• του Βασίλη Τσαουσίδη, Καθηγητή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Μετά την παρουσία του Μητσοτάκη στις Η.Π.Α., μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την αρτιότητα της εκπαίδευσής του, τη διεισδυτικότητά του στα διεθνή πολιτικά και επιχειρηματικά λόμπι, ή την ικανότητά του να χειρίζεται την αγγλική γλώσσα και την επικοινωνία σε προσωπικό επίπεδο; Δεν νομίζω ότι υπάρχουν στην πολιτική μας σκηνή πολλοί πολιτικοί που, παρά τις όποιες αστοχίες, να μπορούν να ανταποκριθούν με τεχνοκρατική επάρκεια, έστω τυπική, σε τέτοιες διεθνείς προκλήσεις. Και αυτό αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό τη μεγάλη ποιοτική υστέρηση σήμερα συνολικά της πολιτικής ζωής στη χώρα μας όπως αυτή εκπροσωπείται από την κυβέρνηση και συνολικά την αντιπολίτευση. Θα έπρεπε για όλα τα κόμματα η συμμετοχή πολιτικών στελεχών διεθνών προδιαγραφών να είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Συνιστούν αυτές οι προδιαγραφές από μόνες τους επαρκές εφόδιο (και κριτήριο) άσκησης βέλτιστης πολιτικής;
Είναι προφανές ότι ο Μητσοτάκης έγινε ευχάριστος, φιλικός, απολαυστικός για τους Aμερικανούς. Τον προσκάλεσαν γιατί ήταν ήδη αξιόπιστος φίλος. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Δεν πήγε να διεκδικήσει, να διαφωνήσει ή να διαμαρτυρηθεί. Δεν πήγε για να εκφράσει την άποψή του για τη διεθνή πολιτική σκηνή, τα λάθη και τις παραλείψεις του δυτικού κόσμου – δεν ενδιαφέρει ίσως κανέναν η γνώμη του. Σε μια τέτοια περίπτωση ίσως να μη γινόταν καν δεκτός. Πήγε να συνομολογήσει την ελληνοαμερικανική “συμμαχία”. Πήγε (οικογενειακώς) για να τους πει (και να τους δείξει) ότι δεν χρειάζεστε άλλους φίλους όταν έχετε εμένα στην περιοχή. Αυτό είναι μια πολιτική επιλογή.
Αυτή είναι σήμερα, εκ του αποτελέσματος, η εθνική μας πολιτική. Μετά από δεκαετίες αποτυχημένων ή διεφθαρμένων κυβερνήσεων, η αποδυναμωμένη Ελλάδα παραιτήθηκε επίσημα και οριστικά από την (προσχηματική) προσπάθεια εθνικής ανεξαρτησίας. Είναι ίσως οξύμωρο, όμως η Ελλάδα γιόρτασε τα 200 χρόνια της ανεξαρτησίας της, δηλώνοντας την άνευ όρων “αφοσίωσή” της σε μια υπερδύναμη. Δεν δήλωσε την προσήλωσή της στις αρχές και τις αξίες της δημοκρατίας. Δήλωσε με τον πιο επίσημο τρόπο την προσήλωσή της στην υπερδύναμη που (θεωρητικά) έχει αυτές τις αξίες. Στο εξής, μπορεί αυτή να διαπραγματεύεται για εμάς. Για την Κύπρο, τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, τη Θράκη, τις σχέσεις μας με τρίτες χώρες, το διεθνές επιχειρηματικό και εμπορικό μας στίγμα.

Το αν αυτή η πολιτική, την ώρα που διαμορφώνεται μια νέα τάξη πραγμάτων, αντανακλά τη συλλογική μας βούληση, αν συνιστά ρεαλισμό και μονόδρομο εθνικής επιβίωσης, αν συνιστά “μια κάποια λύση”, μπορεί να το αξιολογήσει ο καθένας με τα δικά του κριτήρια αξιοπρέπειας. Κανένα κόμμα, δυστυχώς, σήμερα δεν έχει διατυπώσει μια αξιοπρεπή πρόταση ή στρατηγική εθνικής ανεξαρτησίας, έστω μακροπρόθεσμη. Πρέπει λοιπόν κάποτε και εμείς οι πολίτες – που χειροκροτάμε ή ασκούμε κριτική, που συμμετέχουμε ή απέχουμε, που φοβόμαστε ή τολμάμε, που ψηφίζουμε ή μουτζώνουμε – να αναλογιστούμε τις ευθύνες μας γι’ αυτό το ιστορικό κατάντημα της χώρας μας.