Σε δήλωσή του ο επικεφαλής της παράταξης «Περιφερειακή Σύνθεση», Χριστόδουλος Τοψίδης, για το θέμα της σύγκλησης του Περιφερειακού Συμβουλίου, αναφέρει:

“Με έκπληξή μου έλαβα γνώση της μεγαλοπρεπούς απάντησης του Προέδρου του Περιφερειακού Συμβουλίου στο νόμιμο αίτημα που υποβάλαμε από κοινού οι περιφερειακοί σύμβουλοι της αντιπολιτεύσεως, προκειμένου να συζητηθεί επί νέας βάσεως το θέμα του ορισμού των εκπροσώπων της Περιφέρειας στο Δ.Σ. της εταιρείας ΔΕΣΜΟΣ – ΑΜΘ εν όψει των εγγράφων διευκρινίσεων που δόθηκαν από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών κατόπιν σχετικού γραπτού ερωτήματος.

Εν όψει του γεγονότος ότι ο κ. Πρόεδρος επιλέγει για πολλοστή φορά την απάντησή του να την κοινολογήσει δια του τύπου βάλλοντας πλέον και προσωπικά και πολιτικά εναντίον μου, για πρώτη φορά, θα θέσω με τη σειρά μου τα πράγματα ως έχουν, ώστε να διαλυθεί το νέφος της ανακρίβειας που δυστυχώς για την αυτοδιοίκηση της περιοχής μας σκεπάζει τα ανακοινωθέντα και πραχθέντα της εν ενεργεία Διοίκησης στο εν λόγω κρίσιμο ζήτημα:

Ψεύδεται και το γνωρίζει, καθότι νομικός και ο ίδιος ο Πρόεδρος, όταν κάνει λόγο για ύπαρξη «δύο δικαστικών αποφάσεων» που έχουν κρίνει ότι η 160/2020 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου είναι απολύτως νόμιμη – μέχρι και τη στιγμή που αυτές οι γραμμές συντάσσονται δεν υφίσταται ουδεμία δικαιοδοτική κρίση που να αποφαίνεται επί της ουσιαστικής νομιμότητας της εν λόγω απόφασης του Περιφερειακού Συμβουλίου. Ούτε η Επιτροπή του άρθ. 7 είναι βέβαια Δικαστήριο, ούτε η προσωρινή διαταγή του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής έχει εκφέρει κρίση επί της νομιμότητας της εν λόγω απόφασης. Για την ακρίβεια, το Διοικητικό Εφετείο Κομοτηνής, το οποίο εξέτασε εν συμβουλίω στις 26-01-2021 την αίτηση αναστολής, μέχρι σήμερα δεν έχει εκδώσει απόφαση επί των συγκεκριμένων αιτημάτων: η απόρριψη της προσωρινής διαταγής είναι αναιτιολόγητη και δεν συνιστά δικαιοδοτική κρίση ή δικαστική απόφαση. Κατά συνέπεια, μέχρι σήμερα, η Δικαιοσύνη ΔΕΝ έχει αποφανθεί, όπως παραπειστικά επιχειρεί να πείσει ο κ. Πρόεδρος με την ανακοίνωσή του για λόγους που μόνον ο ίδιος γνωρίζει.

Απορία γεννούν λοιπόν τα ανωτέρω λεγόμενα από τον κ. Πρόεδρο – αν μη τι άλλο, ως νομικός και θεματοφύλακας ο ίδιος της νομιμότητας της λειτουργίας του Π.Σ. πρώτος οφείλει να γνωρίζει ότι η ίδια η χρηστή διοίκηση θέτει και επιβάλει το όριο της διακριτικής ευχέρειας στη λειτουργία της κατά την ανάκληση των μη νομίμως εκδοθεισών διοικητικών πράξεων, που σημαίνει ότι μία πράξη, ακόμη και αν δεν ακυρώθηκε από τα Δικαστήρια, όταν ανακύψουν οι αποχρώσες ενδείξεις της παρανομίας της, είναι άμεσα ανακλητή από το όργανο που την εξέδωσε, το οποίο μάλιστα, τότε ακριβώς καθίσταται υπόλογο και υπεύθυνο όταν λαμβάνει γνώση ακριβώς των νέων δεδομένων που καθιστούν την πράξη του μη νόμιμη, ανεξαρτήτως της δικαστικής ή μη προσβολή της.

Αυτές τις βασικές αρχές του διοικητικού δικαίου επιλέγει να αγνοεί ο κ. Πρόεδρος, για τον οποίο, το έγγραφο του Υπουργείου που δίνει τις μη αρεστές απαντήσεις είναι ταυτόχρονα ένα έγγραφο «χωρίς καμία κανονιστική ή δεσμευτική ισχύ», αλλά και ένα έγγραφο του οποίου όχι μόνο έχει σπεύσει η Π.Α.Μ.Θ. να αιτηθεί την επανεξέταση από το Υπουργείο χωρίς ασφαλώς να κοινοποιεί με βάση ποια νεότερα στοιχεία και επιπλέον το θεωρεί τόσο σημαντικό ώστε να υπονοεί ότι η πρόκληση της έκδοσής του τυποποιεί το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο αφήνει έντεχνα αιχμές σε βάρος μου στην επιστολή του.

Το σύνολο της ανακοίνωσης του κ. Προέδρου αλλά και η επιστολή του προς τα μέλη του Π.Σ. την οποία συγκοινοποίησε προς τα Μ.Μ.Ε., για να προκαλέσει άγνωστο ποιες εντυπώσεις, αποσκοπούν αποκλειστικά να εγκαθιδρύσουν ένα κλίμα αδιαφάνειας προκαταλαμβάνοντας τις εντυπώσεις, καταφανώς λόγω της έκπληξης που προκλήθηκε από την αυτονόητη έγγραφη απάντηση του Υπουργείου Εσωτερικών, στην οποία καταδείχθηκε αυτό που ως αντιπολίτευση εξ αρχής υποστηρίξαμε: ο αυτονόητος συμπεριληπτικός χαρακτήρας της εκπροσώπησης της ΠΑΜΘ στο ΔΣ της ΔΕΣΜΟΣ.

Επιτέλους, ας γίνει κατανοητό: δεν έχει ακόμη αποφανθεί η Δικαιοσύνη, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η χρηστή Διοίκηση είναι τυφλή και δεν μπορεί να δει με καθαρότητα τα ενδεχόμενα σφάλματα και παραλείψεις που μπορεί να έχουν διαλάθει της προσοχής της και να τα αποκαταστήσει προς όφελος των συνταγματικά κατοχυρωμένων αρχών της λαϊκής κυριαρχίας, της διαφάνειας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των διοικουμένων, ασκώντας και γόνιμα την αυτοκριτική της χωρίς στείρες ομφαλοσκοπήσεις και εσωτερικούς λεονταρισμούς: το Περιφερειακό Συμβούλιο και η λειτουργία του δεν είναι όχημα στην υπηρεσία κανενός ατομικού συμφέροντος, παρά μόνο του συλλογικού συμφέροντος των πολιτών της Περιφέρειας”.