Ο Μανόλο ο γκρι γάτος είχε την ατυχία να πέσει σε αφέντη φτωχό και να περάσει χρόνια δύσκολα. Το φαγητό του συνήθως ήταν μια χούφτα κροκέτα πέμπτης διαλογής μαζί με κάποια αποφάγια που τού ‘ριχνε όποτε θυμόταν το αφεντικό του. Έτσι υποσιτισμένος καθώς ήταν αναγκαζόταν να γυρνά όλη τη γειτονιά, να κοιτά τους ανθρώπους στα μάτια με την ελπίδα να του ρίξουν κάτι, να σκίζει σακούλες σκουπιδιών ψάχνοντας τροφή μέσα σε κάδους απορριμμάτων. Συντροφιά του οι άλλοι κεραμιδόγατοι της γειτονιάς όλοι τους ημίαιμοι και το ίδιο κακοζωισμένοι. Οι πιο ευτυχισμένες του μέρες ήταν τότε που μαζεύονταν στο σπίτι οι φίλοι του αφεντικού του. Κάποιοι άνθρωποι λαϊκοί, μαζί όμως με άλλους που του φαίνονταν ευκατάστατοι και άνετοι. Αυτοί οι τελευταίοι παρ’ ότι είχαν υιοθετήσει τα φερσίματα και τα ντυσίματα ανθρώπων σαν το αφεντικό του, ξεχώριζαν εύκολα λόγω του επιτηδευμένου ύφους και συμπεριφοράς τους. Κι όλοι μαζί, πλούσιοι και φτωχοί έκαναν μια μεγάλη παραγγελία σε τρόφιμα και ποτά, καθόταν γύρω από το τραπέζι και μιλούσαν. Μιλούσαν για την κοινωνική αδικία, τη Βενεζουέλα, για το κατεστημένο των παπάδων και των πολιτικών, για τη Σοβιετική Ένωση και για άλλα πολλά. Όλα αυτά άφηναν παγερά αδιάφορο τον  Μανόλο το γάτο που γυρόφερνε γύρω και κάτω από το τραπέζι περιμένοντας να του πετάξουν ότι περίσσευε από τα πιάτα τους. Αυτές ήταν  οι ωραιότερές του μέρες, οι λίγες που πήγαινε για ύπνο χορτάτος. Τις υπόλοιπες βλαστήμαγε ψάχνοντας στη γειτονιά και στα σκουπίδια για φαγητό. Θυμόταν τους πιο καλοστεκούμενους φίλους του αφέντη του που ερχόταν στο σπίτι τους παραγγέλνοντας πλήθος εδεσμάτων και τους καταριόταν μέσα του γιατί δεν έκαναν κάτι πιο δραστικό ώστε να βοηθήσουν τον αφέντη του πού ‘βγαζε το μεροκάματο ως υπάλληλος καταστημάτων εστίασης, ώστε αυτός με τη σειρά του να καλοπροσέχει και να καλοταΐζει αυτόν, τον Μανόλο τον αγαπημένο του γάτο. Κι έμελλε τελικά να τον βοηθήσουν. Όχι όμως δια της οικονομικής στήριξης, των δανεικών ή κάποιας μορφής ελεημοσύνης. Άλλωστε ποτέ δεν είχαν δείξει έμπρακτη πρόθεση επίδειξης τέτοιας μορφής αλληλεγγύης. Η βοήθεια ήρθε μαζί με τη δικαίωση των κοινωνικών αγώνων αυτής της παράταιρης παρέας. Τότε που οι πιο ευκατάστατοι από τους παλιούς συντρόφους γίναν εξουσία κι οι φίλοι τους, οι άνθρωποι σαν τον αφέντη του, παρατρεχάμενοι της. Και νά ‘σου τότε ξαφνικά στον αφρό αφέντης και γάτος. Από άνθρωπος του μεροκάματου, περιζήτητος σύμβουλος επιχειρήσεων και σύνδεσμος με την εξουσία ο αφέντης, κι από λιμάρης κεραμιδόγατος, καλοζωισμένη γάτα σαλονιού ο Μανόλο ο γάτος. Η καινούργια του ζωή που είχε ξεκινήσει εδώ και τρία χρόνια περίπου ήταν ένα πραγματικό όνειρο. Ξάπλωνε στην παχιά μοκέτα του καινούργιου ζεστού σπιτιού του χωρίς πια να τον νοιάζει η αναζήτηση φαγητού. Ότι εκλεκτότερο από φιλέτο μέχρι την καλύτερης ποιότητας διαφημιζόμενη γατοτροφή τον περίμεναν στο κουπάκι της τροφής του που γέμιζε τρεις φορές τη μέρα. Όταν ένιωθε κάποια πλήξη του άρεσε να παίζει με τα λούτρινα παιχνιδάκια του κι όταν κουραζόταν ξάπλωνε στο χαλάκι του μπροστά στο τζάκι. Κάποτε μόνο τον ξάφνιαζαν κάποιες κυρίες που τον έπαιρναν αγκαλιά τους για να τον κάνουν μπάνιο και στη συνέχεια να λιμάρουν τα νύχια του. Συντροφιά του δεν ήταν πια αδέσποτοι κεραμιδόγατοι, παρά γάτες ράτσας που συναντούσε σε σπίτια γειτόνων τα οποία επισκέπτονταν μαζί με το αφεντικό του. Έτσι πέρναγε πια τον καιρό του ο Μανόλο ο γάτος έχοντας ξεχάσει εντελώς τη παλιά του ζωή. Εδώ και κάποιες μέρες όμως συνέβη κάτι που πραγματικά τον αναστάτωσε. Ενώ ήταν ξαπλωμένος στη γνώριμή του θέση κοντά στο τζάκι το βλέμμα του έπεσε πάνω στην ανοιχτή τηλεόραση. Αυτή έδειχνε τη φωτογραφία του αφεντικού του συνοδευόμενη με μουσική αγωνιώδη. Κι από τότε πρόσεξε πως τα τηλέφωνα του αφέντη του χτυπούσαν συνέχεια, κι αυτός έδειχνε νευρικός κι αγχωμένος. Πρόσεξε ακόμη πως πολλοί καθωσπρέπει κύριοι που μπαινόβγαιναν στο σπίτι του αφέντη του είχαν σταματήσει πια να τους επισκέπτονται. Κι αυτό του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση καθώς παρατήρησε πως στα γύρω εορταστικά στολισμένα σπίτια μπαινόβγαινε αυτήν τη περίοδο συγκριτικά πολύ περισσότερος κόσμος κρατώντας στολισμένα πακέτα με δώρα. Και κάποτε κάποτε ξανάβλεπε το πρόσωπο του αφέντη του στην τηλεόραση και άκουγε τα τηλέφωνα να χτυπούν κι ένιωθε την ένταση να μεγαλώνει. Βλέποντας όμως τη ζωή του να κυλά στο ίδιο τέμπο και με τις ίδιες ανέσεις έφτασε η μέρα που θεώρησε πως δε συντρέχει κάτι για το οποίο θα έπρεπε βάσιμα να ανησυχεί. Περπάτησε στη χοντρή μοκέτα κι απόλαυσε το φιλέτο που τον περίμενε στο πιατάκι του μπροστά στο αναμμένο τζάκι το οποίο ήταν εδώ και μέρες στολισμένο με κάτι περίεργες μεγάλες κόκκινες πλεκτές κάλτσες. Ύστερα ξάπλωσε να πάρει τον υπνάκο του δίπλα στο μεγάλο δέντρο με τα πολύχρωμα λαμπάκια. Χορτάτος καθώς ήταν δεν άργησε να τον πάρει ο ύπνος…και ξαφνικά ξανάρθε μπροστά του η παλιά του γειτονιά…το κρύο…οι κάδοι απορριμάτων…οι σκισμένες σακούλες με τα αποφάγια, οι κεραμιδόγατοι της γειτονιάς…τι φρίκη…τι τρόμος…ένα ξαφνικό μπαμ τον ξύπνησε απότομα! Οι κρότοι συνεχιζόταν…για κάποιο λόγο ο ουρανός φωτιζόταν με χρώματα από συνεχή πυροτεχνήματα…μετά το πρώτο ξάφνιασμα αδιαφόρησε…αν και κοιτούσε έξω ψηλά τον ουρανό οι εικόνες των χρωμάτων, οι  εικόνες των ματιών υποχωρούσαν κι έδιναν τη θέση τους στις πανίσχυρες εικόνες του νου τις ίδιες κακές εικόνες του πρόσφατου ονείρου…τις εικόνες της παλιάς του ζωής…ένιωθε την ανάσα του να κόβεται…την καρδιά του να χτυπά γρήγορα…το τρίχωμά του να φουντώνει… ήταν φρικώδες…τα ένιωθε όλα πια μπροστά του ολοζώντανα σαν έρχονται απ’ το μέλλον…

*Ο Δημήτρης Χαδόλιας είναι μέλος της ΝΟΔΕ Ροδόπης ΝΔ.

Advertisement