Στις 19:30 την περασμένη Παρασκευή στο δελτίο ειδήσεων του OPEN παρουσιάστηκε μια συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Αμερική στην οποία έλεγε ότι οι δημοσκοπήσεις προεξοφλούν πως θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.

Το αμέσως επόμενο θέμα, ήταν, ότι στη χώρα του, μόνο στο νοσοκομείο «Αγία Σοφία», τρεις χιλιάδες – αριθμός: 3.000 – παιδιά, περιμένουν σε λίστα αναμονής για να χειρουργηθούν.

Μια από τις δύο ειδήσεις πάσχει. Δεν μπορεί σε ένα δημόσιο σύστημα υγείας με αυτή την τραγική λίστα ζωής ή θανάτου, οι άνθρωποι να ψηφίζουν αυτόν που φέρει την ευθύνη.

Ο Πρωθυπουργός βρίσκεται στο κέντρο της διεθνούς κατακραυγής για τις παρακολουθήσεις, διευθύνει μια κυβέρνηση αποτυχημένων – που κάνει πρωταθλητισμό στην αδιαφάνεια, στη διαφθορά και στη σήψη, στον κομματισμό, στην αναδιανομή εισοδήματος υπέρ των ολίγων – και ταυτόχρονα εμφανίζεται σε σώματα «ερωτηθέντων» πολιτών να είναι ο «καταλληλότερος» να κυβερνάει και φαβορί για τις εκλογές.

Οι ίδιες δημοσκοπήσεις, δείχνουν ότι συγκεντρώνει την ευρύτατη αποδοκιμασία της πλειοψηφίας του λαού για την πολιτική του σε όλους τους κρίσιμους τομείς της ζωής των ανθρώπων. Πώς συμβιβάζονται αυτά;

Προφανώς ο Μητσοτάκης και οι εταιρίες δημοσκοπήσεων, τη δουλειά τους κάνουν. Υπάρχουν όμως κάποιοι που δεν κάνουν τη δική τους: οι αντίπαλοί του – και για την ακρίβεια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Το τελευταίο διάστημα, και μετά την “παρέλαση” των πολιτικών αρχηγών από τη ΔΕΘ, δημοσιεύτηκαν τρία γκάλοπ. Και στα τρία ο Πρωθυπουργός κυριαρχεί και το κόμμα του προηγείται με διαφορά ασφαλείας.

Αντίθετα, ο βασικός αντίπαλός του, Αλέξης Τσίπρας, εμφανίζεται με φθορά…μεγαλύτερη από την κυβέρνηση. Αυτός που βαρύνεται με τη λαϊκή δυσφορία…επικρατεί, και αυτός που την αναδεικνύει, χάνει. Μόνο φυσιολογικό δεν το λες.

Καμία κρίσιμη πολιτική ένδειξη δεν συνηγορεί σε αυτή την αποτύπωση των διαθέσεων της κοινής γνώμης. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς έκανε στη ΔΕΘ ο Μητσοτάκης και συγκέντρωσε δημοσκοπικά ευρύτερη αποδοχή από τον Τσίπρα.

«Γίναμε ξαφνικά όλοι οι Έλληνες μαζοχιστές και μας αρέσει να μας εκμεταλλεύονται και να μας κλέβουν, ή επικροτούμε τις μεθόδους παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων μας;», έγραψε στο TVΧS ο καθηγητής Γιάννης Μυλόπουλος – εκ μέρους του ΣΎΡΙΖΑ κατά κάποιο τρόπο.

Εκεί σταματά ο προβληματισμός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τις εταιρίες που το βγάζουν έξω από το παιχνίδι της διακυβέρνησης.

Μπορεί και να είναι. Αλλά αυτό δεν νοείται να προκύπτει με δημοσκοπήσεις που…ΔΕΝ είναι δημοσκοπήσεις.

Η «αναγωγή», η «εκτίμηση ψήφου», η «εκλογική επιρροή», και άλλα «συστήματα», που χρησιμοποιούν οι δημοσκόποι, δεν είναι «μέτρηση». Είναι η γνώμη τους.

Στην ουσία αλλοιώνουν τα δικά τους γκάλοπ. Π.χ., ενώ καταγράφουν για τη ΝΔ ποσοστά – «ερωτηθέντων» – πολύ κάτω από το ψυχολογικό 30%, την εμφανίζουν – με δικούς τους συλλογισμούς – κοντά την αυτοδυναμία.

Και ο Μητσοτάκης, που τα ίδια «δείγματα» του χρεώνουν την ευθύνη για τα προβλήματα των πολιτών, εμφανίζεται να προηγείται σταθερά έναντι του Τσίπρα που παρουσιάζει τις λύσεις – έστω ως υπόσχεση.

Καθώς εμφανώς κάποιοι κοροϊδεύουν κάποιους, αποτελεί ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση και του Αλέξη Τσίπρα ως εν δυνάμει Πρωθυπουργού, να βρουν τι συμβαίνει. Αξιοποιώντας απλώς τα θεσμικά και νομικά εργαλεία που διαθέτουν.

Να επιμείνουν, δηλαδή, στη δημιουργία πλαισίου διαφάνειας και εγκυρότητας για τις δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται. Με την υλοποίηση της νομοθεσίας που ήδη υφίσταται από την εποχή του Ρουσόπουλου. Ώστε να μην μπορούν, είτε κάποιες εταιρίες είτε κάποια ΜΜΕ, να παίζουν πολιτικά παιχνίδια. Πόσο μάλλον με την ανοχή κάποιων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ – που σιωπούν με ανταλλάγματα.

Καθώς είναι εμφανής ο κίνδυνος να χρησιμοποιούνται δημοσκοπήσεις για να επηρεάσουν το φρόνημα των ψηφοφόρων και να δημιουργήσουν όρους ανισότητας στην πολιτική αντιπαράθεση, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ζητήσει τεκμήρια εγκυρότητας – με τη διασφάλιση των εξής απλών προϋποθέσεων:

  • Πρώτον: Εταιρία που κοινοποιεί πολιτική δημοσκόπηση, οφείλει να κοινοποιεί και βεβαίωση ότι ο ιδιοκτήτης της δεν κάνει παράλληλα και δουλειές με το κράτος που εξαρτώνται από την κυβέρνηση.
  • Δεύτερον: Να δημοσιεύεται ρητά ποιος πληρώνει για κάθε δημοσκόπηση και πόσο πληρώνει, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας ιδιότυπης «λίστας Πέτσα», όπως αποκαλύφθηκε, αναδρομικά μάλιστα, στην Αυστρία. Εκεί οδήγησε σε παραίτηση Πρωθυπουργού, εδώ δεν μας απασχολεί καν…
  • Τρίτον: Να υπογράφει η εταιρία υπεύθυνη δήλωση ότι τηρήθηκαν πράγματι οι επιστημονικές προδιαγραφές που επικαλείται – ιδίως σε ότι αφορά την απασχόληση του κατάλληλου προσωπικού στη συλλογή και επεξεργασία στοιχείων.
  • Τέταρτον: Δημόσια αρχή – και εν προκειμένω το ΕΣΡ – να ελέγχει τακτικά αν οι εταιρίες συμπληρώνουν πράγματι τα ερωτηματολόγια που αναφέρουν, και ότι από την επεξεργασία τους προκύπτουν όντως όσα κοινοποιούν ως ποσοστά προτιμήσεων.
  • Πέμπτον: Να θεωρείται δημοσκόπηση αποκλειστικά η φωτογραφία των ευρημάτων, αφού οι επιπλέον «εκτιμήσεις» δεν είναι τμήμα της μέτρησης και δεν προέρχονται από το «δείγμα», αλλά από «δημιουργικούς» υπολογισμούς.

Για λόγους δημοσίου συμφέροντος, διαφάνειας, και διασφάλισης συνθηκών υγιούς πολιτικής αντιπαράθεσης, οτιδήποτε που δεν έχει αυτές τις προϋποθέσεις, δεν μπορεί να θεωρείται γκάλοπ, αλλά συνιστά απόπειρα αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Παραδόξως, στην Κουμουνδούρου – αλλά και στη Χαριλάου Τρικούπη, όπου ο Ανδρουλάκης…ράβει κοστούμι Πρωθυπουργού – δεν κάνουν το παραμικρό για να διασφαλιστεί η δημοσκοπική διαφάνεια.

Πρακτικά, να «εξυγιανθεί» αυτός ο επαγγελματικός χώρος στον οποίο φύονται διαρκώς νέες εταιρίες χωρίς να δικαιολογείται από το μέγεθος της ελληνικής αγοράς ερευνών κοινής γνώμης με βάση τον πληθυσμό. Ακόμη και εταιρίες μιας χρήσης εμφανίζονται – απλώς για να διευκολύνουν κάποια ΜΜΕ στη «γραμμή» τους υπέρ ενός και εναντίον άλλου κόμματος.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δέχεται ότι στον ορυμαγδό του εφετινού θέρους η ΝΔ έχασε μόνο μια μονάδα στην «προτίμηση ψήφου» – αν μάλιστα είχαμε τώρα εκλογές – συγκρινόμενη με την προγενέστερη περίοδο, όπως φέρονται να δηλώνουν όσοι έχουν ερωτηθεί από τις εταιρίες, και ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κέρδισε μόλις 0,2% – ενώ σε μερικές έχασες κιόλας – δεν υπάρχει λόγος να κατεβεί στις εκλογές. Θα βγάλουν οι δημοσκόποι κυβέρνηση.

Χωρίς αξιώσεις έντιμης αντιπαράθεσης και εξυγίανσης αυτής της «ευαίσθητης» πολιτικά ερευνητικής δραστηριότητας, ο πρώτος που κοροϊδεύει κάποιον, είναι ο ΣΎΡΙΖΑ: τον εαυτό του.