Της Ευφροσύνης Στεργιοπούλου,

Φοιτήτριας Νομικής ΔΠΘ

Ένα φλέγον ζήτημα που απασχολεί τον τελευταίο καιρό τους δικηγόρους είναι η τοποθέτηση POS για τη διενέργεια των συναλλάγών τους. Παρόλο που η διάταξη άλλαξε το τελευταίο εξάμηνο με δύο νόμους(4446/2016 και 4472/2017) έχει ήδη διαπιστωθεί ότι ανακύπτουν σκιές και εμπόδια πριν καλά-καλά το μέτρο τεθεί σε απόλυτη ισχύ.

Κατόπιν αίτησης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.), η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων γνωμοδότησε ως προς την νομιμότητα της εν λόγω Κ.Υ.Α. και έκρινε ομόφωνα ότι, κατά το μέρος που περιλαμβάνει και τους δικηγόρους στο πεδίο εφαρμογής της, βρίσκεται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 65 του ν. 4446/2016, διότι το άρθρο αυτό, ακόμη και μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 74 του ν. 4472/2017, δεν έχει εφαρμογή στους δικηγόρους, οι λήπτες των υπηρεσιών των οποίων δεν είναι «καταναλωτές» που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4446/2016.

Ωστόσο, παρ’ όλες τις διαφορετικές απόψεις που εκφράστηκαν, η Αρχή έκρινε ότι πλην της υπέρβασης των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, η υποχρέωση τοποθέτησης POS στα δικηγορικά γραφεία δεν αντιτίθεται στις ουσιαστικές προϋποθέσεις επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων.

Η Ολομέλεια των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας, σημειώνει ότι η τυχόν ενεργοποίηση και εκτέλεση της Κ.Υ.Α. από τη διοίκηση, με την επιβολή προστίμου σε βάρος δικηγόρου που δεν εγκατέστησε POS, «είναι παράνομη» λόγω παραβίασης, όχι της γνωμοδότησης της Αρχής, αλλά «της ουσιαστικής νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων (άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ ν. 2472/1997)».

Κατά συνέπεια, η Ολομέλεια κρίνει ότι στην περίπτωση που ο δικηγόρος δεν προβεί στην τοποθέτηση POS, και εξ αυτού του λόγου του επιβληθεί η προβλεπόμενη στην ισχύουσα Κ.Υ.Α. κύρωση του προστίμου, έχει τη δικονομική δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα ένδικα βοηθήματα.

Γίνεται, κατανοητό σε όλους, λοιπόν, άμεσα ενδιαφερομένους και μη, ότι οι απόψεις διίστανται και το θέμα παραμένει «μετέωρο» και αυτό γιατί η θέσπιση του εν λόγω μέτρου δεν έλαβε υπόψη τη θέση των δικηγόρων ως συλλειτουργών της δικαιοσύνης, πράγμα μη αξιέπαινο για μια χώρα που προτάσσει το δημοκρατικό πολίτευμα και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.