«Τώρα θυμηθήκατε τη μεσαία τάξη; Μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών;», είναι ένα ερώτημα που απευθύνεται από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ως επιχείρημα.

Ποια είναι η αλήθεια σχετικά με αυτή την αληθοφανή προσέγγιση;

Κατ’ αρχήν η κυβέρνηση παρέλαβε μια κοινωνία διαλυμένη με τον έναν στους τρεις πολίτες να διαβιεί κάτω από το όριο της ακραίας φτώχειας, μια κοινωνία καταρρακωμένη που είχε απωλέσει το 25% του ΑΕΠ σε τέσσερα χρόνια. Συνεπώς η επούλωση των πληγών δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.

Ψευδείς εντυπώσεις

Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, από το 2009 έως τα τέλη του 2014, 800.000 άτομα «έπεσαν» από τη μεσαία τάξη στο κατώτερο εισοδηματικό κλιμάκιο, ενώ όσοι απέμειναν στη μεσαία τάξη έχασαν το 35,5% των εισοδημάτων τους. Ποιος λοιπόν φτώχυνε τη μεσαία τάξη; Δεν ήταν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση της χώρας; Δεν κυβερνούσαν αυτά τα κόμματα; Αυτά τα κόμματα δεν επέβαλαν μέσα σε τέσσερα χρόνια 63 δισ. ευρώ λιτότητα και φόρους; Ποιος επέβαλε τον ΕΝΦΙΑ; Ποιος επέβαλε την εισφορά αλληλεγγύης;

Αντιθέτως, σύμφωνα πάντα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, την περίοδο 2015-2017 (μόνο μέχρι τα τέλη του 2017 είναι διαθέσιμα τα στοιχεία), 130.000 άτομα μετατοπίστηκαν από τα φτωχότερα στα μεσαία στρώματα, ενώ τα εισοδήματα των μεσαίων στρωμάτων φαίνεται οτι βελτιώθηκαν λίγο (αυξήθηκαν κατά 150 ευρώ ετησίως για τετραμελή οικογένεια). Τι δείχνουν τα στοιχεία αυτά; Ότι προφανώς δεν αποκαταστάθηκαν στα μεσαία στρώματα οι πληγές των πολιτικών της λιτότητας που επιβλήθηκαν την περίοδο 2010 -2014, αλλά η φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης συντελέσθηκε ξεκάθαρα την περίοδο εκείνη. Και την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ έγιναν κάποια πρώτα μικρά βήματα για την αποκατάσταση των μεσαίων στρωμάτων. Και μετά την έξοδο από τα μνημόνια η κυβέρνηση εντατικοποίησε τις πρωτοβουλίες για την ελάφρυνση των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων.

Ειδικά για τους τελευταίους που σήκωσαν ανισομερώς βάρη της κρίσης, η κυβέρνηση προχώρησε στη μείωση του ΕΝΦΙΑ 10%, στις 120 δόσεις σε Εφορίες, Ταμεία και ΟΤΑ που αποτελούν ανάσα για την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ελευθέρων επαγγελματιών, στη μείωση του ΦΠΑ σε εστίαση, τρόφιμα και ενέργεια, στη σταδιακή μείωση του φόρου επιχειρήσεων από 29% σε 25%, 1% κατ’ έτος και έναρξη το 2019 που ισχύει το 28%. Έχουν δοθεί δηλαδή σαφή δείγματα γραφής για τη στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής μετά την έξοδο από τα μνημόνια.

Και τώρα που η οικονομία το επιτρέπει πια, η κυβέρνηση ζητά νωπή λαϊκή εντολή για να προχωρήσει σε περαιτέρω συγκεκριμένες ελαφρύνσεις:
– στην κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για εισοδήματα ως 20.000 ευρώ, και στη μείωση των συντελεστών για μεγαλύτερα ποσά.
– στη μείωση της προκαταβολής φόρου από το 100%, στο 50%.
– στη μείωση του εισαγωγικού συντελεστή φορολόγησης, από το 22% στο 20%.
– στη νέα μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% μεσοσταθμικά, δηλαδή ως 50% για τις χαμηλές και μεσαίες ιδιοκτησίες.
– στη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ από το 13% στο 11%.

Οι πολίτες λοιπόν θα επιλέξουν εάν θα δώσουν εντολή στον ΣΥΡΙΖΑ να συνεχίσει με συγκεκριμένο πρόγραμμα ελαφρύνσεων, ή στη ΝΔ που υπόσχεται γενικά και αόριστα φορολογικές μειώσεις (για τις επιχειρήσεις και όχι τους πολίτες), αποσιωπώντας ότι το δημοσιονομικό κενό άνω των 2 δισ. ευρώ που δημιουργείται από αυτές θα καλυφθούν από αιματηρές περικοπές στις δαπάνες για τη δημόσια Υγεία, την Παιδεία και τα κοινωνικά επιδόματα.
Advertisement