• Άρθρο του Αλέξη Τσίπρα στο αφιέρωμα “World Review” του Euro2day.gr και των New York Times για τις ανισότητες.

Η έκρηξη των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων, μετά την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος τη δεκαετία του ’70, οφείλεται ως επί το πλείστον στην κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, αρχικά στη Μεγάλη Βρετανία, αργότερα σχεδόν στο σύνολο του δυτικού κόσμου.

Βασικό γνώρισμα της επανέκδοσης των ιδεών του οικονομικού φιλελευθερισμού του 18ου αιώνα ήταν η έμφαση στην επιδίωξη της ατομικής οικονομικής ελευθερίας και η πρωτοκαθεδρία των ελεύθερων αγορών, χωρίς αντίστοιχα καμία έγνοια για τα ατομικά και συλλογικά πολιτικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοφανής συγκέντρωση πλούτου και ισχύος στα χέρια μιας ολιγαρχίας αποτέλεσε πολιτική επιλογή – δεν είναι ούτε φυσικό φαινόμενο ούτε νομοτελειακή εξέλιξη της ιστορίας. Και, πολύ περισσότερο, οι ανισότητες είναι «αντίθετες στην ανθρώπινη φύση» και όχι το αντίστροφο, όπως ισχυρίστηκε ο κ. Μητσοτάκης στην ομιλία του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το 2017.

Αυτό που πραγματικά αντίκειται στην ανθρώπινη φύση είναι η διάβρωση της δημοκρατίας στην οποία οδηγεί η υπερσυγκέντρωση αυτή. Διότι, αυτοαποσυρόμενο από το οικονομικό πεδίο, το πολιτικό σύστημα δεν μεταφέρει μόνο οικονομική αλλά και επιπλέον πολιτική ισχύ στο ιδιωτικό κεφάλαιο, όταν εκείνο, θεσμικά ανεμπόδιστο πλέον, επενδύει τα κέρδη του στον τομέα των τεχνολογιών της επικοινωνίας και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Είναι, όμως, πλέον αποδεδειγμένο ότι η προκλητική υπερσυγκέντρωση εισοδημάτων, πλούτου και ισχύος, απειλεί την κοινωνική σταθερότητα και τη δημοκρατία, λειτουργώντας και ως εφαλτήριο για τον ακροδεξιό λαϊκισμό.

Αλλά το πρόβλημα δημοκρατίας από την ακραία ανισότητα εισοδημάτων και πλούτου δεν εντοπίζεται μόνο στο εσωτερικό των κοινωνιών – είναι και παγκόσμιο πρόβλημα, που αφορά στους συσχετισμούς ισχύος σε διεθνή κλίμακα. Προκαλείται από την απώλεια κυριαρχίας των κρατών, στην οποία οδηγούν οι ανεξέλεγκτοι πολυεθνικοί κολοσσοί που φοροαποφεύγουν μέσω χωρών – φορολογικών παραδείσων, η ανοχή των οποίων συνιστά και αυτή πολιτική επιλογή. Προκαλείται επίσης και από την ταχύτητα με την οποία τα κεφάλαια μετακινούνται ανά τον κόσμο.

Ενδεικτικό είναι ότι στην Ευρώπη, το 5% των πλουσιότερων πολιτών κατέχει σχεδόν το 40% του ιδιωτικού πλούτου. Η έκθεση της ανεξάρτητης επιτροπής για την ευημερία και ισότητα σε μια βιώσιμη Ευρώπη 2019 – 2024, που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία της Ομάδας της Προοδευτικής Συμμαχίας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διαπιστώνει ότι, εάν θεωρήσουμε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μία μόνο χώρα και όχι ως απλό μέσο όρο των κρατών – μελών της, οι εισοδηματικές ανισότητες είναι μεγαλύτερες απ’ ό,τι στις ΗΠΑ.

Η Ελλάδα, δυστυχώς συστηματικά, δηλαδή πριν από και μετά την κρίση, κατατάσσεται από το γερμανικό Ίδρυμα Μπέρτελσμαν ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρότι παρέλαβε στη δυσχερέστερη δημοσιονομικά περίοδο την ελληνική οικονομία, εργάστηκε για να αμβλύνει τις ανισότητες, καθώς έθεσε σε προτεραιότητα μεταρρυθμίσεις και πολιτικές για την καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας και των ανισοτήτων. Η θεσμοθέτηση του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης, η αναδιαμόρφωση της επιδοματικής πολιτικής με προτεραιότητα την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας, η επιδότηση στέγης για χιλιάδες αδύναμα νοικοκυριά, ακόμη και η ετήσια κατανομή κοινωνικού μερίσματος – όλες οι πρωτοβουλίες είχαν αυτή τη στόχευση.

Η υπερσυγκέντρωση πλούτου και ισχύος είναι πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων του νεοφιλελευθερισμού, συνεπώς πολιτική επιλογή και προτεραιότητα για τις δημοκρατικές και προοδευτικές κυβερνήσεις θα πρέπει να είναι η ανάσχεσή του και η άμβλυνση των συνεπειών του.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου είναι κατ’ εξοχήν πολιτικό ζήτημα, άρα η καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων σκιαγραφεί σήμερα τη βασική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις.

Οι προοδευτικές δυνάμεις, σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, οφείλουν να αναζητήσουν παρεμβάσεις για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και την καταπολέμηση των ανισοτήτων και της παρεπόμενης συγκέντρωσης πλούτου.

Όπως, για παράδειγμα, για τη θέσπιση ενιαίων φορολογικών μέτρων και κανόνων για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, τις βραχυπρόθεσμες κερδοσκοπικές κινήσεις κεφαλαίων και τη διευκόλυνση οικονομικών πολιτικών για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και την ανάσχεση των ανισοτήτων. Ή για την επιβολή ήπιων εκδοχών ενός ευρωπαϊκού φόρου Tobin στις βραχυπρόθεσμες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, ώστε να «ρίξουμε άμμο στους τροχούς της κερδοσκοπίας». Η φορολόγηση των ψηφιακών γιγάντων και πολυεθνικών κολοσσών εκεί όπου διασφαλίζουν τα υψηλότερα κέρδη, καθώς και η εισαγωγή μιας κοινής εταιρικής φορολογικής βάσης, ώστε να αποτρέπεται ο φορολογικός ανταγωνισμός και η δυνατότητα των πολυεθνικών να μεταφέρουν τζίρους και κέρδη από τη χώρα όπου τα αποκομίζουν σε άλλη, για να εκμεταλλευθούν τους χαμηλότερους συντελεστές φορολόγησης.

Σε εθνικό επίπεδο, από τους πρώτους μήνες της θητείας της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κινείται, όπως αναμέναμε, με ταχύτητα στην αντίθετη από την αναγκαία κατεύθυνση. Σε ό,τι αφορά τη φορολογική πολιτική, σπεύδει να αξιοποιήσει τον δημοσιονομικό χώρο που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εξασφάλισε, δίνοντας λίγα σε πολλούς και πολλά σε λίγους. Τόσο με την τροποποίηση της ελάφρυνσης του ΕΝΦΙΑ, ώστε αυτή τελικά να καλύπτει τις μεγάλες περιουσίες, όσο και με φορολογία των επιχειρήσεων, όπου η μείωση θα γίνει αισθητή μόνο για όσες έχουν μεγάλα κέρδη. Την ίδια στιγμή, χαρίζει δώρα και ασυλία στους οικονομικούς εγκληματίες. Τους αποδεσμεύει τους δεσμευμένους λογαριασμούς και αλλάζει πραξικοπηματικά, προκειμένου να ελέγξει ασφυκτικά, την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, στο κρίσιμο ερώτημα του πώς αντιμετωπίζεται η συγκέντρωση πλούτου στα χέρια ολοένα και λιγότερων, επιχείρησε να θέσει η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την αναθεώρηση του Άρθρου 21 του Συντάγματος, εισάγοντας την κρατική εγγύηση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλους τους πολίτες, του κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία και τον δημόσιο έλεγχο των βασικών κοινωνικών αγαθών, όπως το νερό και ο ηλεκτρισμός.

Η πρόταση αυτή καταψηφίστηκε από το σημερινό κυβερνών κόμμα στην προηγούμενη Βουλή και, δυστυχώς, το ίδιο θα συμβεί και στην παρούσα, οπότε δεν πρόκειται να λάβει τις απαιτούμενες 180 ψήφους για να εισαχθεί στο Σύνταγμα της πατρίδας μας.