• Διήγημα του Δημήτρη Χαδόλια

Η επαρχία των Φελλών στη δημοκρατία της Μπανάνας διέθετε ένα πλήθος εκπροσώπων γεμάτων όρεξη και δυναμισμό ώστε να παλέψουν για τα συμφέροντα του λαού. Κοινό χαρακτηριστικό τους, η διαρκής δραστηριοποίηση και η παραγωγή περισσότερης επικαιρότητας, ακόμη και από όση και οι ίδιοι θα μπορούσαν να καταναλώσουν. Τις πρωτοβουλίες και τις δράσεις αυτές ήταν που είχε επιφορτιστεί να επικοινωνήσει στον κόσμο η εφημερίδα της κυρίας Τζουκμπόξ. Δράσεις, αγώνες, πρωτοβουλίες και οράματα τοπικών ηρώων ήταν που φιλοξενούνταν καθημερινά στα πρωτοσέλιδά της.

Παρά τη μικρή πια κυκλοφορία της, συνέχιζε να διακονεί καθημερινά την ενημέρωση στηριζόμενη σε ανθρώπους που δεν είχαν εξοικειωθεί ακόμη με τη νέα τεχνολογία και το διαδίκτυο… Tέτοιος ήταν κι ο μπάρμπα Γιώργης ο Μηρυκαστικός που από ώρα είχε θρονιαστεί στην καρέκλα σκηνοθέτη του καφενείου κι απολάμβανε τον καφέ του.

– “Σίσυφε! Σίσυφε!”, φώναξε, “έλα ρε παιδί από δω να πιούμε ένα καφεδάκι να σε δω κιόλας”.

– “Άσε μπάρμπα Γιώργη, τρέχω από το πρωί με το θέμα που έχω σχετικά με την αποζημίωση της καταστροφής των καλλιεργειών μου μπας και βρω καμιάν άκρη”.

– “Κάτσε εδώ βρε ασυλλόγιστε Σίσυφε κι όλα λυμένα είναι! Άνοιξε τα στραβά σου και δες εδώ τι γράφει στης Τζουκμπόξ”.

– “Τι να δω μπάρμπα Γιώργη, κάποιοι τρων και πίνουν”.

– “Τρων και πίνουν βέβαια! Αλλά ποιοι και με ποιους! Κάποιοι από τους εκπροσώπους μας με στελέχη του Υπουργείου Γεωργίας κάτω στην πρωτεύουσα! Πράγμα που πάει να πει πως το θέμα λύθηκε ήδη!”.

– “Λες μπάρμπα; Μακάρι! Άντε γιατί δεν ξέρω! Δεν βλέπω φως από πουθενά…”.

– “Λύθηκε που σου λέω, ήδη! Εεεεε, τι, θα στά ΄λεγα έτσι χοντρά αν τους έβλεπα σε κάνα γραφείο; Θα έλεγα ίσως τους δέχτηκαν για να βγάλουν την υποχρέωση. Eδώ βλέπω τραπέζωμα, βλέπω οικειότητες, βλέπω προσωπική σχέση! Τους έχουν διπλαρώσει, θα το λύσουν κι αυτό τα τσακάλια μας!”.

– “Αφού τα λες έτσι κυρ Γιώργη ας κάτσω να πάρω μια ανάσα γιατί μετά έχω να κάνω δουλειές στο σπίτι στο χωριό”.

– “Να το περιποιηθείς Σίσυφε παιδί μου, ανάρπαστο θα γίνει τώρα με τον αγροτουρισμό”.

– “Μα τι λες μπάρμπα, εδώ στο χωριό δεν πατάει ψυχή! Λίγοι γέροντες έμειναν μόνο, και όταν πέσει το σκοτάδι τρέμουμε τους κλέφτες”.

– “Αμ δεν τά ΄δες αυτά! Δεν τά ΄δες! Σελίδα 7: “Επαφές για τον αγροτουρισμό με αξιωματούχους της γείτονος και συμμετοχή σε εκθέσεις”. Είδες δραστηριότητα οι εκπρόσωποί μας; Θα κάθεσαι και θα κονομάς από άνοιξη μέχρι φθινόπωρο”.

– “Τι να πω… Λες; Μακάρι να είναι αλήθεια μπάρμπα”.

– “Αλήθεια είναι βρε! Θα μίλαγα εγώ αν δε το πίστευα; Κι είναι να αμφιβάλλεις; Δες, δες εδώ φωτογραφίες, χαμόγελα, εγκαρδιότητες, χειραψίες! Να, να! Έχει και τραπεζώματα”.

– “Δηλαδή να λέμε κι ευτυχώς μπάρμπα, ευτυχώς! Με το άλλο το θέμα, με την ποιότητα του οδοστρώματος, τι θα γίνει; Πάλι βλάβη στο αυτοκίνητο είχα προχθές”.

– “Βλέπω Σίσυφε να λύνεται το ζήτημα. Ήρθαν κάποιοι από το συγκοινωνιών και συναντήθηκαν με εκπροσώπους μας. Δες εδώ, κάπου τό ΄δα στη σελίδα 5…”έγινε ξενάγηση σε άριστο κλίμα σε όλη την επαρχία για να αναδειχθούν τα προβλήματα του οδικού δικτύου, ώστε να αναδειχθεί η αδυναμία αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της επαρχίας των Φελλών λόγω της  έλλειψης επαρκούς οδικού δικτύου αλλά και κάκιστης κατάστασης. του υφιστάμενου…”. Μείνανε εδώ κι ένα βράδυ βλέπω…τους δεσμεύσανε πάλι οι δικοί μας”.

– “Κυρ Γιώργη, το ξανασκέφτηκα, μήπως κάπου κάνεις λάθος; Κι εσύ κι η εφημερίδα που συνέχεια βγαίνει σε τόνο πανηγυρικό ενώ όλα γύρω μας καταρρέουν μέρα με τη μέρα; Κι αυτοί οι εκπρόσωποι, που ζουν μια πολυέξοδη ζωή γεμάτη προβολή χωρίς να έχουν κάποια  άλλη κύρια επαγγελματική δραστηριότητα, είναι ικανοί να δώσουν λύσεις;”.

– “Ααα, εσείς τα νιάτα όλο αμφισβήτηση και εξυπνάδα είστε! Είστε και αψείς σαν τα κοκόρια, μα το μυαλό τους έχετε! Τα λες όλα αυτά αλλά δεν σκέφτεσαι πως κι έτσι να είναι, είναι για καλό, τους έχουμε στο χέρι!”.

– “Τι λες μπάρμπα, μιλάς σοβαρά;”.

– “Ναι βρε ασυλλόγιστε Σίσυφε! Στο χέρι τους έχουμε! Mάλιστα! Αν σταματήσουν να είναι εκπρόσωποι, τι θα κάνουν; Πώς θα πορεύονται; Χάνεται μωρέ από το πουθενά τέτοια ζωή; Τέτοια καθημερινότητα; Δέκα ζευγάρια παπούτσια σόλες θα λιώσουν λοιπόν για τα συμφέροντα τα δικά σου και τα δικά μου! Όπως με βλέπεις και σε βλέπω! Δέκα ζευγάρια σόλες! Και στο λέει αυτό ο μπάρμπα Γιώργης ο Μηρυκαστικός!”.

– “Μακάρι να είναι έτσι το πράγμα κυρ Γιώργη…”, είπε ο Σίσυφος προβληματισμένος…

Κι αφού πλήρωσε τους καφέδες, πήγε να πάρει το αυτοκίνητο ώστε να πάει για δουλειές στο σπίτι στο χωριό.

Στη διαδρομή σκεφτόταν την κουβέντα με τον κυρ Γιώργη. Βαθιά μέσα του πίστευε ότι όλο αυτό που γίνεται με όσους τον εκπροσωπούν δεν οδηγεί πουθενά. Ήθελε όμως ενδόμυχα να δώσει λίγο χώρο στην ελπίδα, γιατί αν κι αυτή χανόταν οριστικά, η παραίτηση που θα ερχόταν θα υπονόμευε και τις ίδιες τις δικές του προσπάθειες, τις μόνες ίσως πραγματικές ενέργειες που αποσκοπούσαν σε μια καλύτερη ζωή για αυτόν και την οικογένειά του. Για χάρη τους λοιπόν ίσως θα έπρεπε να υπάρχει και κάποιο περιθώριο πίστης στις ενέργειες των κάθε λογής εκπροσώπων.

Μπαίνοντας στο σπίτι αντίκρισε τη γυναίκα του και τον μικρό που από ώρα είχαν αρχίσει το συγύρισμα.

– “Εσύ είσαι Σίσυφε; Ήρθες; Ας κάνουμε ένα διάλλειμα να μαγειρέψουμε και κάτι, και μετά συνεχίζουμε. Πηγαίνετε με τον μικρό στην αυλή να φέρετε κανένα αυγό να κάνουμε ομελέτες. Σίγουρα θα έχει κάποια, οι κότες από το πρωί κακαρίζουν και μας έχουν πάρει τα αυτιά”.

Ο Σίσυφος άκουσε τη σύζυγό του αλλά σε πέντε λεπτά επέστρεψε κρατώντας από το ένα χέρι, δεξιά, το χεράκι του παιδιού, και από τα αριστερά το καλάθι των αυγών που ήταν όμως άδειο.

– “Κάνε κάτι άλλο, Ελπίδα”, της είπε… “Παρά τα κακαρίσματα δεν είχε ούτε ένα αυγό στο κοτέτσι…”.