Διήγημα του Πασχάλη Κατσίκα δημοσιευμένο στο exitirion.wordpress.com – Φωτό του Κώστα Κούρμπογλου.

Ήταν πια απόστρατος αξιωματικός του ελληνικού στρατού, νεότατος μόλις 48 ετών. Όπως είχαν μάθει στη Σχολή, αλλά και μετέπειτα καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας, αυτή ήταν η ανταμοιβή για τις τόσες μεταθέσεις: πέρα όμως από τη γνωριμία με τις ακριτικές περιοχές της χώρας, θα λάμβανε κι ένα ικανοποιητικό εφάπαξ, μια παχυλή σύνταξη και τις ικανότητες να εργαστεί παράλληλα όπου ήθελε, από στέλεχος επιχειρήσεων, έως διευθυντής ή να φτιάξει μια δική του δουλειά. Κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει για τη κρίση, την ανεργία, τα μνημόνια και τις περικοπές. Με τη σύζυγο να μην εργάζεται λόγω των μετακινήσεων και με δυο παιδιά στο πανεπιστήμιο, όσα όνειρα είχε κάνει ξεφούσκωσαν, όπως κάποτε οι μετοχές του στη Σοφοκλέους. Η σύνταξη κάλυπτε τα έξοδα της καθημερινότητας και του έμενε μόνο το εφάπαξ, το οποίο έπρεπε να επενδύσει συνετά: να του αποφέρει χρήματα, για να ολοκληρώσουν τα παιδιά τις σπουδές· μην σβήσουν και τα δικά τους όνειρα. Είδε την ευκαιρία και την άρπαξε -ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε-, άλλωστε είπαμε γνώριζε από διοίκηση και οικονομικά ως διαχειριστής. Στο ισόγειο νεόδμητης οικοδομής στη γειτονιά, ενοικιάζονταν κατάστημα σε πολύ δελεαστική τιμή. Έσπευσε να δώσει το προαπαιτούμενο καπάρο. Θα έστηνε ένα μικρό συνοικιακό καφέ, άλλωστε γνώριζε από καφέδες, τόσους είχε πιει όντας υπεύθυνος του ΚΨΜ. Το σκεπτικό ήταν απλό: θα το δούλευαν με τη σύζυγο για να μην πληρώνουν ημερομίσθια και θα προσέλκυε τους γείτονες με χαμηλότερες τιμές, ώστε να μην μεταβαίνουν στις καφετέριες του κέντρου, αλλά να προτιμούν ένα παρεΐστικο μαγαζί με πιο ζεστή ατμόσφαιρα. Επένδυσε όλο σχεδόν το εφάπαξ στο εγχείρημα, για τη διαμόρφωση, τον εξοπλισμό και τα τραπεζοκαθίσματα. Του περίσσεψαν όλο κι όλο δύο χιλιάδες ευρώ. Έγιναν τα εγκαίνια και όλα φαινόταν να πηγαίνουν καλά. Στον χρόνο πάνω πέτυχε να κάνει απόσβεση και το μαγαζί έδινε καθημερινά ένα καλό μεροκάματο που πήγαινε εξ’ ολοκλήρου στις σπουδές. Αφού είχε μπει το νερό στο αυλάκι, στο μυαλό του άρχισε να στριφογυρνά ένα όνειρο που δεν είχε ξεθωριάσει τελείως. Ο πεθερός, του είχε δώσει ως προίκα ένα παραθαλάσσιο κτήμα, ούτε ένα στρέμμα, από αυτά που έδιναν στους γαμπρούς διότι δεν είχαν αξία, αφού λόγω της εγγύτητας στη θάλασσα δεν ήταν καλλιεργήσιμα. Στα σημερινά χρόνια η τιμή του πολλαπλασιάστηκε, αλλά δεν είχε σκοπό να το πουλήσει, ήθελε κάποτε να το κληροδοτήσει στα παιδιά του· να έχουν κάτι να τον θυμούνται. Το σχέδιό του ήταν να αγοράσει ένα τροχόσπιτο με τα εναπομείναντα χρήματα να το εγκαταστήσει μέσα, ώστε να ξεκουράζονται κι αυτοί το δεκαπενθήμερο εκείνο του δεκαπενταύγουστου που κλείνουν όλες οι επιχειρήσεις. Ήταν κι αυτός ο Πάνος· νεαρός αγρότης που όλη τη μέρα έπινε φραπέδες στο μαγαζί κι από το τηλέφωνο έβρισκε ευκαιρίες στο ίντερνετ που θα τον παρέσερνε. Μόλις του εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις του, σε δευτερόλεπτα ήταν σε γερμανικό διαδικτυακό τόπο, όπου πωλούνταν τροχόσπιτα σε τιμές ευκαιρίας. Τέτοιος ήταν ο καημός του που τσίμπησε αμέσως, βρήκαν ένα που με τα μεταφορικά, το κόστος έφτανε ακριβώς στο ποσό που διέθετε και το παρήγγειλαν. Θα παραδίδονταν σε ένα μήνα στην πόλη του αγοραστή. Τα νέα κυκλοφόρησαν αστραπιαία, μέχρι το μεσημέρι το είχε μάθει όλη η γειτονιά, και η γυναίκα του από άλλους πριν προλάβει να της το πει ο ίδιος. Φαντάζεστε κερβατομουρμούρα εκείνο το βράδυ; Ο σκόπελος της συζύγου ξεπεράστηκε μέχρι που έφτασε η μέρα της παράδοσης. Όλοι οι φίλοι, γείτονες και πελάτες, είχαν φροντίσει να είναι παρόντες στην παραλαβή. Έφτασε το φορτηγό και το οδήγησαν για να ξεφορτώσει σε έναν απόμερο δρόμο, σχεδόν εκτός πόλης, διακόσια τουλάχιστον μέτρα από το κοντινότερο σπίτι. Το τροχόσπιτο στην καρότσα φάνταζε εντυπωσιακό: μεγαλόπρεπο καθώς ήταν, οι γείτονες χειροκρότησαν από ενθουσιασμό μόλις κατέβηκε. Αφού επικράτησε ψυχραιμία και το παρατήρησαν καλύτερα, διαπίστωσαν τα προβλήματα. Σπασμένος άξονας, σκουριές περιμετρικά, σαπίλες από κάτω, το εσωτερικό ήταν σε καλή κατάσταση: αλλά η μετακίνησή του αδύνατη. Ένα ακόμη διαδικτυακό κορόιδο που ξέχασε την παροιμία των προγόνων του: «όπου ακούς πολλά κεράσια…», είχε αποκαλυφθεί. Πήρε τηλέφωνο στην εταιρεία που το αγόρασε·, δεν βρήκε άκρη, άλλωστε δεν γνώριζε γερμανικά. Είχε περάσει πια ένας μήνας και το πήρε απόφαση πως είναι ο περήφανος ιδιοκτήτης του. Η γκρίνια της γυναίκας του ανυπόφορη: έφτασε σε σημείο να φεύγει από το σπίτι και να κοιμάται κάποιες βραδιές εκεί. Δεν του έφτανε αυτό, ήταν και οι φίλοι στο μαγαζί που τον είχαν ταράξει στην καζούρα. Οι μέρες κυλούσαν κι αυτό έστεκε αγέρωχο, όταν περνούσε από ‘κει να ρίξει μια ματιά, θα ορκιζόταν πως το έβλεπε να γελάει μαζί του. Κάποια στιγμή τον πλησίασε εμπιστευτικά ένας θαμώνας και του ψιθύρισε στο αυτί: «θα μπορούσες να μου δώσεις τα κλειδιά γι’ απόψε, με το αζημίωτο, δεν αντέχω άλλο τη γκρίνια της δικιάς μου, θέλω ένα βράδυ επιτέλους να κοιμηθώ». Σάστισε προς στιγμήν, αλλά το μυαλό του έφερε γρήγορα στροφές και το αζημίωτο έφτασε στα πενήντα ευρώ. Ο άλλος τα έδωσε περιχαρής· απλώς του ζήτησε εχεμύθεια. Εκείνη τη βραδιά γύρισε στη γυναίκα του. Η γκρίνια της του φάνηκε σαν να γλύκανε λιγάκι. Μετά από δυο μέρες πήγε αξημέρωτα στο καφενείο αφού δεν έκλεισε πάλι μάτι όλη τη νύχτα. Απ’ έξω, προς μεγάλη του έκπληξη, τον περίμενε ο Πάνος· τα νέα είχαν ήδη κυκλοφορήσει στον ανδρικό πληθυσμό της γειτονιάς. Μπήκαν μέσα και κάθισαν στο ημίφως· δεν είχε ακόμη χαράξει για τα καλά. «Έχω να σου κάνω μία επιχειρηματική πρόταση», του είπε: «αν μου δίνεις τα κλειδιά κάθε δεκαπέντε να πηγαίνω εκεί μια φιλεναδίτσα που έχω, θα σου φτιάξω ιστοσελίδα να το νοικιάζεις σε παντρεμένους που θέλουν να κοιμηθούν». Δεν είχε να χάσει τίποτε· δίχως να το πολυσκεφτεί συμφώνησε. Μετά από λίγο καιρό που διαδόθηκε, είχε κρατήσεις έως το τέλος του χρόνου. Τώρα πια γύριζε σπίτι τα βράδια, ξάπλωνε και άπλωνε ένα πενηντάρικο στο διπλανό μαξιλάρι, είχε βρει το αντίδοτο και κοιμόταν ήσυχος στο κρεβάτι του.

Advertisement