«Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους διοργανωτές που μου έδωσαν την ευκαιρία να βρίσκομαι ξανά στα Σκόπια. Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι πάλι εδώ στα Σκόπια για δεύτερη φορά. Την πρώτη φορά, που ήταν και η πρώτη επίσκεψη Έλληνα Πρωθυπουργού στα Σκόπια, είχαμε την ευκαιρία με τον Ζόραν να εγκαινιάσουμε το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας μεταξύ των χωρών μας, αναδεικνύοντας τη μεγάλη σημασία που είχε η Συμφωνία των Πρεσπών ως μια νέα αφετηρία στις σχέσεις των δύο χωρών.

Επιτρέψτε μου να θυμηθώ ότι εκείνη την ημέρα, όπως και στις 17 Ιουνίου 2018, που ο Νίκος Κοτζιάς και ο Νικολά Ντιμιτρόφ υπέγραψαν τη Συμφωνία των Πρεσπών, όλοι μας είχαμε την αίσθηση ότι γράφουμε Ιστορία. Είναι ίσως αντιφατικό, αλλά η Συμφωνία αυτή – η πολύπλοκη συμφωνία με όλους τους όρους και τα πολύ επεξηγηματικά άρθρα της – μας επέτρεψε και μας επιτρέπει σήμερα να δώσουμε μια νέα δυναμική στις σχέσεις των δύο χωρών. Και βεβαίως έχουν γίνει πολύ μεγάλα βήματα για την υλοποίηση της Συμφωνίας αυτής, προφανώς παραμένουν και άλλα που πρέπει να γίνουν ειδικά σε σχέση με τα αρχαία ελληνικά πολιτιστικά σύμβολα, την εφαρμογή της Συμφωνίας που επετεύχθη τον Ιούνιο για τα σχολικά βιβλία από την αρμόδια επιτροπή, αλλά και την πρόοδο της επιτροπής για τα εμπορικά σήματα. Όλοι μας όμως γνωρίζουμε ότι το πιο αποφασιστικό βήμα έχει ήδη γίνει, οι χώρες μας δεν είναι χώρες που η μία έχει γυρισμένη την πλάτη στην άλλη. Και πιστεύω οι λαοί μας σιγά σιγά θα αρχίσουν να βλέπουν τα σημαντικά οφέλη αυτής της συμφωνίας. Πιστεύω ότι στόχος από δω και στο εξής είναι να οικοδομήσουμε αμοιβαία εμπιστοσύνη . Και παράλληλα να μην αφήσουμε ανεκμετάλλευτη αυτή τη δυναμική για συνεργασία που η ίδια η Συμφωνία δημιούργησε. Μια δυναμική που παρακολουθούμε στην οικονομία και τον τουρισμό, αλλά και σε άλλους τομείς, όπως για παράδειγμα η άμυνα. Χθες υπεγράφη η συμφωνία για την αστυνόμευση του εναέριου χώρου της Βόρειας Μακεδονίας από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Κι νομίζω ότι αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα εγκαθίδρυσης μιας νέας και ουσιαστικής εμπιστοσύνης. Και ελπίζω στο άμεσο μέλλον αυτή τη συνεργασία να την εντείνουμε και στον τομέα του περιβάλλοντος. Θα ήθελα σήμερα να εστιάσω σε αυτήν τη δυναμική που δημιουργήθηκε όταν αποφασίσαμε, να χτίσουμε μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας, κόβοντας τα δεσμά που μας κρατούσαν πίσω. Και θα μου επιτρέψετε να θυμηθώ τα λόγια ενός σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα του Νίκου Καζαντζάκη, από τον Αλέξη Ζορμπά – του ήρωα του Ν.Καζατζάκη, που ήταν υπαρκτό πρόσωπο ο οποίος τα τελευταία χρόνια της ζωής του έζησε και και πέθανε εδώ στα Σκόπια, και ο τάφος του βρίσκεται εδώ. Έλεγε λοιπόν ο Αλέξης Ζορμπάς, ο ήρωας του Ν.Καζατζάκη ότι η ελευθερία χρειάζεται και λίγη τρέλα, για να μπορέσεις τελικά να κόψεις το σχοινί που σε δένει. Δεν ξέρω αν εγώ και ο Ζόραν είχαμε αρκετή τρέλα για να προχωρήσουμε στο εγχείρημα της συμφωνίας, πάντως σίγουρα δεν δεχόμαστε ότι ο σεβασμός μας στην ιστορία, σημαίνει ότι οι χώρες μας πρέπει να παραμένουν δεμένες στο παρελθόν, φυλακισμένες στο παρελθόν. Προφανώς τα δεσμά αυτά, σφυρηλατήθηκαν στο καμίνι της οικονομικής εξάρτησης, πολέμων, βίας και αίματος στην περιοχή. Τόσο πολύ που η κοινή μας περιοχή – τα Βαλκάνια – να είναι συνώνυμο της αντιπαράθεσης και πολυδιάσπασης. Και ξέρουμε πολύ καλά, όλοι, ότι ένα μεγάλο μέρος των συγκρούσεων στα Βαλκάνια είχαν να κάνουν με την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας. Ξέρουμε πολύ καλά ότι η διαφορά μας για το όνομα, αναδύεται από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας που αιματοκύλισε την περιοχή για μια δεκαετία. Και ότι οι εθνοτικές και πολιτικές κρίσεις στα Δυτικά Βαλκάνια, συνεχίζουν να απειλούν το μέλλον της περιοχής. Επιπλέον, όμως, τα τελευταία χρόνια είχαμε και έχουμε να αντιμετωπίσουμε και την κρίση που περνάει μια όλο και πιο εσωστρεφή, και επιτρέψτε μου τον όρο “σκοτεινή” Ευρώπη: Με το Brexit, την αναζωπύρωση των εθνικισμών, την άνοδο των δυνάμεων που θέλουν την εθνική περιχαράκωση, την άνοδο της ακροδεξιάς αλλά ταυτόχρονα και την ενίσχυση των ανισοτήτων. Θυμίζω, λοιπόν, πώς συνδυάστηκαν οι αρνητικές εξελίξεις στα Βαλκάνια τα τελευταία χρόνια, με αυτήν ακριβώς την κρίση στην Ευρώπη. Την περίοδο 2014-2017, η ΕΕ, χτυπημένη από την οικονομική κρίση και έχοντας πια μπει σε μια μακρά πορεία εσωστρέφειας, πάγωσε τη διαδικασία διεύρυνσης. Περάσαμε τη χειρότερη προσφυγική κρίση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με ισχυρές αντιπαραθέσεις μεταξύ μας στον Βαλκανικό Δρόμο. Με δυνάμεις που επέβαλαν το κλείσιμο αυτής της οδού, το κλείσιμο των συνόρων και απέρριψαν στην πράξη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Υπήρξαν, παράλληλα, σοβαρές πολιτικές και εθνοτικές κρίσεις στο Μαυροβούνιο, τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Ενώ δυνάμεις με αλλότριους στόχους για τα Βαλκάνια ενισχύθηκαν. Παράλληλα, δεν υπήρχε καμία, δυναμική, αμιγώς περιφερειακή, πρωτοβουλία συνεργασίας στα Βαλκάνια. Tο δύσκολο λοιπόν, για τα Βαλκάνια και την περιοχή μας το 2017, εμείς προσπαθήσαμε να δώσουμε κόντρα στο ρεύμα της περιόδου να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις συνεργασίας απέναντι στις κυρίαρχες δυνάμεις του εθνικισμού και της εσωστρέφειας στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Θυμάμαι, όταν τον Ιούλιο του 2017, συναντηθήκαμε για πρώτη φορά με τους Πρωθυπουργούς της Βουλγαρίας και της Σερβίας στη Θεσσαλονίκη, (αλλά και τον Οκτώβριο του 2017 στη Βάρνα, όπου στην πρωτοβουλία μας είχε προστεθεί και η Ρουμανία), αισθανόμασταν ότι υπήρχε ένα μεγάλο πολιτικό κενό στην ευρωπαϊκή πολιτική. Και όλοι συμφωνήσαμε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος από την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων. Συμφωνήσαμε ότι η Βουλγαρία, που αναλάμβανε την Προεδρία το 2018 και η Ρουμανία, που αναλάμβανε το 2019, θα έβαζαν τα Δυτικά Βαλκάνια ψηλά στις προτεραιότητές τους. Και θα προωθήσαμε νέα δίκτυα ενέργειας και μεταφορών στην περιοχή και βεβαίως ότι η Βουλγαρία θα διοργάνωνε μια Σύνοδο αφιερωμένη στην ενταξιακή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων αναζωογονώντας την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης. Θυμίζω ότι μέσα στον ενάμισι χρόνο που ακολούθησε, πραγματοποιήθηκαν πάνω από 7-8 συναντήσεις αυτών των περιφερειακών σχημάτων ενώ, την ίδια στιγμή, η Ελλάδα συμφώνησε ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο με την Αλβανία που, όταν τηρείτο, θα επέτρεπε τη στήριξη της ευρωπαϊκής της προοπτικής. Παράλληλα, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης το 2018, με τιμώμενη χώρα τις ΗΠΑ, αναδείχτηκαν οι προοπτικές για οικονομική συνεργασία και συνανάπτυξη στα Βαλκάνια, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. Σε αυτό το πνεύμα λοιπόν, των αντικειμενικών δυσκολιών στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια αλλά και μιας ισχυρής βούλησης των κυβερνήσεων των Βαλκανίων για συνεργασία, συναντηθήκαμε με τον Ζόραν Ζάεφ τον Ιανουάριο του 2018 στο Νταβός και συμφωνήσαμε ότι έπρεπε να προσπαθήσουμε, να μην χάσουμε αυτή την ευκαιρία, να βρούμε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση στο ζήτημα του ονόματος. Η Συμφωνία των Πρεσπών, λοιπόν, σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή, θετική καμπή για τις ευρωπαϊκές και περιφερειακές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, συμβολίζει τη νίκη της διπλωματίας σε μία περίοδο που η αξία της αμφισβητείται συνεχώς. Μια νίκη της διπλωματίας και της συνεννόησης απέναντι στις δυνάμεις του εθνικισμού, της αδράνειας και της εθνικής περιχαράκωσης. Η Συμφωνία βασίσθηκε στον αμοιβαίο σεβασμό και βασίστηκε σε ένα κλίμα εντεινόμενης βαλκανικής συνεργασίας. Δεν βασίστηκε στο δίκαιο του ισχυρού, στην ήττα της μίας πλευράς μετά από μονομερείς ενέργειες ή μετά από συγκρούσεις πολεμικές ή στην επιβολή τρίτων δυνάμεων. Βεβαίως ήταν σημαντικός ρόλος του ΟΗΕ και του Ειδικού Απεσταλμένου Matthew Nimetz, που αναδεικνύει την αξία του Οργανισμού σε μία περίοδο που αμφισβητείται. Δεύτερον, η Συμφωνία αναδεικνύει την αξία της ΕΕ, η ένταξη στην οποία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της συμφωνίας. Η Συμφωνία επιβεβαιώνει το ίδιο το διακύβευμα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος: την εξασφάλιση και εξάπλωση της ειρήνης και της ευημερίας. Και η προσπάθεια της Βόρειας Μακεδονίας, αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οφείλει να προωθείται η διεύρυνση. Τέθηκαν συγκεκριμένα κριτήρια, βασισμένα στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, τα οποία όμως η Βόρεια Μακεδονία τα υλοποίησε. Αποτελεί λοιπόν, μείζον ζήτημα αξιοπιστίας για την ΕΕ να δώσει πράσινο φως στην έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας στο επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Έπρεπε από το προηγούμενο να είχε παρθεί η απόφαση. Η ΕΕ οφείλει, να αποδράσει από την εσωστρέφειά της και να δώσει το μήνυμα ότι αποτελεί όντως μια ισχυρή παγκόσμια δύναμη που μπορεί να προωθήσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στη γειτονιά της. Που μπορεί να αρχίσει να κλείνει -οριστικά πια – τις μεγάλες πληγές που άφησε πίσω του ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Αν δεν μπορεί η ΕΕ να προωθήσει την ειρήνη στην γειτονιά της στα Δυτικά Βαλκάνια, να παίξει ένα καθοριστικό ρόλο στη γειτονιά της πώς θα μπορέσει να παίξει ένα καθοριστικό και κρίσιμο ρόλο στην διεθνή σκηνή, σε άλλα μέρη του κόσμου; Tέλος , η Συμφωνία των Πρεσπών αναδεικνύει την αξία που έχει -ειδικά στην εποχή μας – να τολμάμε, να λαμβάνουμε γενναίες, προοδευτικές αποφάσεις που έχουν ανάγκη οι λαοί μας, αψηφώντας το πολιτικό κόστος. Τη σημασία που έχει να βρισκόμαστε στις κρίσιμες στιγμές στην σωστή πλευρά της ιστορίας, ασχέτως του τιμήματος. Για αυτόν τον λόγο, η έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας θα αποτελέσει σημαντικό μήνυμα για άλλες κυβερνήσεις και λαούς που αντιμετωπίζουν διενέξεις, στην περιοχή μας και πέρα από αυτήν, να τολμήσουν. Πριν λίγες μέρες, ο φίλος Ζόραν τόνισε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μα ευκαιρία για την Ελλάδα γιατί της δίνει την δυνατότητα να αναλάβει και πάλι ηγετικό ρόλο στα Βαλκάνια. Αυτός πιστεύω ότι πρέπει να είναι ο ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή , όπως ήταν σε όλες τις δύσκολες στιγμές της Βαλκανικής ιστορίας. Όπως τον 18ο αιώνα που ο Ρήγας Φεραίος οραματίστηκε την συνεργασία των λαών της Βαλκανικής. Αλλά και τον αγώνα τους για ανεξαρτησία, που ακολούθησε. Όπως έκανε η Ελλάδα στον μεσοπόλεμο, με τη διπλωματία του Ελευθέριου Βενιζέλου και την πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου για Βαλκανικές Συνδιασκέψεις στους τομείς της οικονομίας, του πολιτισμού και του αθλητισμού. Όπως έκανε εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, με τις διπλωματικές πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και κυρίως του Ανδρέα Παπανδρέου. Όπως έκανε το 2003 με την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης. Σε αυτήν την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί η χώρα μου το επόμενο διάστημα. Και γι αυτό πιστεύω, δεσμεύομαι προς αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουν να εργάζονται παρά τις δυσκολίες και να δουλεύουν οι προοδευτικές δυνάμεις στην περιοχή. Κι ας μην ξεχνάμε, αυτή η συμφωνία, αυτό το σημαντικό βήμα επετεύχθη διότι είχαμε την ευτυχή συγκυρία να βρίσκονται δύο προοδευτικές κυβερνήσεις, και στην Ελλάδα και στην Βόρεια Μακεδονία. Σε αυτήν την κατεύθυνση πιστεύω ότι πρέπει να κινηθούν όλες οι κυβερνήσεις της περιοχής και το σήμα που πρέπει να δώσει η ΕΕ πρέπει να είναι σαφές και να είναι σήμα αισιοδοξίας».

Advertisement