Ανοιχτή επιστολή προς τη Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, απέστειλε ο Καθηγητής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών & Μηχανικών Υπολογιστών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Βασίλης Τσαουσίδης. 

“Έχω μια εμμονή με τους διακριτούς ρόλους και την αμεροληψία όσων ασκούν διοίκηση. Οι Αμερικανοί το λένε “conflict of interest”. Δεν μπορεί κάποιος να εισηγείται και ταυτόχρονα να αποφασίζει. Να μοιράζει λεφτά ενώ είναι δικαιούχος. Να είναι ελέγχων και ταυτόχρονα ελεγχόμενος. Θύτης που εκπροσωπεί το θύμα. Κριτής για θέματα που είναι κρινόμενος. Δεν μπορεί αυτός που κατηγορείται ότι ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ βλάβη σε κάποιον, να εκπροσωπεί αυτόν που έχει ΥΠΟΣΤΕΙ τη βλάβη. Κι όμως, στην Ελλάδα μπορεί”, τονίζει ο Καθηγητής και έχοντας κοινοποιήσει την επιστολή και στον Τύπο, “για προφανείς λόγους” όπως σημειώνει, προσθέτει: “Δεν ξέρω γιατί απευθύνθηκα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής – ίσως για να της στερήσω το επιχείρημα της άγνοιας προτού απευθυνθώ σε ευρωπαϊκούς θεσμούς στη συνέχεια”.
Η επιστολή χωρίζεται σε τρία μέρη. Όπως επισημαίνει ο κ. Τσαουσίδης, “το πρώτο είναι μια εισαγωγή στην πραγματική μας ιστορία· το δεύτερο είναι “μια καφκική ιστορία δικαστικής και διοικητικής τρέλας στη Θράκη του 2021″· το τρίτο είναι το κύριο ερώτημα προς την Επιτροπή: Ποιος θα υπερασπιστεί τους θεσμούς;”.
Αν η επιστολή δεν βρει ανταπόκριση από τα εγχώρια θεσμικά όργανα, θα ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό της δρόμο προς τους 24 θεσμικούς, ελεγκτικούς και χρηματοδοτικούς φορείς της Ευρώπης, “εκεί όπου απευθύνθηκε η διοίκηση του ΔΠΘ “ενημερώνοντας” για την εσωτερική έρευνα που διεξάγει σε βάρος μου”, όπως με νόημα τονίζει ο κ. Τσαουσίδης, συμπληρώνοντας ακόμη το αξιοσημείωτο γεγονός οτι “το ΔΠΘ ήταν ίσως το μόνο πανεπιστήμιο δυτικής χώρας που ίδρυσε θέση αναπληρωτή πρύτανη «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ»”.
Τέλος, ο Καθηγητής διαμηνύει: “Έχουμε χρέος όλοι να συνδράμουμε στην εξυγίανση του ΔΠΘ, καθώς ουκ ολίγα απομεινάρια της τότε διοίκησης παραμένουν ενεργά, και δυστυχώς φιλόδοξα ακόμα και σήμερα”.
tsaousidis 2
Η επιστολή του Καθηγητή Τσαουσίδη
Μέρος 1 – Ο κύκλος των χαμένων καθηγητών.
Είχα την τύχη στην ακαδημαϊκή μου καριέρα, πριν έρθω στο Πολυτεχνείο της Θράκης, να εργαστώ σε διαφορετικά ιδρύματα και σε διαφορετικά μέρη του κόσμου: στη Θεσσαλονίκη, το Βερολίνο, τη Νέα Υόρκη, τη Βοστόνη. Ταξίδεψα και γνώρισα λόγω δουλειάς, πολλούς ανθρώπους που ως άλλοι Οδυσσείς “περιπλανήθηκαν” και αποκόμισαν γνώσεις και εμπειρίες, ενώ διαμόρφωσαν και κοινά οράματα, κοινά ακαδημαϊκά πρότυπα και αξίες, αλλά και κοινά όρια ανοχής σε αντιακαδημαϊκές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Σαν εμένα ήταν πολλοί στο Δημοκρίτειο που είχαν έρθει απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και του κόσμου με διάθεση και όραμα. Ήρθαν ως ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, όχι ως υπάλληλοι μιας διοίκησης· ως αξιοπρεπείς άνθρωποι, όχι ως υποτελείς κάποιου ντόπιου αφεντικού. Ο Γιάννης, ο Βασίλης, η Βούλα, ο Μάριος, ο Πάνος, ο Θόδωρος, η Δέσποινα, ο Παύλος, ο Κώστας, η Αναστασία. Πολλοί από αυτούς έμειναν κάποια χρόνια και έφυγαν απογοητευμένοι, ταλαιπωρημένοι, ακόμα και κυνηγημένοι. Κάποιοι λιγότεροι, έμειναν – για την ακρίβεια παρέμειναν, σιωπηροί. Κάποιοι που άκουγαν τι συμβαίνει, δεν ήρθαν καν. Όσοι έφυγαν και όσοι παρέμειναν έχουν να διηγηθούν πολλές ιστορίες, συνήθως όμως τις λένε ιδιωτικά και με πόνο ψυχής. Στο όνομα όλων αυτών των γνωστών και άγνωστων φίλων, θα πω μια ιστορία δημόσια – ίσως έτσι να κλείσει ο “κύκλος των χαμένων καθηγητών” ή ίσως και να ανοίξει. Η ιστορία έχει ακουστεί ξανά (“Εφημερίδα των Συντακτών”, “Ιστορίες” ΣΚΑΪ, “Καθημερινή”, κ.λπ.), όχι όμως ολοκληρωμένη. Αν και θα ακουστεί προσωπική, δεν είναι – είναι ένα παράδειγμα για το πού μπορούν να οδηγηθούν οι θεσμοί όταν δεν εκπροσωπούνται σωστά, και δείχνει πόσο λάθος κάνουν αυτοί που έχουν την ευθύνη για την υπεράσπισή τους, όταν τελικά, αντί να υπερασπίζονται τους θεσμούς, υπερασπίζονται τους ανθρώπους που τους εκπροσωπούν.
Μέρος 2 – Μια καφκική ιστορία δικαστικής και διοικητικής τρέλας, στη Θράκη του 2021.
Τον Ιούνιο του 2016 κατατέθηκε στην εισαγγελία Ξάνθης μηνυτήρια αναφορά σε βάρος μου από τον τότε πρύτανη του ΔΠΘ. Την προηγούμενη περίοδο, όντας μέλος του Συμβουλίου Ιδρύματος του ΔΠΘ, είχα ζητήσει δημόσια από τη διοίκηση του Ιδρύματος να απολογηθεί στο Συμβούλιο και τις αρμόδιες αρχές σχετικά με δημοσιεύματα που αφορούσαν τη σίτιση, εταιρείες φωτοβολταϊκών μελών της διοίκησης με τον εργολάβο σίτισης, και απ’ ευθείας αναθέσεις έργων. Μάλιστα, στη συνέχεια, ο τότε πρύτανης, τέθηκε σε αποχή από τα διοικητικά του καθήκοντα, προκειμένου να μην παρακωλύεται η σχετική έρευνα των αρμόδιων αρχών. Το αιτιολογικό της μηνυτήριας αναφοράς του σε βάρος μου, ήταν ότι δήθεν, με βάση εσωτερική πληροφόρηση που είχε, και ΑΝΩΝΥΜΕΣ καταγγελίες, δεν είχα εκτελέσει σωστά τα από διετίας (2014) ολοκληρωμένα ερευνητικά έργα που είχα αναλάβει ως επιστημονικά υπεύθυνος. Τα έργα βέβαια είχαν ελεγχθεί ήδη από αρμόδιους ευρωπαίους πραγματογνώμονες.
Τον Οκτώβριο του 2016 συνέβη κάτι αδιανόητο: μου ασκήθηκε δίωξη από αντιεισαγγελέα της Ξάνθης με βάση την αναφορά αυτή, *ΧΩΡΙΣ να προηγηθεί προκαταρκτική εξέταση* για τις κατηγορίες που ΜΥΣΤΙΚΑ μου αποδόθηκαν – χωρίς να γνωρίζω καν δηλαδή τις κατηγορίες!!! Στη συνέχεια, με απόφαση του ίδιου πρύτανη, παραπέμφθηκα στο πειθαρχικό συμβούλιο των μελών ΔΕΠ, ενώ ταυτόχρονα τέθηκα σε αποχή καθηκόντων με παράνομη απόφαση και πάλι του ίδιου πρύτανη, για διάστημα ενός μήνα (η απόφαση ανακλήθηκε – απόφαση 10/2017 Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου – και το ΔΠΘ καταδικάστηκε πρωτοδίκως για ηθική βλάβη – απόφαση 266/2020 Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κομοτηνής). Ταυτόχρονα διακόπηκαν μετά από εισήγηση-απόφαση μελών της τότε διοίκησης, τα ενεργά διεθνή ερευνητικά έργα για τα οποία ήμουν επιστημονικά υπεύθυνος το 2016, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν όλες οι διαβεβαιώσεις από τους διεθνείς οργανισμούς ότι αυτά υλοποιούνται σύμφωνα με τον σχεδιασμό. Βέβαια, οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν παρουσιάστηκαν στη Σύγκλητο, που ΕΡΗΜΗΝ μου και εν αγνοία μου ενέκρινε την εισήγηση για την οριστική διακοπή τους. Λίγο αργότερα, με μια πρωτοφανή διαδικασία, *ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΗ για τη Δικαιοσύνη στη χώρα μας*, τέθηκα σε αποχή καθηκόντων από το Πειθαρχικό Συμβούλιο των μελών ΔΕΠ, το οποίο μετά από την παραπομπή μου σε αυτό από τον τότε πρύτανη, συνεδρίασε (υπό την προεδρία της κας Θάνου, προέδρου τότε του Αρείου Πάγου), ΕΡΗΜΗΝ εμού του ελεγχόμενου. Η απόφαση αυτή ανακλήθηκε λίγο αργότερα από το ίδιο πειθαρχικό όργανο – απόφαση 26/2017 – καθώς διαπιστώθηκε ότι καταστρατηγήθηκαν βασικά συνταγματικά δικαιώματά μου: δεν ενημερώθηκα καν για τις κατηγορίες σε βάρος μου, και βέβαια, δεν κλήθηκα σε απολογία!
Αμέσως μόλις ενημερώθηκα για τις κατηγορίες του πρύτανη και της Επιτροπής Ερευνών σε βάρος μου, κατέθεσα μηνυτήρια αναφορά στην εισαγγελία Ροδόπης, με βάση την οποία (και μετά από προκαταρκτική εξέταση δύο ετών και αφού κατέθεσαν ένα προς ένα όλα τα μέλη της Συγκλήτου), ασκήθηκε δίωξη για παράβαση καθήκοντος, και στη συνέχεια ασκήθηκε και δίωξη για απιστία (σε βαθμό κακουργήματος) σε δέκα μέλη της τότε διοίκησης του ΔΠΘ, οπότε η υπόθεση παραπέμφθηκε στην κύρια ανάκριση. Στο μεταξύ, κατέπεσαν οι κατηγορίες σε βάρος μου, και μετά από τρεις (3) τυπικές κλήσεις (χωρίς δηλαδή να μπορέσει ποτέ ο ανακριτής να διατυπώσει κάποια κατηγορία), και τις οριστικές αποφάσεις όλων των αρμοδίων οργάνων στις οποίες απευθύνθηκε ως καταγγέλλουσα η τότε διοίκηση (OLAF, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ελεγκτικό Συνέδριο, ΣΔΟΕ), η μήνυση σε βάρος μου κατέληξε στο αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα 5/2021. Αποδείχτηκε, ότι, οι κατηγορούμενοι για παράβαση καθήκοντος και απιστία *δεν με κάλεσαν σε απολογία και δεν με ενημέρωσαν για τις κατηγορίες*, γνώριζαν ότι τα έργα που διέκοψαν είχαν ήδη ελεγχθεί επιτυχώς από τις ευρωπαϊκές αρχές και τους ειδικούς πραγματογνώμονες που αυτές είχαν ορίσει και με τους οποίους απέφυγαν συστηματικά να επικοινωνήσουν, γνώριζαν ότι τα διεθνή έργα ελέγχονται για το φυσικό τους αντικείμενο μόνο από τον αρμόδιο χρηματοδότη και όχι από εσωτερικούς πραγματογνώμονες, ότι ο εξοπλισμός τους είχε νομίμως παραληφθεί από επιτροπή παραλαβής και είχε εγκατασταθεί σε συγκεκριμένους χώρους του πανεπιστημίου, γνώριζαν ότι τα παραδοτέα των έργων είχαν εγκατασταθεί μεταξύ άλλων στον διεθνή διαστημικό σταθμό και η ΝΑΣΑ απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή και ευχαριστούσε δημόσια με δελτίο τύπου το ΔΠΘ για τη συνεισφορά του στη διαστημική διαδικτύωση και την εξερεύνηση του διαστήματος. Τέλος, παρ’ όλο που κάποιοι ενημερώθηκαν αμέσως από την ευρωπαϊκή κοινοπραξία πως τα έργα ολοκληρώνονται άρτια, το ΑΠΕΚΡΥΨΑΝ από τη Σύγκλητο μέχρι αυτή να λάβει την οριστική απόφαση διακοπής των έργων.
Παρά την ποινική δίωξη που τους ασκήθηκε σε βαθμό κακουργήματος για απιστία καθώς και για παράβαση καθήκοντος για την παράνομη διακοπή των έργων με κατασκευασμένες κατηγορίες, οι κατηγορούμενοι δεν παραπέμφθηκαν στο πειθαρχικό συμβούλιο των μελών ΔΕΠ, και έτσι συνέχισαν να ασκούν τα διοικητικά τους καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που επηρέαζαν άμεσα την υπόθεση. Έτσι, αποφάσισαν ΟΙ ΙΔΙΟΙ (ως μέλη πρυτανικού συμβουλίου), να μη διεκδικήσει το πανεπιστήμιο την ενδεχόμενη οικονομική βλάβη από αυτούς, να καλύψει το πανεπιστήμιο τα έξοδα των δικηγόρων τους από τα αποθεματικά του, και να χορηγήσει η Επιτροπή Ερευνών (την οποία οι ίδιοι διοικούσαν) στοιχεία στην Ανάκριση, τα οποία υιοθετήθηκαν από την εισαγγελική πρόταση αναφορικά με το τι συνιστά περιουσιακό στοιχείο στα διεθνή έργα. Έτσι, η κατηγορία για απώλεια 435 χιλιάδων ευρώ που αποδεδειγμένα προκλήθηκε από την διακοπή διεθνών ερευνητικών έργων που υλοποιούνταν άρτια, μετατράπηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα, καθώς υπολογίζοντας ως πανεπιστημιακή περιουσία μόνο τις κρατήσεις (έμμεσες δαπάνες) του ΕΛΚΕ, η περιουσιακή βλάβη θεωρήθηκε «μικρότερη των 120 χιλιάδων». Ακόμα όμως και για αυτήν τη “μειωμένη” βλάβη, το Πανεπιστήμιο, *ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥΣ*, δεν άσκησε ποτέ το δικαίωμα διεκδίκησης. Τα καίρια στοιχεία της πρωτοφανούς απόφασης σε βάρος του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου, τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω, έχουν υποβαθμιστεί ως προς τον δόλο τους από την ποινική Δικαιοσύνη (βούλευμα 161/2021, το οποίο θα καταστεί σύντομα αμετάκλητο), με το σκεπτικό ότι «ασφαλώς οι επισημανθείσες από τον μηνυτή παρατυπίες κατά τη διοικητική διαδικασία διενέργειας ελέγχου (έλλειψη κλήσης του ιδίου, έλλειψη ακρόασης, μη αποστολή ερωτήματος σε ευρωπαϊκά όργανα, τυχόν ελλείψεις πορίσματος, κ.λπ.) μπορούν να εγείρουν θέματα ενδίκων βοηθημάτων σε επίπεδο διοικητικού δικαίου…».
Έτσι, ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΝΤΑΙ τελικά στο ακροατήριο κάποια επιφανή μέλη της τότε διοίκησης MONO με την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση σε βάρος μου. Ένα μέλος της παραπέμφθηκε σε επιπρόσθετη δίκη με την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς καταμήνυσης κατ’ εξακολούθηση σε βάρος μου σχετικά με τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του στις Ευρωπαϊκές Αρχές.
Μέρος 3 – Θεσμικά ανοχύρωτη χώρα;
Μια υπόθεση ΔΗΜΟΣΙΟΥ συμφέροντος (παράβαση καθήκοντος & απιστία) μετατράπηκε σε προσωπική (συκοφαντική δυσφήμηση). Ένα πανεπιστήμιο έδιωξε κακήν-κακώς εξειδικευμένους ερευνητές, διέκοψε αδίκως τα έργα τους και δεν πλήρωσε καν τα δεδουλευμένα τους. Αποποιήθηκε τα πνευματικά δικαιώματα και τα οικονομικά ωφελήματα της έρευνας της μεγαλύτερης ερευνητικής του ομάδας. Την τεχνογνωσία και την αίγλη των διεθνών ερευνητικών έργων. Την εικόνα ενός ελκυστικού πανεπιστημίου που κατακτά την έρευνα μέσα από διεθνή σκληρό ανταγωνισμό και καταφέρνει να βρεθεί στο ελάχιστο ποσοστό του 3% των επιτυχόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αποποιήθηκε, τέλος, τον ακαδημαϊκό ρόλο να συντονίζει διεθνή ερευνητικά έργα με εταίρους πανεπιστήμια κύρους, όπως αυτά του Cambridge και του UCL.
Το δημόσιο συμφέρον και η βλάβη του, το ακαδημαϊκό όραμα και οι όρκοι ακαδημαϊκής τιμής, πήγαν…περίπατο μαζί με το αίσθημα της ασφάλειας Δικαίου του πολίτη.
Σας κοινοποιώ την επιστολή μου γιατί έχετε αρμοδιότητα να υπερασπιστείτε τους θεσμούς και τη διαφάνεια στη δημόσια ζωή. Πριν από εσάς, κανένας αρμόδιος μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να ψελλίσει έστω δύο απλά λόγια, πώς είναι θεσμικά ανεκτό στη χώρα μας να στερείται από τους πολίτες το δικαίωμα της απολογίας σε τέτοιο εκτεταμένο βαθμό και πώς είναι θεσμικά ανεκτό, το ίδρυμα που έχει υποστεί την αποδεδειγμένη βλάβη να εκπροσωπείται από τους κατηγορούμενους! Η υπόθεση ελέγχεται προκαταρκτικά σε ποινικό επίπεδο στην εισαγγελία Ροδόπης, όμως το θέμα χρήζει περαιτέρω διερεύνησης:
Πόσο θωρακισμένη είναι, λοιπόν, θεσμικά μια χώρα, όταν οι κατηγορούμενοι μπορούν να εκπροσωπούν το ίδρυμα για το οποίο διώκονται για απιστία ακόμα και στην ίδια την υπόθεση για την οποία διώκονται; Πόσο θωρακισμένη είναι θεσμικά μια χώρα, όταν επιτρέπει ατιμωρητί να διώκονται Καθηγητές της μετά από απανωτές συνεδριάσεις θεσμικών οργάνων (Επιτροπή Ερευνών, Σύγκλητος, Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο), τα οποία λαμβάνουν κατ’ εξακολούθηση δυσμενή μέτρα σε βάρος του χωρίς να τον ενημερώσουν για ποιους λόγους διώκεται και χωρίς να τον καλέσουν σε απολογία;
Με πόση διαφάνεια τελικά έχουν μπολιαστεί οι θεσμοί, όταν, προκειμένου να πάρει κάποιος τα πρακτικά των συνεδριάσεων των θεσμικών οργάνων (π.χ. Σύγκλητος, Επιτροπή Ερευνών), χρειάζονται παρεμβάσεις των εισαγγελέων;
Και τέλος, πόσο μεγάλο πεδίο πολιτικής ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ δημιουργείται όταν η παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο για κατηγορίες απιστίας σε βαθμό κακουργήματος δεν είναι αυτονόητη και αυτόματη διοικητική πράξη που θα διασφαλίσει τα συμφέροντα του Ιδρύματος και την αντικειμενικότητα της ποινικής διαδικασίας, αλλά μετατρέπεται σε ΠΟΛΙΤΙΚΗ απόφαση ενός υπουργού ή ενός πρύτανη;
Ο ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ στέκεται τώρα έξω από την πόρτα του Αρείου Πάγου. Η αίσθηση που έχει είναι ότι μάλλον χωράει να περάσει από την είσοδο. Στην ανάγκη, προκειμένου να το πετύχει, θα μπορούσε να προσποιηθεί ότι είναι ένα μικρό χαριτωμένο κατοικίδιο και να περάσει απαρατήρητος.
Βασίλης Τσαουσίδης
Καθηγητής ΗΜ&ΜΥ ΔΠΘ.