύξησης του κατώτατου μισθού για μια διετία και εν συνέχεια προβλέπει την επαναφορά του καθορισμού του μέσω εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας. Συγκεκριμένα η πρόταση προβλέπει αύξηση κατά 7,5% το 2020 και 7,5% το 2021 και επιστροφή της αρμοδιότητας καθορισμού του κατώτατου μισθού στους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους μέσω εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας από 1.1.2022. Προβλέπει επίσης την καθολική επανίσχυση του επιδόματος γάμου”.

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ «ΑΥΞΗΣΗ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ»

“1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι 31.12.2020 ο νόμιμος κατώτατος μισθός των υπαλλήλων ορίζεται σε 698,75 ευρώ και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών ορίζεται σε 31,22 ευρώ.  Από 1.1.2021 ο νόμιμος κατώτατος μισθός των υπαλλήλων ορίζεται σε 751,16 ευρώ και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών ορίζεται σε 33,56 ευρώ. Επί των ως άνω ποσών καταβάλλεται επίδομα γάμου ανερχόμενο σε ποσοστό 10%. Περαιτέρω ο ως άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων, προσαυξημένος με το επίδομα γάμου προσαυξάνεται περαιτέρω με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω, ενώ το ως άνω κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών προσαυξημένο με το επίδομα γάμου προσαυξάνεται περαιτέρω με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω. Οι ως άνω προσαυξήσεις προϋπηρεσίας καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα. Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο από το εδώ καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο. Όπου στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται αναφορά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) ως τέτοιος νοείται ο εδώ νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο για όσο χρόνο θα ισχύσει το παρόν άρθρο.

2. Από 1.1.2022 ο ελάχιστος μισθός, όπως και το ελάχιστο ημερομίσθιο καθορίζονται κάθε φορά με Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 1876/1990.

3. Το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.11 του Ν. 4093/2012 και το άρθρο 103 του Ν. 4172/2013, περί καθορισμού νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου καταργούνται”.

Advertisement