-Ποιος θα έχει το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του δεκαεξάκτινου αστέρα της Βεργίνας;

-Τίνος τα σχολικά βιβλία θα αλλάξουν;

  • Ποιο το ιστορικό παρελθόν του ζητήματος, και ποια τα προβλεπόμενα από τη Συμφωνία, για γλώσσα, έθνος, ταυτότητα, ιθαγένεια, “μειονότητα”;
  • Ποιο ήταν για την Ελλάδα το μέχρι σήμερα δυσμενές διπλωματικό περιβάλλον;
  • Ποιες θα είναι οι (αρνητικές) συνέπειες της μη λύσης του ζητήματος;
  • Ποια τα οικονομικά και διπλωματικά οφέλη για την Ελλάδα;

Συμφωνία Πρεσπών για τη “Βόρεια Μακεδονία”

  • Πρόκειται για συμφωνία σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων (erga omnes), που ανταποκρίνεται στη διαχρονική θέση της ελληνικής πλευράς περί σύνθετης ονομασίας και την οποία ανάδειξαν και υπηρέτησαν τα είκοσι προηγούμενα χρόνια ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.
  • Πρόκειται για συμφωνία που ευθυγραμμίζεται απόλυτα με την εθνική γραμμή περί σύνθετης ονομασίας η οποία είχε διατυπωθεί κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης Καραμανλή το 2007, λίγους μήνες πριν από τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου.
  • Πρόκειται για συμφωνία που αφήνει πίσω την ονομασία «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», η οποία ονομασία εμπεριέχει τον όρο «Δημοκρατία της Μακεδονίας».
  • Πρόκειται για συμφωνία που ενταφιάζει όλες τις ονομασίες που είχαν προταθεί και που περιείχαν τον όρο «Μακεδονία», όπως «Μακεδονία-Σκόπια», και μάλιστα χωρίς πρόβλεψη για erga omnes, πρόταση που απόρριψε εξ αρχής η σημερινή κυβέρνηση.

Εξάλλου, επί της ουσίας, η μαξιμαλιστική θέση που είχε συμφωνηθεί το 1992 από το Συμβούλιο Αρχηγών Κομμάτων (πλην του ΚΚΕ), περί μη χρήσης του όρου «Μακεδονία» ή παράγωγού του, ουδέποτε εφαρμόστηκε από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση.

Ενώ παράλληλα, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, οι πολιτικές ηγεσίες δεν ενημέρωναν τη Βουλή και την κοινή γνώμη για τις διπλωματικές διεργασίες και τις ονομασίες που προτείνονταν και συζητούνταν.

Το μέχρι σήμερα δυσμενές για την Ελλάδα διπλωματικό περιβάλλον

Η πΓΔΜ, αφενός αναγνωρίζεται με τη Συνταγματική της ονομασία, δηλαδή ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας», από περισσότερες από 140 χώρες του κόσμου, μεταξύ των οποίων οι ισχυρότερες, όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία, το Ηνωμένο Βασίλειο· αφετέρου ακόμα και σε χώρες οι οποίες δεν την αναγνωρίζουν επισήμως με τη Συνταγματική της ονομασία, ο Τύπος αλλά και το σύνολο της κοινής γνώμης την αποκαλούν «Μακεδονία» – σκέτο. Ειδικά, δε, η αναγνώριση από τις ΗΠΑ το 2004, επιδείνωσε σημαντικά τη διαπραγματευτική θέση της χώρας μας, αφού δημιούργησε στη διεθνή κοινή γνώμη την εντύπωση ότι το βασικό εμπόδιο στην ατλαντική πορεία της γείτονος ήταν η Ελλάδα. Επιπλέον στοιχείο που δυσχέραινε τη θέση της χώρας μας, ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου του ΟΗΕ το 2011 που έκανε λόγο για παραβίαση εκ μέρους της Ελλάδας, της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995 (Σύνοδος Βουκουρεστίου). Αν και το Δικαστήριο δεν καταδίκαζε τη χώρα μας, εντούτοις επισήμαινε ότι η Ελλάδα παραβίασε τη Συμφωνία. Ταυτόχρονα, δε, με όλα αυτά, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτεινόταν επανειλημμένως η έναρξη διαπραγματεύσεων για την ένταξη της πΓΔΜ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δοθέντων λοιπόν των παραπάνω ευνοϊκών δεδομένων για την πΓΔΜ, η γειτονική χώρα ουδέποτε μπήκε ούτε καν σε συζήτηση για αλλαγή της ονομασίας της έναντι όλων, αλλά αποδέχθηκε μόνο τη διπλή ονομασία – μία για την Ελλάδα και άλλη για τον υπόλοιπο κόσμο. Και βέβαια, ουδέποτε συζήτησε κατοχύρωση οποιασδήποτε αλλαγής στο Σύνταγμά της. Με άλλα λόγια, το διαμορφωμένο τοπίο αποτελούσε προδήλως ένα δυσμενές διπλωματικό περιβάλλον.

Παρ’ όλ’ αυτά η σημερινή κυβέρνηση κατάφερε να πετύχει τη σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων, με την πρόσθετη μάλιστα κατοχύρωση της αλλαγής του Συντάγματος της πΓΔΜ, ώστε να διασφαλίζεται ότι η νέα ονομασία θα ισχύει και στο εσωτερικό της.

Άλλωστε, η ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» ανταποκρίνεται στη γεωγραφική πραγματικότητα αφού το γειτονικό κράτος βρίσκεται όντως στο βόρειο τμήμα της Μακεδονίας – η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας χωρίστηκε επισήμως βάσει της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913).

Το ιστορικό παρελθόν και τα προβλεπόμενα από τη Συμφωνία των Πρεσπών, για γλώσσα, έθνος, ταυτότητα

Κατά τις διαπραγματεύσεις της περιόδου 1992-1993 (επί Πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και Υπουργίας Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά), η Ελλάδα δεν διεκδίκησε οποιαδήποτε αλλαγή όσον αφορά τη γλώσσα ή το έθνος, στην υπό διαπραγμάτευση Συμφωνία ή στο Σύνταγμα της γείτονος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η Συμφωνία της Αχρίδας (2001) που υπεγράφη από την Ε.Ε., αναφέρεται ρητά και χωρίς καμία ένσταση από την Ελλάδα, σε «Μακεδόνες». Γενικότερα η Ελλάδα υποστήριζε σαφώς ότι το ζήτημα γλώσσας/ιθαγένειας δεν πρέπει να συμπεριληφθεί στη διαπραγμάτευση, γι’ αυτό και καμία κυβέρνηση δεν διεκδίκησε την αλλαγή των ταξιδιωτικών εγγράφων των γειτόνων μας που αναγράφουν «Μακεδονική» ιθαγένεια εδώ και 27 χρόνια· ενώ επίσης καμία κυβέρνηση δεν απαίτησε την αλλαγή της τυποποιημένης από τον ΟΗΕ αναφοράς σε «μακεδονική γλώσσα». Στον αντίποδα, η Συμφωνία των Πρεσπών, αφενός κάνει σαφή τη διάκριση μεταξύ της γείτονος και της γλώσσας της έναντι της ελληνικής Μακεδονίας, της ιστορίας της ελληνικής Μακεδονίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της ελληνικής Μακεδονίας, αφετέρου οριοθετεί τη σλαβική ταυτότητα των γειτόνων μας από τον ελληνισμό. Ειδικότερα: Στο άρθρο 7 (4), η πΓΔΜ σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα της, η μακεδονική, ανήκει στην ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών, ενώ τα δύο μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά της πΓΔΜ δεν έχουν καμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής της Ελλάδας. Συγχρόνως, με σειρά άρθρων της Συμφωνίας, οι γείτονες υποχρεώνονται να αφαιρέσουν τα σύμβολα, τα μνημεία και τις ονομασίες που αναφέρονται στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό – υποχρέωση που ήδη λαμβάνει σάρκα και οστά με την αλλαγή της ονομασίας της εθνικής οδού και του αεροδρομίου των Σκοπίων, και η οποία θα συνεχιστεί.

Ειδικότερα περί γλώσσας

Η «μακεδονική γλώσσα» έχει αναγνωριστεί από τη διεθνή κοινότητα κατά τη Συνδιάσκεψης του ΟΗΕ το 1977 και υφίσταται σχετική τυποποίηση ISO. Στο άρθρο 7 (4) της Συμφωνίας των Πρεσπών υπάρχει σαφής αναφορά ότι αυτή η γλώσσα ανήκει στην οικογένεια των νότιων σλαβικών γλωσσών (για τους γείτονες η ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας είναι σημαντική προκειμένου να γίνεται διαχωρισμός της γλώσσας τους από τις άλλες σλαβικές γλώσσες της περιοχής, όπως η βουλγαρική και η σερβική). Το κυριότερο όμως είναι ότι με τη Συμφωνία των Πρεσπών οι γείτονες αποδέχονται ότι η επίσημη γλώσσα τους δεν έχει καμία σχέση με το ιδίωμα που ομιλείται στην Ελληνική Μακεδονία. Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (4) η πΓΔΜ σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα της, η μακεδονική, ανήκει στην ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών. Επίσης τα δύο μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά της ΠΓΔΜ δεν έχουν καμία σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής της Ελλάδας. Αυτή ακριβώς ήταν μάλιστα η θέση και άλλων κυβερνήσεων στο παρελθόν. Ο Υπουργός Εξωτερικών της ΕΡΕ, Ευάγγελος Αβέρωφ, είχε αναφέρει το 1959 στη Βουλή ότι πρέπει να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στη μακεδονική γλώσσα «η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια και έχει και γραμματικήν και συντακτικόν», και στο «τοπικό ιδίωμα» που ομιλείται «σε ωρισμένα χωρία» της ελληνικής Μακεδονίας. Δηλαδή είπε ότι υπάρχει μακεδονική γλώσσα, αλλά δεν ομιλείται στην ελληνική Μακεδονία, όπου ομιλείται ένα άσχετο με αυτήν τη γλώσσα ιδίωμα. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 7 (5) η Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιεί τον όρο σλαβομακεδονική για τον χαρακτηρισμό της επίσημης γλώσσας της γείτονος.

Περί ιθαγένειας και έθνους

Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν αναγνωρίζει έθνος/εθνότητα, αλλά ιθαγένεια των κατοίκων της γειτονικής χώρας. Για πρώτη φορά μάλιστα, η αναφορά σε «Μακεδονική» ιθαγένεια στα ταξιδιωτικά έγγραφα των γειτόνων, αντικαθίσταται από τον προσδιορισμό «ιθαγένεια Μακεδόνας/πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας». Η εθνότητα δεν είναι νομικός όρος και δεν θα μπορούσε να οριστεί σε μια συμφωνία. Η έννοια της εθνότητας είναι υποκειμενική και ανάγεται στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού. Εξάλλου, στο γειτονικό κράτος συνυπάρχουν πολλές εθνότητες: Σλαβομακεδόνες, Αλβανοί, Τούρκοι, Βλάχοι. Όλοι αυτοί θα είναι πλέον πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας. Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικές τροπολογίες που ενσωματώθηκαν στον συνταγματικό νόμο της γείτονος, καθιστούν σαφές ότι η Συμφωνία των Πρεσπών καθορίζει ιθαγένεια και όχι εθνότητα (άρθρο 48 του νέου Συντάγματος: «Η υπηκοότητα θα είναι «Μακεδονική/πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας που δεν καθορίζει ούτε προκαταλαμβάνει την εθνότητα»). Επί παραδείγματι, οι Έλληνες ομογενείς στις ΗΠΑ, στη Ρωσία και αλλού, είναι Έλληνες στο έθνος και στη συνείδηση, αλλά έχουν αμερικανική, ρωσική κ.ο.κ. ιθαγένεια. Την ίδια στιγμή, βάσει του άρθρου 7 (5) της Συμφωνίας των Πρεσπών, η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να αποκαλεί τον γειτονικό λαό με τους όρους που χρησιμοποιεί (σκοπιανός/σλαβομακεδόνας).

Περί μειονότητας

Με τη Συμφωνία των Πρεσπών οι γείτονες δέχονται οριστικά ότι δεν υπάρχει ζήτημα «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα. Το εν λόγω ζήτημα, και όχι το ζήτημα της ονομασίας (τότε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας), είχε αποτελέσει και τον πυρήνα του «μακεδονικού ζητήματος» κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, με την τότε ενιαία Γιουγκοσλαβία να επιμένει σε ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας στη χώρα μας. Συγκεκριμένα, η σχετική τροπολογία στο Σύνταγμα της γείτονος, αφαιρεί κάθε αναφορά σε «προστασία μακεδονικής μειονότητας» και σε «μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες», και εναρμονιζόμενη με το άρθρο 108 του ελληνικού Συντάγματος και όλων των άλλων χωρών, κάνει λόγο για στήριξη της «ομογένειας». Κάτι δηλαδή που σημαίνει, ότι χωρίς «αλύτρωτους αδελφούς» δεν μπορεί να υπάρχει και αλυτρωτισμός από την πλευρά των γειτόνων.

Αλλάζουν τα σχολικά βιβλία της πΓΔΜ, όχι όμως της Ελλάδας

Έχει συμφωνηθεί ότι θα απαλειφθούν οι αλυτρωτικές και αναθεωρητικές αναφορές καθώς και τα σύμβολα της αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας από όλα τα εν χρήσει σχολικά εγχειρίδια, τους χάρτες και τα αναλυτικά προγράμματα διδασκαλίας της γείτονος. Αντιθέτως, καμία απόφαση ως προς τη διδακτέα ύλη στα ελληνικά σχολεία δεν έχει ληφθεί στο πλαίσιο της μικτής επιτροπής που έχει συσταθεί μεταξύ των δύο χωρών.

Οι (αρνητικές) συνέπειες της μη λύσης

Η μη λύση του ζητήματος και η παράταση της εκκρεμότητας, θα είχε μια σειρά από αρνητικές συνέπειες για την Ελλάδα:

  • Θα παγίωνε τη χρήση της συνταγματικής ονομασίας «Μακεδονία» για τη γείτονα, από όλη τη διεθνή κοινότητα.
  • Θα οδηγούσε σε αστάθεια την πΓΔΜ και ενδεχομένως σε εμφύλιες συρράξεις, καθώς η τελευταία ελπίδα για ευρωπαϊκό μέλλον μέσω της εκλογής ενός μετριοπαθούς ηγέτη όπως είναι ο Ζάεφ, θα κατέρρεε, και οι σλαβομακεδόνες θα στρέφονταν σε πιο ακραίες λύσεις. Οι Αλβανοί, δε, θα διαπίστωναν ότι δεν έχουν μέλλον εντός της χώρας, και θα επιχειρούσαν να συνεργαστούν με τους Αλβανούς της Αλβανίας και του Κοσόβου για…τη Μεγάλη Αλβανία. Είναι γνωστό άλλωστε ότι οι Κοσοβάροι ήδη κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση, επειδή οι ίδιοι δεν έχουν καταφέρει να προωθήσουν την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική τους προοπτική.
  • Θα απομόνωνε διπλωματικά τη χώρα μας σε μια στιγμή που οι γείτονές μας έδειξαν διάθεση συμβιβασμών. Και η κοινή λογική λέει οτι σε μια περίοδο ιδιαίτερης αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, και με δεδομένη την τουρκική απειλή, η Ελλάδα δεν είχε κανένα περιθώριο να είναι διπλωματικά απομονωμένη.
  • Θα ενίσχυε τον ρόλο της Τουρκίας στην πΓΔΜ σε μια περίοδο που η Τουρκία επιδιώκει να αυξήσει τα ερείσματά της στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή.
  • Θα ενίσχυε τις εστίες οργανωμένου εγκλήματος και τους θύλακες τρομοκρατίας/τζιχαντισμού.

Η Συμφωνία των Πρεσπών έχει συναντήσει την έντονη αντίδραση του Προέδρου των Σκοπίων, Ιβάνοφ, και των εθνικιστικών δυνάμεων της γειτονικής χώρας, που κατηγορούν τον Πρωθυπουργό Ζάεφ για «προδοσία». Γιατί; Είναι σαφές: Με τη Συμφωνία τερματίζεται το αφήγημα των εθνικιστών και η προσπάθειά τους για οικειοποίηση της ιστορίας και των συμβόλων της Ελλάδος. Με άλλα λόγια, αποδομείται και καταρρέει το ιδεολόγημα του «μακεδονισμού».

Τα διπλωματικά οφέλη για την Ελλάδα

Η προσέγγιση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής την περίοδο ως το 1993 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πλήρους αποτυχίας της διπλωματίας όταν αυτή περιορίζεται για εσωτερική κατανάλωση. Με τις εμμονές της σε κινδύνους του παρελθόντος, η Ελλάδα απομονώθηκε από τους Ευρωπαίους εταίρους της και έχασε τη δυνατότητα να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια. Περαιτέρω, η μαξιμαλιστική θέση περί μη χρήσης του όρου Μακεδονία ή παραγώγου του, ερχόταν σε αντίθεση με την αντιμετώπιση του ζητήματος τα προηγούμενα χρόνια, αφού έως το 1991 στην ελληνική διπλωματική αλληλογραφία χρησιμοποιούνταν οι όροι «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και «Σλαβομακεδόνες»…

Η οριστική επίλυση του «Μακεδονικού ζητήματος» θέτει νέες προοπτικές για την ελληνική διπλωματία και την ελληνική οικονομία:

  • Η Ελλάδα γίνεται σημαντικός παράγοντας σταθερότητας στα Βαλκάνια, την ώρα που υπάρχουν πολύ σημαντικές εστίες κρίσης στην περιοχή και κυρίως στο Κόσοβο και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
  • Η χώρα μας έχει άμεσο συμφέρον από ένα σταθερό και φιλικό προς την ίδια γειτονικό κράτος. Αποσταθεροποίηση των Σκοπίων θα ενίσχυε τον αλβανικό εθνικισμό και την τουρκική διείσδυση στα Βαλκάνια. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις για την ασφάλεια σε όλα τα Βαλκάνια άρα και στη χώρα μας.
  • Η Συμφωνία των Πρεσπών θα συμβάλει στην ενίσχυση της ενότητας, της ασφάλειας και της οικονομικής ευημερίας της πΓΔΜ, και θα αποδυναμώσει σταδιακά αλλά οριστικά εν τέλει τις εκεί εθνικιστικές πολιτικές δυνάμεις.
  • Η Ελλάδα επιλύει ένα σημαντικό ζήτημα για την εξωτερική της πολιτική και μπορεί να καταστεί ηγετική δύναμη στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο.
  • Η χώρα μαςμπορεί να επικεντρωθεί στις πραγματικές απειλές και προκλήσεις που εντοπίζονται κυρίως στα ανατολικά της. Τα Σκόπια αντικειμενικά δεν αποτελούν απειλή, ούτε τώρα ούτε στο μέλλον, και η αποδυνάμωση των εκεί εθνικιστικών δυνάμεων θα καταστήσει τη Βόρεια Μακεδονία έναν σταθερό φίλο της Ελλάδας. Μάλιστα με την επίλυση του ονοματολογικού μέσω της Συμφωνίας των Πρεσπών, τα Σκόπια δύνανται να αποτελέσουν τον πιο ισχυρό και πιστό χερσαίο γείτονα της Ελλάδας, με τα λιγότερα σημαντικά διμερή ζητήματα.
  • Ενισχύεται ο διπλωματικός ρόλος της Ελλάδας στα Βαλκάνια: Η χώρα μας γίνεται μέρος της Διαδικασίας του Βερολίνου, μιας σημαντικής πρωτοβουλίας της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και χωρών των Βαλκανίων, όπου αντικείμενο είναι η σταθερότητα και η οικονομική ανάπτυξη των Βαλκανίων. Γίνεται επίσης μέρος της Πρωτοβουλίας 16+1 της Κίνας που συμπεριλαμβάνει όλες τις χώρες των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης. Και όλα αυτά, ενώ η χώρα μας ήταν έως τώρα αποκλεισμένη από ανάλογες πρωτοβουλίες, λόγω της εκκρεμότητας του ονοματολογικού.
  • Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί ένα μόνο τμήμα του ευρύτερου σχεδιασμού της ελληνικής κυβέρνησης για αναβάθμιση του διπλωματικού και οικονομικού της ρόλου στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη. Η οικονομία της Ελλάδας και ιδιαίτερα της βόρειας Ελλάδας είναι συνδεδεμένη με την ανάπτυξη σχέσεων με τη Βαλκανική.

Τα οικονομικά οφέλη για την Ελλάδα

Η Συμφωνία των Πρεσπών θα ενισχύσει σημαντικά τις οικονομικές σχέσεις με τη γειτονική χώρα, κυρίως στους τομείς του εμπορίου και των επενδύσεων, της ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των μεταφορών και των υποδομών, της ενέργειας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας, και του τουρισμού. Θα δημιουργήσει νέες προοπτικές συνεργασίας οι οποίες δεν έχουν εκδηλωθεί στις πλήρεις διαστάσεις τους μέχρι τώρα. Η Ελλάδα κατέχει σήμερα την 3η θέση δραστηριοποίησης στο επιχειρείν της πΓΔΜ, με σωρευτικές άμεσες επενδύσεις ύψους 463,4 εκ. ευρώ (στον χρηματοπιστωτικό τομέα καθώς και στους κλάδους της ενέργειας, των κατασκευών, της πληροφορικής και καινοτομίας, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κ.α.), επενδύσεις οι οποίες αποτελούν περίπου το 10% των συνολικών επενδύσεων στη γειτονική χώρα. Είναι προφανές, επομένως, ότι θα δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες για την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα και την εθνική μας οικονομία ευρύτερα, οι οποίες θα οδηγήσουν σε αύξηση της απασχόλησης στη βόρεια Ελλάδα και στη μείωση της ανεργίας των νέων. Εξάλλου με την επίλυση των διμερών προβλημάτων, τα Σκόπια θα αποτελέσουν γέφυρα συνεργασίας μας και με τη Σερβία, μια παραδοσιακά φίλη χώρα, σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση κατά την οποία τα Σκόπια αποτελούν τροχοπέδη στις διμερείς μας σχέσεις.

Η Ελλάδα είναι η 3η μεγαλύτερη προμηθεύτρια χώρα και εμπορικός εταίρος της πΓΔΜ. Το ισοζύγιο είναι, διαχρονικά, πλεονασματικό για τη χώρα μας, με τις ελληνικές εξαγωγές να ανέρχονται σε 641,6 εκ. ευρώ το 2017 (από 566,3 εκ. ευρώ το 2016) και τις εισαγωγές μας από την ΠΓΔΜ στα 224,5 εκ. ευρώ (220,7 εκ. ευρώ το 2016).

Αυτή τη στιγμή μεγάλες ελληνικές εταιρίες δραστηριοποιούνται στην πΓΔΜ, μαζί με περισσότερες από διακόσιες μικρότερες επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων. Οι επιχειρήσεις αυτές αντιμετωπίζουν σήμερα σειρά από προβλήματα – όπως ανεπαρκής προστασία προϊόντων προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (π.χ. φέτα), φορολογικές επιβαρύνσεις σε επιχειρήσεις λιανικής πώλησης, κ.ά. Η κύρωση της Συμφωνίας θα διευκολύνει σημαντικά την επίλυση των προβλημάτων ευρύτερα διασυνοριακού εμπορίου και εν γένει συναλλαγών.

Των παραπάνω δοθέντων, με άλλα λόγια, έμφαση θα δοθεί στην ανάπτυξη της οικονομίας των βορείων γειτόνων μας με τη μεγαλύτερη δυνατή παρουσία ελληνικών επιχειρήσεων. Η επιτυχής δραστηριοποίηση ελληνικών επιχειρήσεων στην πΓΔΜ θα είναι η εγγύηση για την περαιτέρω ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας των δύο πλευρών, ενώ θα αποτελέσει και πολύτιμο προγεφύρωμα για τη Σερβία και την περιοχή των δυτικών Βαλκανίων, ενώ θα ισχυροποιήσει και τις σχέσεις μας με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Ως προς το ειδικότερο ζήτημα των εμπορικών σημάτων, των ονομάτων και των επωνύμων, η Συμφωνία περιλαμβάνει σαφείς διατάξεις σε σχέση με τις ευνοϊκές για τη χώρα μας προβλέψεις της Ε.Ε.

Συγκεκριμένα:

  • Μέχρι σήμερα το σύνολο των προϊόντων της πΓΔΜ ως τόπο προέλευσης έφερε την ένδειξη «Republic of Macedonia». Με τη Συμφωνία των Πρεσπών αυτό αλλάζει, καθώς όσα προϊόντα φέρουν σήμερα την ένδειξη «Made in / produced in / product of the Republic of Macedonia», υποχρεωτικά θα μετατραπούν σε «Made in/ producted in / product of the Republic of North Macedonia».
  • Η εφαρμογή της Συμφωνίας από τα δύο μέρη θα γίνει σύμφωνα με το κοινοτικό κεκτημένο. Δηλαδή σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό Κανονισμό 1308/2013, η γεωγραφική ένδειξη «Μακεδονία» έχει κατοχυρωθεί προς αποκλειστική χρήση από τους Έλληνες παραγωγούς οίνου της Μακεδονίας («Μακεδονικοί Οίνοι»), και έχει κατοχυρωθεί στο σχετικό Μητρώο Οίνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης «e-Bacchus». Αντίστοιχης προστασίας (ΠΓΕ) τυγχάνουν επίσης οι ενδείξεις «Ούζο Μακεδονίας» και «Τσίπουρο Μακεδονίας», δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 110/2008.
  • Εντός του 2019 θα συσταθεί Διεθνής Διαπραγματευτική Ομάδα Εμπειρογνωμόνων η οποία θα ολοκληρώσει το έργο της το αργότερο εντός τριών ετών, με αντικείμενο την υποστήριξη και ενθάρρυνση των επιχειρηματικών κοινοτήτων των δύο πλευρών ώστε να θεσμοθετηθεί ειλικρινής, δομημένος και με καλή πίστη διάλογος. Στόχος είναι να βρεθούν αμοιβαίως αποδεκτές λύσεις στα θέματα σχετικά με εμπορικά ονόματα, εμπορικά σήματα και επωνυμίες.

Χρηματοδότηση ελληνικών επιχειρήσεων

Τα τελευταία χρόνια λόγω και της κρίσης, οι ελληνικές τράπεζες αποχώρησαν από τα Βαλκάνια δημιουργώντας προβλήματα άντλησης χρηματοδότησης και στις ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Περαιτέρω οι επιχειρήσεις μας έχουν να ανταγωνιστούν κινεζικές εταιρίες με σημαντική κρατική ουσιαστικά χρηματοδότηση. Το κενό αυτό φιλοδοξεί να καλύψει το Ταμείο Ενίσχυσης Επιχειρηματικών Πρωτοβουλιών στη νοτιοανατολική Ευρώπη με έμφαση στα δυτικά Βαλκάνια. Το Ταμείο θα το διαχειρίζεται το ΕΤΕΑΝ/ΤΑΝΕΟ και θα λειτουργεί με αμιγώς εμπορικούς όρους. Στόχος είναι η ενίσχυση της χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στα Βαλκάνια, κυρίως στα Σκόπια και στη Σερβία, αλλά και επιχειρήσεων της βόρειας Ελλάδας με εξαγωγικό προσανατολισμό προς τη Βαλκανική. Πρωταρχική μέριμνα είναι η χρηματοδότηση καινοτόμων μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω της παροχής εγγυήσεων για δάνεια άνευ ενεχύρου (un – collateralized loans). Ο ρόλος του Ταμείου θα το καθιερώσει ως θεσμό αναφοράς για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και κατ’ επέκταση της χώρα μας, ως αρωγός της ενίσχυσης των περιφερειακών συνεργασιών με την προοπτική ενεργής συμμετοχής της στην Πρωτοβουλία του Βερολίνου.

Την ίδια ώρα, στον τομέα Τεχνολογίας και Καινοτομίας, η Ελλάδα προωθεί τη δημιουργία Κόμβου Καινοτομίας και Νεοφυούς Επιχειρηματικότητας, νέου τύπου, στη Θεσσαλονίκη. Κι αυτό, λόγω της γεωπολιτικής θέσης της και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει ως περιφερειακό κέντρο ανάδειξης της καινοτομίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Στόχος είναι η ενίσχυση της εξωστρέφειας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η διεθνοποίηση των ελληνικών εταιριών, και η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Το Κέντρο θα συνενώνει την ιδιωτική επιχειρηματικότητα και πρωτοβουλία με πανεπιστημιακά ιδρύματα και start ups, και κυρίως θα διασυνδέει τις υφιστάμενες δομές του χώρου με την ελληνική και τη διεθνή αγορά. Προς τούτο η Ελλάδα θα συνεργαστεί με το Ισραήλ, μια χώρα πρωτοπόρο σε ζητήματα καινοτομίας, για συνέργειες ισραηλινών νεοφυών επιχειρήσεων με ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις, αλλά και επιχειρήσεις βεβαίως από τα υπόλοιπα Βαλκάνια, δεδομένου ότι όραμα της Κυβέρνησης είναι η Θεσσαλονίκη να γίνει η κινητήρια δύναμη των Βαλκανίων και σε αυτόν τον τομέα.

Τούτων δοθέντων τα οφέλη στο εμπορικό πεδίο από τη Συμφωνία των Πρεσπών, σε σύγκριση με τη σημερινή κατάσταση, είναι προφανή ενώ παράλληλα διαμορφώνεται ένας σαφές θεσμικό και χρονικό πλαίσιο για την επίλυση διαφορών που θα προκύψουν.

Υποδομές που προοιωνίζονται περεταίρω οικονομική ανάπτυξη

Η Θεσσαλονίκη θα μετατραπεί σε ζωτικό κόμβο μεταφορών, ενέργειας και logistics για τη νοτιο-ανατολική Ευρώπη. Αναμένεται σημαντική αναβάθμιση του λιμανιού της με την αύξηση της εμπορικής δραστηριότητας, και η αναβάθμιση της πόλης σε επίκεντρο της οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων. Εξάλλου η πΓΔΜ έχει εκδηλώσει ενεργό ενδιαφέρον για μεταφορά κινεζικών προϊόντων μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης.

Ταυτόχρονα προωθείται η σιδηροδρομική σύνδεση Ελλάδας – πΓΔΜ – Σερβίας μέσω συνεργασίας των κρατικών σιδηροδρόμων της πΓΔΜ με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ και τον Λιμένα Θεσσαλονίκης (σύνδεση Φλώρινας – Μοναστηρίου και γραμμής Θεσσαλονίκης – Σκοπίων – Βελιγραδίου). Όλα τούτα, καθώς της εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών, θα ακολουθήσει η υπογραφή τριμερούς μνημονίου συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος – πΓΔΜ – Σερβίας.

Συγχρόνως σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία διάνοιξης νέας οδικής αρτηρίας στην περιοχή των Πρεσπών η οποία αναμένεται να συμβάλει και να διευκολύνει την αύξηση των τουριστικών ροών στις ήδη υπάρχουσες συνοριακές διαβάσεις. Επιπλέον προωθείται η αναβάθμιση του Άξονα 10 (Θεσσαλονίκη – Σκόπια – Βελιγράδι – Βουδαπέστη –Σάλτσμπουργκ).