Την ικανοποίησή του για την έναρξη του έργου «Interreg Floodguard 2014-2020/Εφαρμογή πολιτικών για την αντιπλημμυρική προστασία της Λεκάνης του ποταμού Έβρου», που κήρυξε στην Αλεξανδρούπολη ο αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος & Ενέργειας  Σωκράτης Φάμελλος, σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ειδική Γραμματεία Υδάτων, εξέφρασε ο Προϊστάμενος Πολιτικής Προστασίας της Περιφέρειας ΑΜ-Θ, Κώστας Χουβαρδάς.

«Επιτέλους φαίνεται ότι «ξεκολλάει» το πρόγραμμα που αφορά την έγκαιρη προειδοποίηση για τον πλημμυρικό κίνδυνο στον ποταμό Έβρο, προϋπολογισμού 1,4 εκατομμυρίων ευρώ», σχολίασε χαρακτηριστικά.

Πάντως, στην παρέμβασή του κατά την παρουσίαση του έργου, έθεσε το θέμα της διαλειτουργικότητας του συστήματος με τα ήδη υπάρχοντα συστήματα σε Ελλάδα, Βουλγαρία, Τουρκία, καθώς και το θέμα των ανοιχτών δεδομένων και των ανοιχτών τεχνολογιών υλοποίησής του. Επισήμανε ότι «πρέπει να διασαφηνιστούν οι ρόλοι, σε μια πλημμύρα, της Πολιτικής Προστασίας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, και της Πολιτικής Προστασίας της Περιφέρειας ΑΜ-Θ», τονίζοντας: «Η Αυτοτελής Διεύθυνση Πολιτικής Προστασία της Περιφέρειας ΑΜ-Θ, δεν συμμετέχει ούτε στο πρόγραμμα αλλά ούτε και στις συναντήσεις, παρά μόνο εκφράζει την άποψή της μέσω της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, ενώ ουσιαστικά εκείνη είναι επιφορτισμένη με τον συντονισμό και τη διαχείριση της κατάστασης σε ότι αφορά τον τομέα της Πολιτικής Προστασίας σε πλημμυρικά φαινόμενα στον ποταμό Έβρο, αλλά και την έγκαιρη προειδοποίηση και τη λήψη μέτρων για την παρέβρια περιοχή».

  • Σ. Φάμελλος: «Υλοποιούμε το περιεχόμενο της κοινής διακήρυξης που υπέγραψαν τον Αύγουστο 2016 οι Πρωθυπουργοί Ελλάδας και Βουλγαρίας ως προς τη δυναμική συνεργασία των δύο κρατών σε θέματα διαχείρισης πλημμυρών και έγκαιρης προειδοποίησης πλημμυρικών φαινομένων»

«Όταν αναλάβαμε τη διακυβέρνηση η Ελλάδα δεν είχε ούτε Σχέδια Λεκανών Απορροής Ποταμών, ούτε Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνου Πλημμύρας. Και τα δύο αυτά εργαλεία είχαν πολυετή καθυστέρηση, και ως χώρα είχαμε λάβει προειδοποιητικές ποινές από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή», ανέφερε ο Σωκράτης Φάμελλος, προσθέτοντας ότι «παρά τις δημοσιονομικές δυσκολίες το ΥΠΕΝ ολοκλήρωσε και τις δύο αυτές ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, γλιτώνοντας πρόστιμα για τη χώρα».

«Σήμερα, υλοποιούμε εδώ το περιεχόμενο της κοινής διακήρυξης που υπέγραψαν τον Αύγουστο 2016 οι Πρωθυπουργοί Ελλάδας και Βουλγαρίας ως προς τη δυναμική συνεργασία των δύο κρατών σε θέματα διαχείρισης πλημμυρών και έγκαιρης προειδοποίησης πλημμυρικών φαινομένων», συνέχισε ο Σωκράτης Φάμελλος, διευκρινίζοντας ότι «το Πρόγραμμα Interreg αποτελεί εργαλείο που θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλες τις διασυνοριακές λεκάνες, όπως αυτές που σχηματίζουν για παράδειγμα οι ποταμοί Νέστος, Στρυμώνας, Αξιός κ.ά.».

«Το συγκεκριμένο εργαλείο θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ανταλλαγής τεχνολογίας και τεχνογνωσίας και με άλλες Βαλκανικές χώρες. Στοχεύουμε σε ένα κοινό βαλκανικό μέλλον, με ειρήνη, συνεργασία, σταθερότητα και εργασία», τόνισε επίσης ο αναπλήρωτής ΥΠΕΝ. Ωστόσο, επεσήμανε ότι «η επιτυχής υλοποίηση του προγράμματος Interreg Ελλάδας – Βουλγαρίας θα κριθεί από το εάν αφήσει πράγματι οικονομικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης». Όπως χαρακτηριστικά, είπε, «δεν αρκεί να πούμε ότι κηρύσσουμε σήμερα ένα έργο ύψους 1,4 εκατ. ευρώ, αλλά θα πρέπει όλοι να αποδείξουμε ότι μπορούμε να ανταποκριθούμε στις διοικητικές και τεχνολογικές απαιτήσεις του. Προφανώς αυτό θα είναι και ένα από τα επίδικα των εκλογών της 7ης Ιουλίου, με δεδομένο ότι δεν έχουν όλες οι παρατάξεις την ίδια άποψη για την ενίσχυση των υπηρεσιών και την τεχνογνωσία του Δημοσίου, που όμως είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να δουλεύει σωστά ο ιδιωτικός τομέας». «Το Πρόγραμμα Interreg Ελλάδας-Βουλγαρίας αποτελεί λοιπόν ένα στοίχημα», πρόσθεσε ο κ. Φάμελλος, και κατέληξε υπογραμμίζοντας: «Θα διαπιστωθεί στην πράξη εάν θα έχουμε υψηλή αποτελεσματικότητα και εάν το συγκεκριμένο εργαλείο θα αποτελέσει την αφετηρία και για άλλα παρόμοια προγράμματα. Για την επιτυχία του χρειάζεται η συνεργασία αλλά και ο έλεγχος όλων των εμπλεκομένων: της διαχειριστικής αρχής, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της τοπικής κοινωνίας, των επιστημονικών και παραγωγικών φορέων της ευρύτερης περιοχής. Διότι, κανείς δεν μπορεί πλέον να παραλείψει το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής και την ανάγκη σχεδιασμού μιας κλιματικά ουδέτερης κοινωνίας και οικονομίας».

Advertisement