Πρωτοστατεί η ΔΕΗ στο ράλι ανόδου της λιανικής τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς προχώρησε σε νέα αύξηση, κατά 62%: από 486 €/MWh τον Αύγουστο, στα 788 €/MWh τον Σεπτέμβριο.

“Αυτή είναι η αντίληψη των γαλάζιων παιδιών του κ. Μητσοτάκη με τα χρυσά bonus στη ΔΕΗ”, τονίζουν οι τομεάρχες ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ, Σ. Φάμελλος και Π. Πέρκας, υπενθυμίζοντας συγχρόνως, αφενός οτι “η φορολόγηση των υπερκερδών των 2,2 δισ. ευρώ των ηλεκτροπαραγωγών έχει παραπεμφθεί στις καλένδες ενώ εξαγγέλθηκε από τον κ. Μητσοτάκη από τον Μάρτιο”, και αφετέρου οτι οι ανεξόφλητοι λογαριασμοί ρεύματος ξεπέρασαν το 1 δισ. €.

Οι κύριοι Φάμελλος και Πέρκας, επαναλαμβάνουν ότι “η στείρα επιδοματική πρακτική είναι υποκριτική, χρηματοδοτεί την ακρίβεια, και δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ενεργειακής αγοράς αλλά το επιδεινώνει”, και υπογραμμίζουν: “Οι τιμές ρεύματος αποτελούν απόδειξη της αποτυχίας και του αδιεξόδου της κυβέρνησης στην ενέργεια. Κάθε μέρα που παραμένουν στην κυβέρνηση οι «άριστοι» της ΝΔ δημιουργούνται τραγικές συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία“. 

Ολόκληρη η δήλωσή τους:

“Οι ανακοινώσεις των προμηθευτών για τις τιμές ρεύματος Σεπτεμβρίου αποδεικνύουν τι σημαίνει «ακρίβεια Μητσοτάκη» αλλά και πόσο καταστροφική και αδιέξοδη είναι η πολιτική της κυβέρνησής του.

Οι τιμές λιανικής έχουν πλέον σκαρφαλώσει σε πρωτοφανή επίπεδα, ενσωματώνοντας εις διπλούν την τάχατες κατηργημένη ρήτρα αναπροσαρμογής, αλλά και μεταφέροντας όλα τα βάρη και το ρίσκο των προμηθευτών στους καταναλωτές.

Πρόκειται για την άμεση συνέπεια της πολιτικής «Φρανκενστάιν» που ακολούθησε η κυβέρνηση στην ενέργεια, με πρόχειρες, επικοινωνιακές, αποσπασματικές και αντιεπιστημονικές ρυθμίσεις, για να καλύψει τις βασικές της επιλογές που από το 2019 ήταν το ξεπούλημα των ενεργειακών φορέων, η εξάρτηση της χώρας από το φυσικό αέριο, και τα υπερκέρδη των καθετοποιημένων παραγωγών.

Η ΝΔ επιλέγει να φτωχοποιεί σχεδόν όλα τα κοινωνικά στρώματα και να γονατίζει την ελληνική επιχειρηματικότητα με το ακραίο κόστος ενέργειας για να κερδίζουν με ανισότιμους όρους λίγα επιχειρηματικά συμφέροντα και τα γαλάζια παιδιά που διόρισε αναξιοκρατικά στους ενεργειακούς φορείς.

Οι καταναλωτές καλούνται πλέον ανά μήνα να αναζητούν το φθηνότερο προμηθευτή σε μία ενεργειακή αγορά που κινείται καθημερινά σε ναρκοπέδιο, απολύτως αποσταθεροποιημένη, με πάνω από 1 δισεκατομμύριο ανεξόφλητους λογαριασμούς, κίνδυνο χρεωκοπίας των μη καθετοποιημένων παρόχων και την ενεργειακή φτώχεια να αυξάνεται κάθε μήνα.

Στο ράλι ανόδου και των τιμών λιανικής πρωτοστατεί η (πρώην) Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, η οποία σε έναν μήνα αύξησε την τιμή λιανικής κατά 62% (από 486 €/MWh τον Αύγουστο, στα 788 €/MWh τον Σεπτέμβριο), ανακοινώνοντας μέχρι στιγμής από τις ακριβότερες τιμές στη λιανική. Αυτή είναι η αντίληψη των γαλάζιων παιδιών του κ. Μητσοτάκη με τα χρυσά bonus για τη ΔΕΗ. Έτσι υλοποιούν την υπόσχεση των Υπουργών Ενέργειας της ΝΔ για φτηνότερο ρεύμα στους καταναλωτές.

Οι τιμές που ανακοινώθηκαν θα απαιτήσουν επιπλέον επιδοτήσεις, τις οποίες η κυβέρνηση θα χρηματοδοτήσει με χρήματα των ίδιων καταναλωτών από άδικες χρεώσεις, και από τους φόρους που πληρώνουν όλοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις.

Επαναλαμβάνουμε ότι η στείρα επιδοματική πρακτική είναι υποκριτική, χρηματοδοτεί την ακρίβεια, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ενεργειακής αγοράς αλλά το επιδεινώνει, όπως αποδείχτηκε με την ανακοίνωση των τιμών Σεπτεμβρίου. Πέρα από τις στρεβλώσεις που περιέχει, επιπλέον αφυδατώνει την αγορά και την κοινωνία, φορτώνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις με άδικες χρεώσεις και φόρους που υπερβαίνουν κάθε μήνα το 1 δισ. ευρώ για να επιστραφούν μετά ως επιδοτήσεις.

Όμως η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη εξακολουθεί να παρέχει ασπίδα προστασίας στους καθετοποιημένους ηλεκτροπαραγωγούς: η φορολόγηση των υπερκερδών των 2,2 δισ. ευρώ έχει παραπεμφθεί στις καλένδες ενώ έχει εξαγγελθεί από τον κ. Μητσοτάκη από τον Μάρτιο. Και από τον Ιούλιο, με το νέο μοντέλο λειτουργίας της χονδρεμπορικής αγοράς, οι ηλεκτροπαραγωγοί εξακολουθούν να σωρεύουν υπερκέρδη, που η κυβέρνηση τους τα αποδίδει πλέον με υπουργική απόφαση.

Μόνη διέξοδος στη διαρκώς επιδεινούμενη ενεργειακή κρίση είναι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. που έχει διατυπωθεί ξεκάθαρα εδώ και έναν χρόνο και έχει ως βασική επιλογή τον δημόσιο έλεγχο στην ενέργεια ώστε να εξασφαλίζεται η πρόσβαση στο αγαθό της ενέργειας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις διότι η νεοφιλελεύθερη λογική της ανεξέλεγκτης αγοράς απέτυχε να λύσει το πρόβλημα και επιβάρυνε οικονομία και κοινωνία.

Προτείνουμε:

  • Ανώτατο συντελεστή κέρδους 5% στη χονδρεμπορική αγορά, που να μην αφήνει παράθυρα για υπερκέρδη σε κανένα.
  • Υποχρεωτικό ποσοστό σταθερών συμβολαίων στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
  • Αποσύνδεση της τιμής χονδρικής από το φυσικό αέριο, όπως πέτυχε η ιβηρική χερσονήσος.
  • Προστασία από τις αποκοπές για τους καταναλωτές που αδυνατούν να πληρώσουν τη ληστρική ρήτρα αναπροσαρμογής-Μητσοτάκη, που συμπεριλαμβάνεται ακόμη στους λογαριασμούς.
  • Ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας με προσλήψεις της ΔΕΗ στα λιγνιτωρυχεία ώστε να διασφαλιστεί η συμμετοχή του λιγνίτη στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής κατά 20% σε μόνιμη βάση.
  • Επαναφορά του “Δ” στη ΔΕΗ, που θα επιτελεί τον κοινωνικό και αναπτυξιακό ρόλο της, και δεν θα λειτουργεί για τα χρηματιστηριακά κέρδη και τα μπόνους των γαλάζιων παιδιών με τις χρυσές αμοιβές, τις μετοχές και τις βίλες.
  • Επαναφορά υπό δημόσιο έλεγχο των ενεργειακών δικτύων, το βασικότερο εργαλείο της Πολιτείας για την ενεργειακή μετάβαση.

Εν όψει της ενεργειακής κρίσης του χειμώνα απαιτείται ισχυροποίηση του ελέγχου σε όλη την ενεργειακή αγορά, διότι δεν νοείται αντιμετώπιση της κρίσης με ασυδοσία και αισχροκέρδεια. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίσει την πρόσβαση σε προσιτές τιμές για όλους – νοικοκυριά, επαγγελματίες, επιχειρήσεις, βασικές κοινωνικές και δημοτικές λειτουργίες.

Ξέρουμε ότι τα παραπάνω ούτε θέλει ούτε μπορεί να εφαρμόσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Κάθε μέρα που παραμένουν στην κυβέρνηση οι «άριστοι» της ΝΔ δημιουργούνται τραγικές συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία και πολλαπλασιάζεται η ανασφάλεια και η αναξιοπιστία. Για τον λόγο αυτό, και ιδιαίτερα λόγω  της ενεργειακής κρίσης, απαιτείται το συντομότερο πολιτική αλλαγή στη χώρα μας ώστε να προχωρήσουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις του πλαισίου για τις ΑΠΕ, των ενεργειακών κοινοτήτων, της εξοικονόμησης και της αποθήκευσης ενέργειας που ναρκοθετήθηκαν από τη ΝΔ η οποία ως μόνη της προτεραιότητα έχει την εξυπηρέτηση συμφερόντων και τη διαπλοκή.