Ένα παράξενο όνειρο

Χτες ονειρεύτηκα λέει πως βρισκόμουνα στο Διδυμότειχο.

Πέρναγα έξω από ‘να καφενείο, και μπροστά, κάτω από την κληματαριά, καθόταν τρεις άνδρες γύρω από ‘να σιδερένιο τραπεζάκι σαν αυτά που ζωγράφιζε ο Εγγονόπουλος.

Ό αυτοκράτωρ Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ήταν ο ένας, αν σας λέει κάτι; – πάντως δεν άφησε την αξιοσύνη του να σκουριάσει, κι εκεί στη Νίκαια κάποτε, δεν έμεινε πολίτης χωρίς δουλειά, ψωμί και γράμματα. Ο Γκάντι ήταν ο άλλος, αν σας λέει κάτι – ίσως τον γνωρίζετε καλύτερα από την πρόσφατη ταινία – και ο τρίτος ήταν ο ΧΟ ΤΣΗ ΜΗΝ που σίγουρα δεν σας λέει τίποτα…!

Καθώς πέρναγα με τον ταμπουρά στα χέρια, με φωνάζουν να καθίσω κοντά τους και να τους παίξω κάτι. Ο Ιωάννης Βατάτζης ζήτησε “Ρωμανό Μελωδό”, αλλά επειδή δεν τα καλόξερα  έπαιξα κάτι άλλο. Τελειώνοντας, μου λέει “δικό σου είναι;”. “Ναι, πώς το κατάλαβες;”. “Από τον τρόπο που πάταγες τις νότες, ήταν όλες πληρωμένες!”.

Ο Γκάντι δεν θυμάμαι να μου ζήτησε να παίξω, αλλά ο ΧΟ ΤΣΗ ΜΗΝ τη “διεθνή”: “Επέσατε θύματα αδέρφια μου εσείς, σε άνιση μάχη κι αγώνα…”. “Το έπαιξες καλά”, μου λέει. “Ξέρω για ποιόν έπαιξα”, του απαντώ, “στάθηκες για το ΒΙΕΤΝΑΜ ό,τι ο Ανδρούτσος και ο Άρης για τον δικό μας τον λαό”.

Όταν όμως πήγα να φύγω, ο Γκάντι με σταμάτησε – “Ξέρεις να παίξεις το τραγούδι του Βαμβακάρη “Αντιλαλούν οι φυλακές,  τ’ Ανάπλι κι ο ΓΕΝΤΊ ΚΟΥΛΕΣ;”. “Αμέ”, του λέω, και του το βάρεσα. Το χόρεψε υπέροχα, σαν οξυγονοκολλητής από το Πέραμα!

Δον Σάντσο Βουλτσίδης