Με ένα συγκινητικό σημείωμα, στο facebook, αποχαιρέτησε ο Teo Karanikas, τον αδέσποτο σκύλο της οδού Βενιζέλου που ποτέ δεν γαύγιζε, ποτέ δεν ήταν επιθετικός, ποτέ δεν ζητιάνευε, που του άρεσε να βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους, που ο ίδιος ήταν σαν άνθρωπος – σαν καλός άνθρωπος – αλλά που έμελλε από χέρι ανθρώπου να πεθάνει, όπως και άλλοι τρεις σκύλοι της περιοχής…
Ένα κείμενο, που σίγουρα εκφράζει όλους όσους γνώριζαν το αγαπητό τετράποδο, εκτός προφανώς από το δίποδο που έριξε τη φόλα.
“Έτσι γνωριστήκαμε, ένα βράδυ του Γενάρη που μας πέρασε, στο αγαπημένο μου ΛουΚι. Σε αγάπησα μονομιάς, εννοείται οτι σε φωτογράφισα αμέσως.
Έκτοτε σ’ έβγαλα πολλές φωτό. Μου είχε κάνει εντύπωση το οτι ήσουν κι εσύ ένας θαμώνας του μπαρ, σου άρεσε να είσαι ανάμεσα σε ανθρώπους. Τη μέρα σ’ έβλεπα στις καφετέριες της Βενιζέλου, ειδικά στο Caffeine ή στη Λέσχη. Ποτέ δε ζητιάνευες, απλώς σου άρεσε η ανθρώπινη παρέα. Μετά ήρθε η καραντίνα, σ’ έβλεπα μονάχο να αράζεις δίπλα στο δρόμο με το κράσπεδο για μαξιλάρι ή κάτω απ’ τη σκιά ενός αυτοκινήτου ή εκεί δίπλα στον κάδο του Coffe island, είχατε και παρόμοιο χρώμα, εναρμονιζόσουν. Μού ‘φτιαχνες τη μέρα, δύσκολες μέρες εκείνες. Φρόντιζα κάθε μέρα να περνάω από εκεί, να σε βλέπω. Πάντα με κοίταζες στα μάτια, λες κι ήσουν άνθρωπος, καλός άνθρωπος. Ένιωθα σα να μιλούσαμε με τα μάτια κι ας μη σε χάιδεψα ποτέ, δε φαινόσουν τέτοιος τύπος. Μια φορά σού ‘δωσα κροκέτα, δεν την έφαγες, ήσουν χορτάτος μάλλον ή γκουρμέ τύπος, σε αγαπούσε ο κόσμος άλλωστε. Ήσουν πολύ κουλ, χαλαρός και φιλικός, ποτέ δε σε άκουσα να γαυγίζεις ή να είσαι επιθετικός. Ο ορισμός του ζεν. Μετά την καραντίνα ξανάνιωσες, ανάμεσα στους ανθρώπους που τόσο αγαπούσες, που νά ‘ξερες καημένε. Χθες βράδυ περπατώντας σε είδα στο γνωστό σημείο, να αγναντεύεις τον πεζόδρομο, ανάμεσα στον κόσμο. Σκέφτηκα να σε φωτογραφίσω, ήταν πολύ ωραία εικόνα. Ντράπηκα τον κόσμο και δεν τό ‘κανα, εδώ με κοιτούν περίεργα ενίοτε όταν φωτογραφίζω. Που νά ‘ξερα οτι ήταν η τελευταία φορά που σ’ έβλεπα. Κάποιο δίποδο αποφάσισε να σε δηλητηριάσει, μαζί με άλλα ζωντανά. Λογικά δε θα σε ήξερε, πόσο καλός ήσουν, δε γίνεται νά ‘ναι κανείς τόσο σκατόψυχος. Θα μου λείψεις πολύ, σ’ ένιωθα κάτι σαν φίλο, σαν μασκότ της πόλης. Είμαι πολύ στενοχωρημένος και θυμωμένος. Αντίο φιλαράκο, θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη”.