Στους Λαζαριστές του Δήμου Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, ο βουλευτής Ροδόπης της Νέας Δημοκρατίας παρουσίασε διδάγματα από τη ζωή και το έργο του Πόντιου Εθνομάρτυρα και εκδότη της εφημερίδας ΕΠΟΧΗ της Τραπεζούντας, Νίκο Καπετανίδη.
Παράλληλα αναφέρθηκε στους ισχυρούς δεμούς του Ποντιακού και του Θρακικού Ελληνισμού, τους οποίους προσωποποιεί ο Κομοτηναίος στενός φίλος και συμμαχητής του Ν. Καπετανίδη, ο εκ Τραπεζούντος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδας Χρύσανθος.
Την εκδήλωση που διοργάνωσε ο Σύλλογος Φίλων Νίκου Καπετανίδη έκλεισε ο εγγονός του Εθνομάρτυρα και συγγραφέας του βιβλίου «Η Δύση του Ποντιακού Ελληνισμού», Κώστας Καπετανίδης.
Η ομιλία του κ. Στυλιανίδη:
«Κυρίες και κύριοι. Θέλω από καρδιάς να δηλώσω, ότι είναι εξαιρετική τιμή για μένα, με απόφαση της οικογένειας Καπετανίδη, να συμμετέχω στη σημερινή συζήτηση που στόχο έχει όχι μόνο να φωτίσει ιστορικά την προσωπικότητα και την προσφορά του εθνομάρτυρα, αλλά και να αφυπνίσει τους σημερινούς Έλληνες θέτοντας εθνικά προτάγματα και αναδεικνύοντας διαχρονικές αξίες του πολιτισμού μας, που κάποιοι είχαν φροντίσει να κρύψουν μέσα σε αραχνιασμένα υπόγεια της ιστορίας.
Ο συγγραφέας και απόγονος του Νίκου Καπετανίδη, Κωνσταντίνος ακολουθώντας μεθοδολογικά τα χνάρια της ιστορίας της οικογένειας του, μας οδηγεί σε αναλοίωτες αλήθειες που κανένας δεν μπόρεσε να εξαφανίσει και μας αποδεικνύει ότι το κράτος μας πολλές φορές ίσως απέτυχε, ίσως έκανε λάθη, ίσως φάνηκε δηλό και εξαρτημένο. Το έθνος μας όμως, το Έθνος των Ελλήνων αποτελεί παγκόσμια και διαχρονικά το φωτεινότερο ίσως παράδειγμα για τους λαούς του κόσμου. Όχι μόνο λόγω της διάρκειας του πολιτισμού του για 3.000 χρόνια, αλλά κυρίως για την αντοχή και τη δύναμη των αξιών που ανέδειξε και ακόμη με πείσμα υπηρετεί: τη Δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία, τον ανθρωποκεντρισμό, την παιδεία και τον πολιτισμό.
Το έθνος ως έννοια δεν ταυτίζεται με το λαό, δηλαδή με τους ψηφοφόρους. Επεκτείνεται στους νεκρούς και τους αγέννητους Έλληνες. Τους νεκρούς έναντι των οποίων λογοδοτούμε ιστορικά και τους αγέννητους, στους οποίους χρωστούμε ένα καλύτερο μέλλον.
Ένας τέτοιος Έλληνας, νεκρός αλλά αθάνατος, στον οποίο ο Ελληνισμός της Ανατολής οφείλει πολλά, δυστυχώς χωρίς να το γνωρίζει, είναι ο Εθνομάρτυρας Νίκος Καπετανίδης.
Για το λόγο αυτό θεωρώ σημαντική την προσπάθεια του Κωσταντίνου και όλων σας να ξυπνήσετε μνήμες που συνομιλούν με το μέλλον και μάλιστα σε μια κρίσιμη συγκυρία, όπου ο Ελληνισμός της Ταυρίδας αγωνίζεται μετά από 27 αιώνες να διατηρήσει τις ρίζες του στην Ουκρανία, στη Μαριούπολη που έχει το όνομα της Παναγίας, στην Οδησσό που γέννησε την Ελληνική Επανάσταση, στη Γιάλτα, την πόλη που έχτισαν οι Έλληνες δίδοντας της το όνομα «Γυαλός» και όρισε το Χάρτη του νέου κόσμου μετά το Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η θυσία του Καπετανίδη, όπως γλαφυρά και στοιχειοθετημένα αναδεικνύεται από το βιβλίο «Η Δύση του Ποντιακού Ελληνισμού» καθίσταται εκ νέου επίκαιρη και διδακτική και μας δείχνει το δρόμο, όχι μόνο του καθήκοντος αλλά και του ρεαλισμού.
Η σημερινή παρουσίαση μας δίνει τη δυνατότητα να μοιραστούμε προβληματισμούς και σκέψεις που αναδύονται μέσα από την ιστορία. Να τιμήσουμε θυσίες ξεχωριστών ανθρώπων. Να καταλάβουμε την πραγματική διάσταση των γεγονότων και των πολιτικών. Να συνειδητοποιήσουμε λάθη. Και κυρίως να διεκδικήσουμε το μέλλον πιο έξυπνα και αποτελεσματικά, θεωρώντας ότι όπου υπάρχει έστω και ένας Έλληνας, είναι παρούσα ολόκληρη η Ελλάδα, γιατί Πατρίδα, όπως έλεγαν οι πρόσφυγες γονείς μας, δεν είναι οι αχάριστες συμπεριφορές ενός μίζερου και αλλαζονικού Εθνικού Κέντρου, αλλά ότι πιο ωραίο κουβαλάμε μέσα στην ψυχή μας.
Μελετώντας το αποκαλυπτικό αυτό βιβλίο που αναβιώνει τις παρεμβάσεις και τους αγώνες της εφημερίδας ΕΠΟΧΗ, ταυτίστηκα απόλυτα με το συγγραφέα και την οικογένεια του για 3 λόγους :
Πρώτος λόγος διότι ξαναέζησα την ιστορία της δικής μου οικογένειας που δύο φορές ξεριζώθηκε από τις 40 εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, για να καταλήξει στην σημερινή ελεύθερη ακριτική Θράκη, στην Κομοτηνή προασπίζοντας εκ νέου τα ελληνικά και ευρωπαϊκά σύνορα.
Δεύτερος λόγος, διότι συνειδητοποίησα τον ισχυρό δεσμό Θρακών  και Ποντίων που δεν είναι άλλος από τον χαρισματικό πνευματικό και πολιτικό ηγέτη που πρωταγωνίστησε σε όλους τους εθνικούς αγώνες, τον συμπατριώτη Κομοτηναίο, τον από Τραπεζούντος Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο.
Αυτόν που πάλεψε μαζί με τον Καπετανίδη αναχαιτίζοντας στην πρώτη φάση τη γενοκτονίας των Ποντίων. Αυτόν που αγωνίστηκε για την ανεξαρτησία ή την ένωση του Πόντου με την Ελλάδα για να  καταδικαστεί σε θάνατο. Αυτόν που οργάνωσε την αποκατάσταση των προσφύγων. Αυτόν που πρωτοστάτησε στο ελληνοϊταλικό  μέτωπο. Αυτόν που αρνήθηκε να υπηρετήσει την κατοχική κυβέρνηση του Τσαλακογλου και παύθηκε από τους Γερμανούς. Αυτόν που πέθανε ταπεινός και περιφρονημένος στην Κυψέλη γνωρίζοντας την αχαριστία του κράτους και την υποταγή της εκάστοτε ηγεσίας στα πολιτική πάθη της εποχής της.
Δεν θα ξεχάσω το 2008 την έκπληξη κάποιων, όταν ως Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ζήτησα να καταθέσω για πρώτη φορά στεφάνι στο τάφο του, στην Παναγία Σουμελά στην Κοζάνη.
Τρίτος λόγος, διότι μαζί με τους συναδέλφους που είναι σήμερα εδώ και πολλούς άλλους, νιώθω ότι ανήκω σε ένα άλλο κόμμα, ξεχωριστό, που τέμνει οριζόντια στη Βουλή των Ελλήνων προτάσσοντας όχι τις συχνά διχαστικές ιδεολογίες ή τις μικροκομματικές ταυτότητες, αλλά έναν αγνό και άδολο πατριωτισμό, σαν αυτόν που μας δίδαξε με τις πράξεις του ο Νίκος Καπετανίδης.
Έναν πατριωτισμό που απομονώνει και πολεμά τον ακραίο εθνικισμό, διότι δεν θεμελιώνεται στο μίσος για τους άλλους. Δεν εναντιώνεται στο διαφορετικό. Αντίθετα βασίζεται στην αγάπη για την δική μας πατρίδα, την γλώσσα μας, τις αξίες μας και τον πολιτισμό μας.
Εναν πατριωτισμό όμως που εξίσου απεχθάνεται και αντιστέκεται στον επικίνδυνο διεθνισμό, ο οποίος προσπαθεί να υποτάξει τους πάντες σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, να κλωνοποιήσει τους πολιτισμούς χωρίς να σέβεται την ιδιαίτερη αξιακή ταυτότητα του κάθε έθνους.
Επικαλείται την οικοδόμηση μιας Κοινότητας Αξιών, την εφαρμόζει όμως αλά καρτ. Δέστε τη διαφορετική συμπεριφορά της διεθνούς κοινότητας ανάμεσα στην δικαίως μαχόμενη Ουκρανία και την αδιαφορία της για την επί 50 χρόνια άδικα και παράνομα κατεκτημένη Κύπρο.
Κυρίες και κύριοι
Όταν το 2007 ο Κώστας Καραμανλής μου ζήτησε να αναλάβω το ΥΠΕΠΘ έθεσα μία προϋπόθεση, η πρώτη υπογραφή να είναι για την απόσυρση του διαστρευλωτικού βιβλίου της ιστορίας της 6ης Δημοτικού. Του βιβλίου Ρεπούση που υποστήριζε ότι στιβάζονταν και όχι ότι σφαγιάζονταν οι Έλληνες στη Σμύρνη, που ξεχνούσε τη Γενοκτονία Ποντίων και Θρακών και περιφρονούσε την παράνομη εισβολή και κατοχή των Τούρκων στην Κύπρο.
Όταν υπέγραψα την απόφαση, εκδηλώθηκε στο πρόσωπο μου μια απίστευτη και ύπουλη επίθεση από ψευτοκουλτουριάρικους κύκλους των Αθηνών και από κάποιους διατεταγμένους και εξαρτημένους δημοσιογράφους σαν αυτούς που περιγράφει ο Καπετανίδης στα άρθρα του.
Αποστομωτική απάντηση σε αυτούς έδωσε ο Θράκας Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος μόλις βγήκε από το χειρουργείο του στο Μαϊάμι.
Όταν προβοκατόρικα κάποιοι επιχείρησαν να ταυτίσουν τον πατριωτισμό με τον ακροδεξιό εθνικισμό χύνοντας μικροκομματικό χρώμα στη δημόσια αντιπαράθεση, τότε διδακτικά απάντησε ένα σύμβολο της Αριστεράς, ο Μίκης Θεοδωράκης, αποδεικνύοντας ότι στα θέματα Πατρίδας δεν χωρούν κομματικοί διχασμοί και προσωπικά πάθη σαν αυτά που υπονόμευσαν τον Ελληνισμό της Ανατολής.
Ο Μίκης δημοσιοποίησε την αποστομωτική του απάντηση που έλεγε:
«Χαιρετίζω την απόφαση του Υπουργού Παιδείας Ευριπίδη Στυλιανίδη να αποσύρει το βιβλίο της Ιστορίας της Στ´ Δημοτικού. Υπενθυμίζω ότι ήμουν εξαρχής μεταξύ των υπερασπιστών της «Ελληνικότητας» που με αγωνία διαπίστωνα ότι επιχειρείται η αποδόμηση της σε όλη την έκταση και το βάθος της εθνικής μας ζωής. Το βιβλίο ήταν μόνο ένα τμήμα- σημαντικό βεβαίως και κρίσιμο- της αποδόμησης αυτής. Σημαντικό και κρίσιμο, γιατί στόχος αυτή τη φορά υπήρξε το πιο ευαίσθητο κομμάτι για το μέλλον της χώρας μας: τα τρυφερά μας νιάτα… Ανήκω στη γενιά που ζυμώθηκε με κορυφαία ιστορικά γεγονότα συμμετέχοντας ενεργητικά στη διαμόρφωση της νεότερης ιστορίας μας και επομένως είμαι σε θέση να υποστηρίξω ότι το ιστορικώς αληθές είναι σε κάθε ενδεχόμενο εκείνο που στην περίπτωση μας ως λαού συνδέεται με την αναζήτηση, την υπεράσπιση και και την ανάδειξη της «Ελληνικότητας» σε βάθος χρόνου ως θεμέλιο για την ίδια την ύπαρξη μας, εάν φυσικά εξακολουθούμε να θέλουμε να αποκαλούμαστε Έλληνες…»
Τη σοφή αυτή απάντηση που περιγράφει την εθνική συνεννόηση ως το αναγκαίο θεμέλιο για την επιτυχία κάθε εθνικού αγώνα, πρώτος μας τη δίδαξε στην πράξη ο Νίκος Καπετανίδης. Επέλεξε φίλους και συνεργάτες με διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές αφετηρίες και από διαφορετικούς εργασιακούς χώρους. Αρκεί που μοιράζονταν το ίδιο πάθος και όραμα για μια ελεύθερη πατρίδα (σελ. 234). Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος ξεχωριστός πνευματικός και πολιτικός ηγέτης με συντηρητικές καταβολές, ο μετριοπαθής και σεβαστός από Έλληνες και Τούρκους πολιτικός, Βουλευτής Τραπεζούντος του Οθωμανικού Κράτους Ματθαίος Κωφίδης, ο επιχειρηματίας και εκπρόσωπος της αγοράς Αλέξανδρος Ακριτίδης και ο ομογενής επιχειρηματίας της διασποράς από τη Μασσαλία Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης. Δημοσιογραφία, πολιτική, εκκλησία, αγορά, ομογένεια, μία υγειής συμμαχία για τον Πόντο και την Ελλάδα.
Αυτό όμως που κάνει ξεχωριστό τον αγώνα του Καπετανίδη είναι η αναφορά του στην εκπαίδευση και στην Παιδεία, στην ελληνική γλώσσα και στην ιστορία, στην κοινωνική δικαιοσύνη, τις ίσες ευκαιρίες και την κινητικότητα…
Ο Ν. Καπετανίδης διαχωρίζει την εκπαίδευση, δηλ. τις γνώσεις και τις δεξιότητες, από την παιδεία, δηλ. τις αρχές και τις αξίες, τα ιδανικά και τους χαρακτήρες. Θεωρεί αναγκαία την εκπαίδευση για την πρόοδο της νέας γενιάς, ευρύτερης όμως σημασίας την έννοια της παιδείας για το μέλλον της κοινωνίας και του έθνους. Η μεγαλύτερη απόσταση είναι αυτή μεταξύ του μυαλού, της ψυχής και της γλώσσας κι αυτό το γνωρίζει ο Καπετανίδης. Γι’αυτό επιδιώκει να γεφυρώσει τα τρία στοιχεία προκειμένου να διαμορφώσει σωστά την ψυχή των νέων Ελλήνων.
Θεωρεί τη γλώσσα σημαντική για τη διάσωση του πολιτισμού και του έθνους. Μάχεται για την καθιέρωση της ζωντανής γλώσσας, της δημοτικής που θα επιτρέψει στο λαό να κατανοεί και να εκφράζεται ελεύθερα. Διδακτική και επίκαιρη η αγωνία του Καπετανίδη διότι σήμερα δεν απειλείται απλά η δημοτική αλλά η ίδια η Ελληνική γλώσσα, τόσο από τα greeklish όσο και από την επιδεικτική χρήση ξένων γλωσσών από τις ηγεσίες μας στα διεθνή fora. Καλή η γλωσσομάθεια, αλλά η διπλωματία της γλώσσας είναι πανίσχυρο εργαλείο άσκηση εξωτερικής πολιτικής για να το εγκαταλείπουν τόσο πρόθυμα οι σύγχρονες πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας. Οι Γάλλοι προστατεύουν τη γλώσσα του στο Σύνταγμα και ίδρυσαν διεθνή Οργανισμό για τη διάδοση της , την Γαλλοφωνία(Francofonie)
Στη σελ. 187-189 του βιβλίου αναδεικνύεται μια επίκαιρη διάσταση του πολιτικού συλλογισμού του Νίκου Καπετανίδη. Απενοχοποιεί το κέρδος και τη φιλοδοξία, αρκεί όμως να διέρχονται μέσα από το δημόσιο, το κοινωνικό και το εθνικό συμφέρον. Στόχος μιας αρμονικής δημοκρατικής Πολιτείας δεν είναι η πτωχοποίηση της μεσαίας τάξης και η δημιουργία μιας νέας ή μιας κληρονομικής οικονομικής και πολιτικής, εθνικής ή παγκόσμιας ολιγαρχίας. Στόχος είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, οι ίσες ευκαιρίες για όλους, η κοινωνική κινητικότητα που βασίζεται στην αξιοσύνη.
Τέλος ο Ν. Καπετανίδης δεν ενθαρρύνει την πάλη των τάξεων και την κοινωνική σύγκρουση κατά τα πρότυπα των μπολσεβίκων της Σοβιετίας. Προαναγγέλει με τα άρθρα του την κοινωνική οικονομία της αγοράς μιλώντας για «κερδομέρισμα» των εργαζομένων, δηλαδή για κίνητρα που θα κάνουν τους εργαζόμενους, όχι να μισήσουν τους εργοδότες, αλλά να νιώσουν δική τους την επιχείρηση και να παλέψουν γι’αυτήν, παλεύοντας παράλληλα για την οικογένεια και την πατρίδα τους.
Έχουν περάσει 101 χρόνια από τον απαγχονισμό του Ν. Κ. χωρίς να αναζητήσει η παλιά Ελλάδα το νόημα της θυσίας και της προσφοράς του. Ούτε του ίδιου, ούτε των άλλων εθνομαρτύρων του Ελληνισμού της Ανατολής. Παρόλα αυτά μόλις σκαλίζουμε λίγο στη Θράκη, στην Καππαδοκία, στην Ιωνία, στην Ταυρίδα, στην Κύπρο, στον Πόντο, μόλις μαζεύουμε τη σκόνη της ιστορίας και τις αράχνες του συμβιβασμού, ξαναλάμπει το φως της προσφοράς, της φιλοπατρίας και του πνεύματος δίδοντας μας την απάντηση στο εύλογο ερώτημα: «Αν αξίζει τον κόπο να ξαναδιαβάσουμε την ιστορία μας;»
Το εθνικό κέντρο φοβήθηκε τα πάθη του διχασμού και έσπρωξε κάτω από το χαλί του συμβιβασμού αλήθειες που πληγώνουν αλλά και διδάσκουν. Κανείς όμως διεθνώς δεν εκτιμά και δεν υπολογίζει τον υποχωρητικό και φοβισμένο. Λάμψη εκπέμπουν μόνο όσοι δεν δίστασαν να κοιτάξουν κατάματα το θάνατο, όπως ο Ν. Καπετανίδης ή ο Χρύσανθος ανακράζοντας «Ζήτω η Ελλάδα!».
Αν με ρωτάτε αν άξιζε αυτό, θα σας απαντήσω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου ΝΑΙ και θα το τεκμηριώσω με ένα βιωματικό παράδειγμα:
Όταν ήμουν Υφυπουργός Εξωτερικών, στην εκλογική μου περιφέρεια τη Ροδόπη, στο Ποντιακό χωριό Θρυλόριο γινόταν ένα πανηγύρι στο ξωκκλήσι της Αγίας Μαρίνας. Ζήτησαν να με συναντήσουν διακριτικά, κρυφά από τα μάτια του Τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής, οι πρόεδροι δύο Ποντιακών σωματείων που ήλθαν από την Τουρκία για να χορέψουν. Όταν τους ρώτησα πώς αισθάνονται, Ελληνες ή Τούρκοι, μου εξομολόγηθηκαν την ιστορία των γονιών τους:
« Στην ανακαίνιση του HILTON στην Κωνσταντινούπολη δύο μάστορες δούλευαν στην ίδια σουΐτα. Ο Χασάν υδραυλικός στο μπάνιο και ο Ομέρ μαραγκός κάρφωνε ένα κρεββάτι στην κρεββατοκάμαρα. Όπως κάρφωνε ο Ομέρ κατά λάθος του έφυγε το σφυρί και χτύπησε το χέρι του. Αυθόρμητα φωνάζει «Αχ Παναΐαν μου». Του απαντάει ο Χασάν από μέσα «Ομέρ τεμέτερον;» «Τεμέτερον» αποκρίνεται ο Ομέρ. Αποκαλύπτονται. Ξανασυναντιούνται. Πόντιοι από το ίδιο χωριό της Τραπεζούντος, εξισλαμισθέντες και εξώριστοι στην Πόλη. Αγκαλιάζονται κλαίγοντας και ξαναβρίσκουν την ταυτότητα τους. ΤΕΜΕΤΕΡΟΝ»
Ρωτάω τα παιδιά τους που φιλοξενούμε ως προέδρους των τουρκοποντιακών σωματείων στο Θρυλόριο Ροδόπης «Εσείς τι είστε; Πώς αισθάνεστε;». Απαντούν : « Μικρούς οι γονείς μας μας πήγαν στο Τζαμί. Μας έκαναν σουνέτ. Μας έδωσαν τουρκικά ονόματα. Αλλά μας είπαν να μην ξαναπάμε σε τζαμί. Δεν ξέρουμε αν είμαστε Τούρκοι ή Έλληνες. Ξέρουμε όμως ότι είμαστε Πόντιοι. Είμαστε το ίδιο με εσάς. Ακούμε την ίδια λύρα και χορεύουμε τους ίδιους χορούς».
Γι’ αυτές τις θαμμένες ρίζες που ξαναβλέπουν το Φώς του ήλιου, άξιζε και αξίζει ο αγώνας και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη. Αυτές οι ρίζες είναι μια Ελλάδα κρυμμένη, αλλά ζωντανή, μια πραγματικά Μεγάλη Ελλάδα.»