“«Σκληρό ροκ» από το κοινοβούλιο μέχρι τον δρόμο”, διαμηνύει η βουλευτής Επικρατείας και τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης του ΣΥΡΙΖΑ Έφη Αχτσιόγλου, χαρακτηρίζοντας την κυβέρνηση “επικίνδυνη για την κοινωνία”, σε συνέντευξή της στο “iEidiseis.gr” η οποία έχει ως εξής:

–      Ήθελα μια εκτίμησή σας για την πορεία της ανεργίας το επόμενο διάστημα. Υπάρχουν φόβοι εκτίναξής της μετά την πρόωρη λήξη της τουριστικής σεζόν.

Ας ξεκινήσουμε από τα δεδομένα: Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ οι απασχολούμενοι σε σχέση με πέρυσι έχουν μειωθεί κατά περίπου 200.000 και μόνο το διάστημα Μαρτίου-Μαΐου η ανεργία αυξήθηκε κατά 2,5 μονάδες. Επίσης, τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ δείχνουν ότι το φετινό 7μηνο δημιουργήθηκαν 170.000 λιγότερες νέες θέσεις εργασίας σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό, ενώ και στον ΟΑΕΔ τον Ιούλιο οι εγγεγραμμένοι άνεργοι ήταν 126.000 περισσότεροι από τον ίδιο μήνα του 2019. Ταυτόχρονα, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται σε αναστολή εργασίας εδώ και πολύ καιρό, χωρίς καμία διασφάλιση επιστροφής στη θέση τους, άρα στην πραγματικότητα είναι ήδη άνεργοι απλώς με αλχημείες της κυβέρνησης δεν καταγράφονται ως τέτοιοι. Τι δείχνουν όλα αυτά; Ότι υπάρχει, ήδη, μεγάλη απώλεια θέσεων εργασίας και εκτίναξη της ανεργίας. Αν συνεχιστεί η ίδια πολιτική, η κατάσταση θα επιδεινωθεί δραματικά το επόμενο διάστημα. Αιτία δεν είναι μόνο το κυβερνητικό φιάσκο στο τομέα του τουρισμού, αλλά και το γεγονός ότι συνολικά οι εργαζόμενοι, οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν στηρίχθηκαν. Αντιθέτως οι συνταγές που επιλέχθηκαν για την αγορά εργασίας όπως το μοντέλο των αναστολών εργασίας και της μισής δουλειάς με μισό μισθό, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη ουσιαστικής ενίσχυσης με ρευστότητα της αγοράς, τελικά επιδείνωσαν το πρόβλημα παρά το απομείωσαν. Και ίσως το πιο σοβαρό είναι ότι ενώ η κυβέρνηση βλέπει ότι αυτές οι επιλογές είναι λάθος – έχει πια όλα τα δεδομένα μπροστά της – επιμένει σε αυτές με έναν εμμονικό τρόπο που δείχνει αν μη τι άλλο μια ασύλληπτη αδιαφορία για το κοινωνικό ζήτημα.

–      Με τις αναστολές συμβάσεων εργασίας τι γίνεται, κυρία Αχτσιόγλου; Ενδέχεται να φτάσουν μέχρι τις αρχές του έτους, λέει το αρμόδιο υπουργείο…

Πρέπει να δούμε πού οδήγησαν μέχρι σήμερα οι αναστολές εργασίας που επιλέχθηκαν από την κυβέρνηση ως η κύρια «θεραπεία» για την αντιμετώπιση της κρίσης στην αγορά. Και η απάντηση εδώ, χωρίς δεύτερη σκέψη, είναι ότι οδήγησαν στη βίαιη φτωχοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών. Διότι πίσω από κάθε εργαζόμενο οφείλουμε να βλέπουμε μια ολόκληρη οικογένεια. Οι αναστολές εργασίας, λοιπόν, με ένα πενιχρό επίδομα που στην καλύτερη περίπτωση ήταν 534 ευρώ τον μήνα και εφαρμόστηκαν για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, έχουν ήδη οδηγήσει τις οικογένειες αυτές σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Θυμίζω, δε, ότι ακόμη και αυτά τα πενιχρά επιδόματα δεν καταβάλλονται με μια συνέπεια. Οι οικογένειες εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων έμειναν με μηδενικό εισόδημα ολόκληρο το καλοκαίρι. Και πραγματικά αναρωτιέμαι, δεν απασχόλησε κανέναν στην κυβέρνηση πώς οι οικογένειες αυτές θα περάσουν τρεις μήνες χωρίς κανένα έσοδο; Μπάχαλο όμως υπήρξε και όταν πριν λίγες μέρες τελικά εδέησε η κυβέρνηση να καταβάλει αυτό το επίδομα. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι έλαβαν ποσά μόλις των 20 και των 50 ευρώ για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα εκρηκτικό μείγμα κοινωνικής αδιαφορίας, αντεργατικής εμμονής και διοικητικής ανικανότητας. Και μετά την πρώτη εφαρμογή του μέτρου της αναστολής, παρά τα αρνητικά αποτελέσματά του τόσο για τον βιοπορισμό των εργαζομένων, όσο όμως και για την καταναλωτική τους δύναμη, και τη συνολική λειτουργία της αγοράς, η κυβέρνηση συνεχώς το παρατείνει, επιβεβαιώνοντας την εμμονή που περιέγραψα πριν. Το ίδιο κάνει και με το κατά γενική ομολογία πλήρως αποτυχημένο πρόγραμμα “Συν-Eργασία” που προβλέπει οριζόντιες μειώσεις μισθών και πλήρη ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι τα μόνα μέτρα για τα οποία η κυβέρνηση ζήτησε χρηματοδότηση από το πρόγραμμαSURE είναι αυτά. Μέτρα που οδηγούν σε μια συνολική καθίζηση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων και που βυθίζουν βαθύτερα στην ύφεση την οικονομία.

–      Εκτιμάτε ότι έκτακτες ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν με αφορμή την πανδημία, ήρθαν για να μείνουν; Και ποιες μπορεί να είναι αυτές;

Το μοντέλο της μισής δουλειάς με μισό μισθό που η κυβέρνηση θέσπισε με το πρόγραμμα “Συν-Εργασία” φαίνεται πως ήρθε για να μείνει, αφού παρά την πλήρη αποτυχία του επιμένει να το εφαρμόζει. Δεν αποκλείεται με την αξιοποίηση και κοινοτικών πόρων, όπως θα κάνει με το SURE, να επιδοτεί τη μείωση μισθών σε σταθερή βάση. Δηλαδή να επιδοτεί τη μερική εργασία που θα αμείβεται με μερικό μισθό. Πέραν τούτου, στο διάστημα της πανδημίας έχουμε δει να καταργούνται μέτρα ελέγχου των ωραρίων και δήλωσης των υπερωριών και να ενισχύεται ανεξέλεγκτα το διευθυντικό δικαίωμα στην οργάνωση του χρόνου εργασίας, κάτι πουμπορεί, σύμφωνα με τη λογική της κυβέρνησης, να επανέρχεται κατά το δοκούν και με την επίκληση «εκτάκτων αναγκών». Υπάρχει, επίσης, το πολύ σοβαρό ζήτημα της εν κρυπτώ κατάργησης του 13ου και 14ου μισθού για εργαζόμενους σε αναστολή. Ήδη ο κ. Βρούτσης ενημέρωσε τους εργαζόμενους στον επισιτισμό πως δεν δικαιούνται επίδομα άδειας όσοι είναι σε συνεχόμενες αναστολές, ενώ οι εργοδότες θεωρούν ότι δεν υποχρεούνται να τους καταβάλουν ούτε Δώρο Χριστουγέννων. Ακόμα, υπάρχει το ζήτημα της τηλεργασίας, το οποίο η κυβέρνηση εξακολουθεί να αφήνει αρρύθμιστο επί έξι μήνες. Αν δεν τεθούν σαφείς και αυστηροί κανόνες τότε οι εργαζόμενοι θα δουλεύουν εκτός ωραρίου -όπως ήδη συμβαίνει-, με απλήρωτες υπερωρίες, χωρίς επίδομα για τα έξοδα που χρεώνονται και με διαλυτικές επιπτώσεις στην προσωπική και οικογενειακή τους ζωή. Η λίστα όπως βλέπετε είναι μεγάλη. Μέχρι και η αύξηση του κατώτατου μισθού αναβλήθηκε ουσιαστικά επ’ αόριστο. Άρα το κρίσιμο τούτη την ώρα είναι να μπορέσουμε αντιπολίτευση και εργαζόμενοι να συντονίσουμε τις φωνές μας καταρχάς για να αποφύγουμε πάση θυσία να καταστούν μόνιμες αυτές οι ανατροπές, και δευτερευόντως για να αντιστραφούν.

–      Θεωρείτε δηλαδή ότι απειλείται το Εργατικό Δίκαιο όπως το γνωρίσαμε μέχρι σήμερα;

Σαφώς και απειλείται. Η κυβέρνηση έδειξε τις προθέσεις της για τη μεγάλη αρνητική ανατροπή πολύ πριν την πανδημία. Και ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι τα όσα έκανε η ΝΔ την περίοδο 2012–2014 δεν ήταν ούτε αποτέλεσμα έξωθεν πιέσεων ούτε συνέπεια έκτακτων συνθηκών, αλλά καθαρή συνειδητή πολιτική επιλογή. Διότι ήδη με το πού ανέλαβε πριν από έναν χρόνο περίπου, συνέχισε το «έργο» εκείνης της μαύρης περιόδου. Τα πρώτα της μέτρα ήταν το χτύπημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η κατάργηση της αιτιολόγησης των απολύσεων, ώστε να είναι ελεύθερες και ανεξέλεγκτες, η κατάργηση των μέτρων προστασίας για τους εργολαβικούς εργαζόμενους. Η πανδημία ήταν η ευκαιρία για να εντείνει την επίθεσή της με τα μέτρα που προανέφερα, μέτρα ραγδαίας μείωσης μισθών και φτωχοποίησης των εργαζόμενων, μέτρα ακραίας ελαστικοποίησης της εργασίας. Είναι δομική αντίληψη αυτή της ΝΔ, που θεωρεί πως όσο πιο φθηνή είναι η εργασία και όσο λιγότερη προστασία έχει, όσο λιγότεροι κανόνες υπάρχουν, όσο πιο ισχυρό είναι το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και συνακόλουθα η επισφάλεια του εργαζόμενου, τόσο λιγότερα «εμπόδια» θα υπάρχουν στην παραγωγικότητα, τόσο θα ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα και θα επιτυγχάνεται η ανάπτυξη. Στην αντίληψη αυτή θέλει να προσαρμόσει και το εργατικό δίκαιο. Να το μετατρέψει, δηλαδή, από ένα εργαλείο προστασίας του αδύναμου μέρους της σχέσης, δηλαδή του εργαζόμενου, σε ένα εργαλείο ισχυρότερης επιβολής του εργοδότη. Η αντίληψη αυτή, όμως, έχει αποδειχτεί όχι μόνο ολέθρια για την κοινωνία αλλά και εντελώς καταστροφική για την οικονομία. Οδηγεί σε συνολική συμπίεση των εισοδημάτων των πολιτών και της μεσαίας τάξης, σε ραγδαία φτωχοποίηση τεράστιων κοινωνικών ομάδων, σε καθίζηση της ζήτησης, ενώ επ’ ουδενί δεν αυξάνει την παραγωγικότητα καθώς δεν επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό, στην εξειδίκευση, την καλύτερη αποδοτικότητα που διασφαλίζουν οι σταθερές σχέσεις εργασίας και η βελτίωση των μισθών. Είναι μια συνταγή που δυστυχώς στη χώρα μας έχει δοκιμαστεί με τον πλέον σκληρό τρόπο και έχει περίτρανα αποτύχει. Είναι ο δρόμος που αποδεδειγμένα οδηγεί στην ύφεση, την ανεργία, τον κοινωνικό μαρασμό.

–      Κυρία Αχτσιόγλου, με δεδομένη την έκταση της ανεργίας και τη μείωση των εσόδων του ΕΦΚΑ, πιστεύετε ότι μπορεί και να τεθεί και θέμα συντάξεων σε κάποιο χρονικό διάστημα;

Το ασφαλιστικό είναι οργανικά συνδεδεμένο με την αγορά εργασίας. Η αύξηση της ανεργίας, η μείωση των μισθών, η πτώση του τζίρου και του εισοδήματος των επαγγελματιών, δημιουργεί αυτόματα μείωση εσόδων στον ΕΦΚΑ, η οποία είναι ήδη μεγάλη και βρισκόμαστε ακόμα στα 2/3 της χρονιάς. Για να σας δώσω μια τάξη μεγέθους, ήδη μιλάμε για έλλειμμα της τάξης των 600 εκ. στον ΕΦΚΑ. Σας θυμίζω ότι τα ασφαλιστικά ταμεία παραδόθηκαν με πλεόνασμα από τον ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ. Και είναι πραγματικά κρίμα η προσπάθεια που έγινε μετά το 2015 για να στηθεί το ασφαλιστικό σύστημα στα πόδια του και να καταστεί βιώσιμο, να ακυρώνεται λόγω της κάκιστης διαχείρισης της κρίσης του κορονοϊού από την κυβέρνηση. Μια κρίση που ειρήσθω εν παρόδω γίνεται συστημική οικονομική κρίση ακριβώς λόγω αυτής της διαχείρισης. Στο ευθύ ερώτημα που απευθύναμε στον υπ. Εργασίας για το τι προτίθεται να κάνει για αυτή την ιδιαιτέρως ανησυχητική εξέλιξη στο ασφαλιστικό, η θολή απάντηση που έχουμε λάβει είναι ότι θα συνεχίσει τις ίδιες πολιτικές στην αγορά εργασίας, αυτές τις πολιτικές δηλαδή που ήδη έχουν παραγάγει ένα τέτοιο έλλειμμα, αλλά με έναν μαγικό τρόπο όλα θα πάνε καλά και τα όποια κενά στο ασφαλιστικό θα τα καλύψει ο κρατικός προϋπολογισμός. Λες και ο κρατικός προϋπολογισμός δεν αφορά τις ζωές των πολιτών. Λες και κρατικός προϋπολογισμός δεν είναι έσοδα που προκύπτουν από φόρους και εισφορές των πολιτών και έξοδα που αφορούν μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, την υγεία, την παιδεία, τις κοινωνικές δαπάνες. Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημά σας είναι ότι όσο η κυβέρνηση συνεχίζει αυτή την καταστροφική πολιτική στην αγορά εργασίας, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα προκαλεί οξύτατα προβλήματα στο ασφαλιστικό σύστημα, που θα τα πληρώσουν οι πολίτες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Είτε δηλαδή με απευθείας επίπτωση στις συντάξεις τους, είτε στα επιδόματα και τις υπηρεσίες που λαμβάνουν από το κράτος, είτε με αύξηση στους φόρους και τις εισφορές που πληρώνουν. Το κρίσιμο και το επείγον λοιπόν είναι η αλλαγή πολιτικής στην αγορά εργασίας, ώστε να στηριχτούν οι θέσεις εργασίας και οι μισθοί και να αντιστραφεί η αρνητική εικόνα που διαμορφώνεται και στα οικονομικά της κοινωνικής ασφάλισης. Δυστυχώς, μία τέτοια προοπτική δεν είναι ορατή με κυβέρνηση της ΝΔ.

–      Έχουμε και το θέμα με τα αναδρομικά των συνταξιούχων. Μετά την  απόφαση της κυβέρνησης, λύση είναι νέες προσφυγές στη δικαιοσύνη;

Η απόφαση της κυβέρνησης δεν είναι μόνο αντισυνταγματική, είναι βαθιά αντικοινωνική και τιμωρητική για τα 2,5 εκατομμύρια των συνταξιούχων. Δεν είναι απλά εμπαιγμός αλλά εν ψυχρώ κλοπή, ιδιαίτερα των χαμηλοσυνταξιούχων οι οποίοι δεν θα λάβουν απολύτως τίποτα. Η ΝΔ λέει ουσιαστικά στους συνταξιούχους ότι ενώ σας οφείλω 4, σας δίνω 1 και τα υπόλοιπα 3 διαγράφονται. Και αυτή την απαράδεκτη μεθόδευση, δεν δίστασε να την κάνει νόμο του κράτους! Η κυβέρνηση, έστω και τώρα, οφείλει να συμμορφωθεί με την απόφαση του ΣτΕ. Να δώσει τα αναδρομικά σε όλους τους συνταξιούχους χωρίς καμία εξαίρεση. Είναι εξάλλου αναδρομικά από τις περικοπές που η ίδια είχε κάνει, με τον ίδιο μάλιστα υπουργό τον κ. Βρούτση το 2012. Είναι αδιανόητο να εξωθεί τους συνταξιούχους σε νέες δικαστικές προσφυγές και τεράστια έξοδα, όταν το ΣτΕ τους δικαίωσε με πολύ συγκεκριμένο και σαφή τρόπο. Μάλιστα, με δεδομένο το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ άφησε στα δημόσια ταμεία το “μαξιλάρι” των 37 δισ. και φέτος δεν ισχύουν οι στόχοι των πλεονασμάτων και το σύμφωνο σταθερότητας, οι δημοσιονομικές δυνατότητες υπάρχουν για να καταβληθεί ολόκληρο το ποσό των 3,9 δισ. αναδρομικών που δικαιούνται οι συνταξιούχοι. Ίσως μάλιστα η φετινή χρονιά να συνιστά και ένα παράθυρο ευκαιρίας για μια τέτοια πληρωμή, ακριβώς διότι το σύμφωνο σταθερότητας έχει για φέτος ανασταλεί.

–      Την πρόταση της «Επιτροπής Σοφών» υπό τον κ. Πισσαρίδη στα εργασιακά, πώς την κρίνετε; Τι αλλαγές και προς ποια κατεύθυνση προβλέπει στα εργασιακά;

Το σχέδιο Πισσαρίδη επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση βλέπει τους εργαζόμενους και τα δικαιώματά τους περισσότερο ως πρόβλημα, παρά ως παραγωγική δύναμη. Παράλληλα επαναλαμβάνει όλα τα  ιδεοληπτικά νεοφιλελεύθερα κλισέ: ότι οι άνεργοι φταίνε για την ανεργία τους γιατί δεν είναι αρκετά ευέλικτοι ή σωστά καταρτισμένοι. Ότι οι παροχές του κοινωνικού κράτους δεν είναι προϋποθέσεις αξιοπρεπούς διαβίωσης και όροι κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά χατίρια που πρέπει να καταργηθούν. Ότι το ασφαλιστικό μας σύστημα είναι κοστοβόρο και δεν θα πρέπει να λειτουργεί αναδιανεμητικά. Στη βάση αυτών των θέσεων προβλέπει μεταξύ άλλων, ευκολότερες απολύσεις, φθηνότερες υπερωρίες χωρίς προδήλωση, μείωση των παροχών προς τους ανέργους και των παροχών μητρότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους, συρρίκνωση του πλαισίου προστασίας των εργαζόμενων. Και φυσικά επαναφέρει το σχέδιο για την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης,με προφανή στόχο την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά και ένα δυσθεώρητο κόστος που θα επιβαρύνει τους σημερινούς ασφαλισμένους και συνταξιούχους.

–      Προβλέπετε συνεπώς «θερμό» φθινόπωρο σε κοινωνικό επίπεδο; Ή το γεγονός ότι ακόμα τουλάχιστον δεν προβάλλει εναλλακτική πολιτική λύση, η δυσαρέσκεια θα παραμείνει χωρίς να μετατραπεί σε πολιτική δράση;

Οι κοινωνικές αντιδράσεις όπως και το ξέσπασμα των κοινωνικών αγώνων ούτε προεξοφλούνται  ούτε προαναγγέλονται. Με δεδομένο όμως ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε εξαιρετική πίεση, αλλά και ότι το τελευταίο διάστημα έχουν υπάρξει εστίες κοινωνικών αντιστάσεων, όπως έγινε για την απαγόρευση των διαδηλώσεων, όπως έγινε από τους εργαζόμενους στον πολιτισμό, όπως γίνεται στην παιδεία, φαίνεται ότι εισερχόμαστε σε έναν νέο κύκλο κοινωνικών αγώνων. Σε ό,τι αφορά την εναλλακτική πολιτική λύση για την οποία ρωτάτε, η πολιτική λύση προκύπτει και μέσα από την κίνηση των κοινωνιών, δεν προϋποτίθεται. Είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών κινήσεων. Δεν φτιάχνεις ένα πρόγραμμα που το σερβίρεις στην κοινωνία και η κοινωνία εξεγείρεται. Δείτε για παράδειγμα το ζήτημα του αφοπλισμού της αστυνομίας στις ΗΠΑ. Το αίτημα αυτό  δεν κατέστη επιτακτικό επειδή μια πολιτική δύναμη το έφερε στο προσκήνιο. Με αυτό θέλω να πω δυο πράγματα. Αφενός ότι πολλές φορές τα κοινωνικά κινήματα είναι πιο μπροστά από τις πολιτικές δυνάμεις. Αφετέρου ότι η σχέση κοινωνίας και πολιτικών κομμάτων είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτή που συχνά υπονοείται. Το κρίσιμο πολιτικά είναι να είσαι παρών, ενεργός μέσα στην κοινωνική κίνηση ώστε να μπορείς να εκφράσεις το αίτημα για πολιτική και κοινωνική αλλαγή και να το επεξεργαστείς περαιτέρω. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν στην παρούσα συγκυρία δεν θα πρέπει να είναι απλώς παρών αλλά ταυτόχρονα να λειτουργήσει και ως πυροκροτητής κοινωνικών αντιστάσεων αλλά και να επεξεργαστεί ένα συνολικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα πολιτικής αλλαγής, πάντοτε σε συνομιλία με τις κοινωνικές αντιστάσεις και ασφαλώς στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας και του κοινωνικού κράτους.

–      Ο ΣΥΡΙΖΑ έναντι της κυβέρνησης; «Σκληρό ροκ»;

Αυτή η κυβέρνηση έχει αποδειχθεί επικίνδυνη για την κοινωνία. Επομένως όχι απλώς «σκληρό ροκ», αλλά συνολική, δομική, μαχητική κοινωνική και πολιτική αντιπολίτευση σε όλα τα επίπεδα. Από το κοινοβούλιο μέχρι τον δρόμο.