Ο Αλέξης Τσίπρας ζητά με επιστολή του προς τον πρόεδρο της Βουλής να μην πάρει καμία πρωτοβουλία στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για την τροποποίηση του Κανονισμού και συγκεκριμένα ως προς το σκέλος των δικαιωμάτων – προνομίων των πολιτικών αρχηγών που διαλύονται οι Κοινοβουλευτικές τους Ομάδες. Τι οδήγησε τον Αλέξη Τσίπρα σε αυτήν την πρωτοβουλία; Τη στιγμή που η ΝΔ προσπαθούσε να ανασυνταχθεί από τους τριγμούς που προκάλεσε στο εσωτερικό της η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών (βλ. επεισόδιο Αυγενάκη – Δένδια), ακολούθησαν η αύξηση του κατώτατου μισθού και η έξοδος στις αγορές, βάζοντας στα… σχοινιά το κόμμα του Κυρ. Μητσοτάκη. Στην Πειραιώς αναζητούσαν ένα νέο πεδίο άσκησης κριτικής, καθώς τα επίδικα της πραγματικότητας δεν αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος. Έτσι, η αξιωματική αντιπολίτευση από κοινού με το γνωστό μιντιακό μπλοκ που είτε παράγει, είτε αναπαράγει τη γραμμή του Μοσχάτου κατέστησαν πρώτη είδηση τα τελευταία εικοσιτετράωρα τα σενάρια εκβιασμού του Αλέξη Τσίπρα από τον πολιτικά και κοινοβουλευτικά μετέωρο Π. Κάμμενο. Τη σκυτάλη της συνωμοσιολογίας δεν μπόρεσε να αφήσει η Φ. Γεννηματά, επιλέγοντας και πάλι το ρόλο της πολιτικής παραφυάδας του Κυρ. Μητσοτάκη. Από την Καλαμάτα, την Κυριακή, έκανε λόγο για «περίοδο παρακμής και ξεπεσμού, με αλισβερίσια, εκβιασμούς, ίντριγκες που θυμίζουν άλλες εποχές και άλλα καθεστώτα». Βέβαια, αν η αποστροφή περί «άλλων εποχών» αφορά τις περιόδους διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, τότε τίθεται ανοιχτά πλέον ζήτημα προεδρικής αποκήρυξης του κομματικού παρελθόντος… Πέρα όμως από τις σουρεαλιστικές πτυχές της τοποθέτησης της προέδρου του ΚΙΝΑΛ, η ταύτιση του κατακερματισμένου κεντροαριστερού φορέα με την κριτική και τη ρητορική της ΝΔ αναμένεται να ανοίξει μία ακόμα εσωκομματική πληγή για όσους επιμένουν στην ύπαρξη διαχωριστικής γραμμής Αριστεράς – Δεξιάς. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πολιτικά εγκλωβισμένος Π. Καμμένος που μοιάζει να διέγραψε μονομιάς τα τέσσερα χρόνια κυβερνητικής συνεργασίας, εξέφραζε δια πολιτικών του στελεχών την αμφιθυμία του ως προς την τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής για την κατοχύρωση δικαιωμάτων – προνομίων πολιτικών αρχηγών που απώλεσαν την Κοινοβουλευτική τους Ομάδα. Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του εκπροσώπου Τύπου του κόμματος, Θ. Τοσουνίδη, ο οποίος μιλώντας στο ΣΚΑΪ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο υπερψήφισης μίας πρότασης μομφής κατά του Ν. Βούτση απ’ όσους πολιτικά απεχθάνονταν οι ΑΝΕΛ μέχρι πρότινος, ενώ για το ενδεχόμενο αλλαγής του Κανονισμού απάντησε ότι… θα μελετηθεί η όποια πρόταση.

Ο αντίκτυπος της επιστολής

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ο πρωθυπουργός αποφάσισε να μπλοκάρει τη διόρθωση μίας θεσμικής αρρυθμίας η οποία και προέκυπτε από τις εναλλακτικές ερμηνείες που δημιουργεί η διατύπωση των επίμαχων άρθρων του Κανονισμού της Βουλής. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αλ. Τσίπρας «έκαψε» και το τελευταίο χαρτί της ΝΔ. Δεν είναι μυστικό ότι η αξιωματική αντιπολίτευση προσανατολιζόταν στην κατάθεση πρότασης μομφής κατά του προέδρου της Βουλής, με το σενάριο αυτό να απομακρύνεται πλέον αφού δεν υπάρχει κανένα κοινοβουλευτικό έρεισμα. Οπότε, το στρατηγικό αδιέξοδο επανέρχεται στο προσκήνιο για τη ΝΔ, η οποία θα προσπαθήσει να βαφτίσει με νέο τρόπο το δήθεν «προσχεδιασμένο», μετέπειτα «σικέ» και εσχάτως «διαζύγιο συναλλαγής» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Από την πλευρά της, η Φ. Γεννηματά βρέθηκε για άλλη μια φορά εναγκαλισμένη με τον -θεωρητικά τουλάχιστον- στρατηγικό της αντίπαλο, «κλωτσώντας» μία ρύθμιση του Κανονισμού που ίσως στο μέλλον και δη στην επόμενη Βουλή θα της φαινόταν χρήσιμη και πάνω απ’ όλα δίκαιη. Τέλος, στην χειρότερη θέση βρίσκεται ο πρώην υπουργός Εθνικής Άμυνας, ο οποίος αναμένεται να βρεθεί χωρίς Κ.Ο. και χωρίς τα δικαιώματα λόγου που -πρέπει- να έχουν όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί.

Η επιστολή

“Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε. Θα θυμάστε ότι κατά την πρόσφατη επικοινωνία μας την προηγούμενη εβδομάδα σας εξέφρασα τον προβληματισμό μου για τον πολιτικό και κανονιστικό ανορθολογισμό σε σχέση με κόμματα που εκλέγονται στο κοινοβούλιο με την ψήφο του ελληνικού λαού, αλλά στην πορεία χάνουν τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών και ως εκ τούτου το δικαίωμα να συγκροτούν κοινοβουλευτική ομάδα. Και ο ανορθολογισμός έγκειται στο γεγονός ότι ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι ανεξάρτητα από τον αριθμό των βουλευτών, ο χρόνος προβολής των κομμάτων από το ΕΣΡ, αλλά και η κρατική χρηματοδότηση, παραμένει – και ορθώς – ίδια, σε συνάρτηση με τη λαϊκή ψήφο, ενώ στο κοινοβούλιο οι αρχηγοί των κομμάτων αυτών χάνουν προνόμια, μεταξύ των οποίων και τον χρόνο ομιλίας τους κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Κατόπιν της συζήτησής μας, και αφού συμμεριστήκατε τις σκέψεις μου, ορθά αναλάβατε την πρωτοβουλία να συζητήσετε με τους εκπροσώπους των κομμάτων το ζήτημα αυτό, προκειμένου να βρεθεί η ευρεία συναίνεση που απαιτείται για τη σχετική διόρθωση του εν λόγω ανορθολογισμού. Με έκπληξη όμως παρατηρώ τις τελευταίες ημέρες, κυρίως τη μείζονα αντιπολίτευση, αλλά και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, μαζί με μερίδα μέσων ενημέρωσης, να αντιμετωπίζουν με απίστευτη επιθετικότητα μια εύλογη δημοκρατική ευαισθησία. Και να φτάνουν μάλιστα στο σημείο ορισμένοι να επιχειρηματολογούν και να παρουσιάζουν τον Πρωθυπουργό ως δήθεν εκβιαζόμενο. Κατόπιν τούτων, και δεδομένου ότι εκβιαζόμενος δεν υπήρξα ποτέ και από κανέναν, και δεδομένου ότι δεν επιθυμώ να επιτρέψω σε κανέναν να αξιοποιεί τη δημοκρατική μου ευαισθησία για να με συκοφαντεί, σας ζήτω να μην αναλάβετε καμία πρωτοβουλία για αλλαγή του ισχύοντος κανονισμού, ούτε κατά ένα σημείο στίξης. Και για οποιαδήποτε αμφισημία του ισχύοντος κανονισμού, σας παρακαλώ όπως προστρέξετε στη γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής”.