«Τόσο ο τακτικός προϋπολογισμός της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας – που έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2015 – όσο και οι πόροι από το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων, έχουν αυξηθεί σημαντικά. Αυτό δείχνει την πολιτική βούληση για στήριξη της έρευνας, καθώς αποτελεί σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο για τη χώρα, μέσα από την «οικονομία της γνώσης»», υπογράμμισε ο αναπληρωτής υπουργός Έρευνας και Καινοτομίας Κώστας Φωτάκης μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό «105,5 Στο Κόκκινο».

Επιπλέον ανέφερε οτι σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης, οι δαπάνες για την έρευνα το 2017 (οπότε και τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία), έφτασαν το 1,14% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας τα 2 δισ. ευρώ, και τόνισε τη σημασία του «να το συγκρίνουμε αυτό με την εποχή των «παχιών αγελάδων» όταν οι δαπάνες για την έρευνα ήταν π.χ. το 2003 στα 985 εκατ. ευρώ».

«Σήμερα αυξάνοντας τους προϋπολογισμούς για την έρευνα θέλουμε να αντιμετωπιστεί το μεγάλο πρόβλημα του brain drain αλλά και του brain waste» (σ.σ. δηλαδή τόσο της μετανάστευσης όσο και της μη αξιοποίησης καταρτισμένων επιστημόνων), συνέχισε ο αναπληρωτής υπουργός, περιγράφοντας τα τρία ζητούμενα προς αυτή την κατεύθυνση:
– δημιουργία νέων, ποιοτικών θέσεων εργασίας.
– κατάλληλα και ελκυστικά περιβάλλοντα για την εκτέλεση ερευνητικού έργου.
– προοπτικές που εμπνέουν, ιδιαίτερα για νέους επιστήμονες, είτε για να παραμείνουν στην χώρα είτε για να επιστρέψουν από το εξωτερικό.

«Έχουμε ήδη τα πρώτα στοιχεία για την αναστροφή του ρεύματος φυγής, πάντα για πολύ εξειδικευμένα άτομα», πρόσθεσε και επισήμανε τα προγράμματα του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας μέσα από τα οποία «βλέπουμε μία σημαντική τάση επιστημόνων που εργάζονται σε πανεπιστήμια του εξωτερικού να επιστρέψουν στη χώρα για ερευνητικά έργα που έχουν προτείνει σε ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα», θυμίζοντας συγχρόνως ότι «είχαν περάσει περίπου οκτώ χρόνια για να ανοίξουν στα ελληνικά πανεπιστήμια νέες θέσεις για καθηγητές, ερευνητές και επιστημονικό προσωπικό. Πολύ πρόσφατα εγκρίθηκαν 152 νέες θέσεις για ειδικό επιστημονικό προσωπικό που θα στελεχώσει τα ερευνητικά κέντρα της χώρας, ώστε να καλυφθούν πάγιες ανάγκες, για αυτή τη χρονιά και έπεται και συνέχεια. Επίσης έχουν ανοίξει θέσεις μέσα από τα προγράμματα του ΕΛΙΔΕΚ, το 2020 περιμένουμε να έχουν φτάσει τις 4.000 περίπου που αφορούν είτε υποψήφιους διδάκτορες είτε μεταδιδάκτορες είτε μέλη ΔΕΠ σε πανεπιστήμια, στηρίζονται νέοι επιστήμονες για να επιτελέσουν το έργο που έχουν προτείνει σε ελληνικά ιδρύματα, με ελκυστικές συνθήκες. Μπορεί να είναι υπεύθυνοι για να δημιουργήσουν τη δική τους ερευνητική ομάδα, να αναδείξουν τη δημιουργικότητα και το ταλέντο τους. Έχει αποδειχθεί πολύ ελκυστικό για να έρχονται ακόμη και από πολύ καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού».

Στον ιδιωτικό τομέα αντίστοιχα, όπως είπε, «μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η στελεχιακή στήριξη τμημάτων Έρευνας και Ανάπτυξης καινοτόμων επιχειρήσεων, είναι ό,τι πιο υγιές υπάρχει. Στη δεύτερη φάση του «Ερευνώ, Δημιουργώ, Καινοτομώ» που προκηρύσσεται τώρα με πόρους 250 εκατ. ευρώ όσον αφορά τη δημόσια δαπάνη, υπάρχει πρόνοια ακριβώς γι’ αυτή την στήριξη».

Αναφερόμενος επίσης σε συνεργασίες ή εξαγορές ελληνικών ερευνητικών δομών με κολοσσούς της παγκόσμιας αγοράς όπως η Tesla ή η Samsung τα τελευταία χρόνια, ο κ. Φωτάκης υπογράμμισε τη σημασία τα τμήματα αυτά να «παραμένουν στην χώρα. Αυτό θέλουμε, να έχουμε τέτοιους θύλακες εταιρειών καινοτόμων υψηλής τεχνολογίας που να παραμένουν στη χώρα. Είναι το απτό δείγμα αυτού που λέμε για νέο αναπτυξιακό πρότυπο με βάση την οικονομία της γνώσης, πολύ μακριά από το παρελθόν των παρασιτικών, κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων».

Advertisement