Ένας συνήθης ισχυρισμός που προβάλλεται απ’ όσους στέκονται με δυσπιστία απέναντι στην πανδημία του κορωνοϊού ή και αμφισβητούν ευθέως την επικινδυνότητα του ιού και κατ’ επέκταση την αναγκαιότητα της επιβολής περιοριστικών μέτρων, είναι ότι ως θύματα της νόσου καταγράφονται άνθρωποι οι οποίοι είχαν υποκείμενα νοσήματα και κατέληξαν εξ αιτίας αυτών. Πολλές φορές ο συγκεκριμένος ισχυρισμός συνοδεύεται από την εκτίμηση οτι ο αριθμός των θυμάτων “φουσκώνεται” εσκεμμένα προκειμένου να εξυπηρετηθούν ύποπτες σκοπιμότητες.

Σχετική απάντηση έχει δώσει πριν από έναν μήνα περίπου ο υπεύθυνος του Υπουργείου Υγείας για τον κορωνοϊό, λοιμωξιολόγος κ. Σωτήρης Τσιόδρας. Μεταξύ άλλων, ανέφερε:

“Ο αντικειμενικός τρόπος για να καταγράφονται οι θάνατοι από τον νέο ιό, είναι όταν οιοσδήποτε ασθενής σε οιοδήποτε περιβάλλον είχε θετικό μοριακό έλεγχο και πέθανε. Η ταξινόμηση των θανάτων γίνεται με συγκεκριμένα κριτήρια. Οιοσδήποτε θάνατος με θετικό μοριακό έλεγχο, δεν μπορεί να αποδοθεί σε άλλη αιτία χωρίς ξεκάθαρη απόδειξη. Ο θάνατος είναι πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Οι ευρωπαϊκές χώρες και η Ελλάδα δεν υπεισέρχονται στο εάν συνέβαλε πολύ ή λίγο ο κορωνοϊός σε κάποιον θάνατο”.

Με απλά λόγια, εφόσον ένας άνθρωπος διαγνωσθεί με κορωνοϊό και καταλήξει την κρίσιμη περίοδο, ακόμη κι αν προείχε υποκείμενα νοσήματα, το εύλογο συμπέρασμα που εξάγεται, είναι ότι ο ιός του έδωσε τη “χαριστική βολή”. Δηλαδή, εάν δεν συνέβαινε η προσβολή από τον ιό, ο ίδιος άνθρωπος θα συνέχιζε να ζει – έστω για κάποιους ακόμη μήνες ή για κάποια χρόνια. Το ίδιο ισχύει και για τον ιό της εποχικής γρίπης ή άλλους ιούς, όπως ο πνευμονιόκοκκος, που “χτυπούν” ευάλωτες ομάδες και οδηγούν τους προσβληθέντες στον θάνατο.

Πάντως, πέρα από το ζήτημα του τρόπου καταγραφής των αιτίων θανάτου, οι όποιες σκέψεις για εσκεμμένο “φούσκωμα” των θανάτων από κορωνοϊό, ελέγχονται ως έωλες και ανεδαφικές με μόνη τη σύγκριση του αριθμού θυμάτων που έχουν καταγραφεί τους τελευταίους μήνες στη χώρα μας με τον συνολικό αριθμό των θανάτων που έχουν συμβεί από όλες τις αιτίες. Μέχρι σήμερα ο επίσημος απολογισμός για τον κορωνοϊό στην Ελλάδα αναφέρει 178 θανάτους, αρχής γενομένης από τις 12 Μαρτίου 2020. Την ίδια στιγμή, για το πρώτο πεντάμηνο του έτους, δηλαδή από τον Ιανουάριο έως και τον Μάιο, οι ληξιαρχικές πράξεις θανάτου στη χώρα μας ανέρχονται σε 55.759. Αναλογικά, συμπεραίνουμε ότι κάθε μήνα έφυγαν από τη ζωή από διάφορες αιτίες, περίπου 11.000 συνάνθρωποί μας. Σημειωτέον ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα είναι παρόμοια με τα αντίστοιχα των προηγούμενων ετών, όπου οι θάνατοι στη χώρα μας ξεπερνούν σταθερά τον αριθμό των 110.000, ενώ κάποιες χρονιές έχουν αγγίξει ή υπερβεί τους 125.000. Τούτων δοθέντων, καθίσταται σαφές, ότι εφόσον ο οποιοσδήποτε επεδίωκε να εξυπηρετήσει οποιαδήποτε σκοπιμότητα προσθέτοντας “ανύπαρκτους” θανάτους από κορωνοϊό στη σχετική λίστα, τότε αυτή προφανώς δεν θα είχε μόλις 178 θύματα. Δεδομένου ότι στο κρίσιμο τρίμηνο Μαρτίου-Μαΐου οι συνολικοί θάνατοι στη χώρα μας ξεπέρασαν τους 30.000, είναι πρόδηλο ότι υπήρχαν τεράστια περιθώρια “κατασκευής” θυμάτων του κορωνοϊού προκειμένου οι υποτιθέμενοι εμπνευστές της συγκεκριμένης πρακτικής να μεγιστοποιούσαν την επιρροή τους στην κοινή γνώμη και να πετύχαιναν πολύ ευκολότερα και αμεσότερα τους όποιους σκοπούς τους. Βάσει του παραπάνω σκεπτικού, ο επίμαχος ισχυρισμός απορρίπτεται.