• του Τάσου Α. Καπλάνη*

Για πρώτη φορά μια γυναίκα αναδείχθηκε στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της χώρας. Πώς θα την προσφωνούμε όμως; Η κυρία Πρόεδρος; Η κυρία Προεδρίνα; Υπάρχει άλλη λύση; Σε πολλές/ούς ομιλήτριες/ητές, το «η κυρία Πρόεδρος» φαίνεται εύλογη επιλογή. Έχει όμως ένα σοβαρό πρόβλημα (που το έχει η ίδια η κοινωνία στην οποία ζούμε): ως επιλογή δηλώνει ότι μια γυναίκα για να υπάρξει γλωσσικά σε ένα ανώτερο αξίωμα (εν προκειμένω στο ανώτατο πολιτειακό), πρέπει να είναι…άντρας! ΠρόεδρΟΣ δηλαδή. Όχι Προεδρίνα ή οποιοδήποτε άλλο θηλυκό ουσιαστικό. Το ζήτημα με τα θηλυκά επαγγελματικά δεν είναι νέο και δεν αφορά μόνο τα ελληνικά. Δεν πέρασε ένας χρόνος (Φεβρουάριος 2019), από τότε που η (συντηρητική) γαλλική Ακαδημία αποφάσισε τελικά να δέχεται θηλυκούς τύπους και συγκεκριμένα το Madame la Présidente (κυρία προεδρίνα δηλαδή) – ύστερα από τον σάλο που είχε ξεσπάσει τον Οκτώβριο του 2014, όταν ένας βουλευτής είχε αποκαλέσει Madame le Président (κυρία πρόεδρο δηλαδή), την προεδρεύουσα της συνεδρίασης (αντί του ορθού, σύμφωνα με τον Κανονισμό της γαλλικής Εθνοσυνέλευσης, Madame la Présidente). Εδώ όμως, φευ, δεν είναι Γαλλία, και το δικό μας αντίστοιχο Σώμα, η Βουλή των Ελλήνων (αναρωτιέμαι: όχι και των Ελληνίδων;), δεν έχει ακόμη υιοθετήσει, όσο ξέρω, επίσημα στον Κανονισμό του, ούτε καν τους θηλυκούς τύπους “βουλεύτρια” ή “βουλευτίνα” ως ορθότερους του «αρσενικοθήλυκου» (όπως έλεγαν οι παλιοί δημοτικιστές) η “βουλευτής”, παρ’ όλο που βουλεύτριες υπάρχουν στην ελληνική Βουλή από το 1953. Για προεδρίνες, βέβαια, ούτε λόγος (παρ’ όλο που η πρώτη προεδρίνα της Βουλής ήταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου το 2015). Αργά ή γρήγορα πάντως (αν και συνήθως αργά), οι γυναίκες καταλαμβάνουν ανώτατες θέσεις και αξιώματα και στην Ελλάδα. Όμως ο γλωσσικός σεξισμός εξακολουθεί να τους επιβάλλει να παραμένουν αόρατες και να υπάρχουν μόνο μέσα από τη χρήση αρσενικών τύπων (με την προσθήκη ενός θηλυκού άρθρου). Κι αυτό, σε μια γλώσσα που, και γραμματικά γένη έχει, και ξεκάθαρα κλιτικά παραδείγματα, που θα μπορούσαν εύκολα να δημιουργήσουν ορθούς γλωσσικούς τύπους, κοινά αποδεκτούς και εύχρηστους. Η γλώσσα όμως ποτέ δεν είναι αθώα: αντίθετα, είναι όχημα ιδεολογίας και άσκησης εξουσίας, ρηματικής, διάχυτης, πανίσχυρης. Για να πάει κάποια/ος κόντρα στις προκαταλήψεις με τις οποίες έχει συγκροτηθεί ως υποκείμενο, και στις ιδεοληψίες που έχει υιοθετήσει ως «φυσικές» και «δεδομένες» (ενώ μόνο τέτοιες δεν είναι), χρειάζεται γνώση και τόλμη. Χρειάζεται να σκύψει πάνω στη γλώσσα και να τη μελετήσει απροκατάληπτα, για να δει λ.χ. ότι τα αρσενικά σε -τής, σχηματίζουν (σχεδόν καθολικά) θηλυκά σε -τρια (καθαριστής/καθαρίστρια, καθηγητής/καθηγήτρια κ.ο.κ.), για να καταλάβει επίσης ότι οι τύποι “βουλευτίνα” ή “δικαστίνα” που υιοθετήθηκαν, όσο υιοθετήθηκαν, ήταν προϊόντα προκαταλήψεων της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1950 (ακόμη και των δημοτικιστών), και ότι τόσο η δικάστρια όσο και η βουλεύτρια, είναι οι γραμματικά ορθοί και γλωσσικά συνεπείς τύποι που θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται. Κατόπιν, βέβαια, χρειάζεται τόλμη, ατομική πια, για να τους υιοθετήσει στον λόγο της/του. Με τα θηλυκά των αρσενικών σε -ος, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα (και έχουν και εδώ ευθύνη οι παλιότεροι δημοτικιστές, που όμως πρέπει να μελετηθεί μες στα ιστορικά της συμφραζόμενα σε καταλληλότερο χώρο). Τα αρσενικά σε -ος πάντως σχηματίζουν κατά κανόνα θηλυκά σε -η (αδελφός-αδελφή, έφηβος-έφηβη, φίλος-φίλη, ακόμη και νεαρός-νεαρή και όχι νεαρά), και το ότι από αυτόν τον σχηματισμό εξαιρέθηκαν τα επαγγελματικά σε -ος, μόνο προβλήματα δημιούργησε – και μια πολυτυπία που έδρασε ανασταλτικά προς την καθιέρωση μέσα από τη χρήση κάποιων κοινών τύπων (η γιατρίνα; η γιάτραινα; η γιατρέσσα; Πονοκέφαλος! Ας λέμε η γιατρός να ξεμπερδεύουμε…). Η κ. Σακελλαροπούλου, πάντως, δεν χρειάζεται να αποποιηθεί γλωσσικά το φύλο της. Δεν χρειάζεται να γίνει ΠρόεδρΟΣ. Ας είναι η πρώτη Προεδρίνα της Δημοκρατίας. Ή, αν μας ενοχλεί αυτός ο τύπος ως «λαϊκός», «υποτιμητικός» ή ό,τι άλλο, ας νεολογίσουμε με βάση το κλιτικό παράδειγμα και ας την πούμε Πρόεδρη. Δεν είμαστε πια στο 1950. Η κοινωνία έχει προχωρήσει. Και πιστεύω ότι τόσο γλωσσικά όσο και κοινωνικά είναι πλέον ωριμότερη και μπορεί να πάει πιο μπροστά, με γνώση, επίγνωση και τόλμη.

* μόνιμος επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ.

πηγή: efsyn.gr

επιμέλεια: inkomotini.news

Advertisement