• Άρθρο του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., Πάνου Σκουρλέτη, στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων με εξεύρεση νέων κοινωνικών πόρων

Το ασφαλιστικό ήταν και παραμένει ένα από τα πιο ακανθώδη και κρίσιμα ζητήματα των σύγχρονων κοινωνιών.

Πολλά έχουν γραφτεί για τη διαχείριση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, για τις μεγάλες ευθύνες και τα εγκληματικά λάθη που έγιναν στη χώρα μας. Δεν θα ήθελα όμως να αναφερθώ σε αυτά. Τα δύσκολα θέματα στην αντιμετώπισή τους είναι αυτά που η λύση τους οφείλει να εμπλέξει την αξιακή και ιδεολογική αναφορά στην επιλογή των όποιων πολιτικών, σε συνδυασμό με τη μεταβολή της κατάστασης μεγάλων κοινωνικών κατηγοριών. Είναι αυτά που απαιτούν τη βαθιά κατανόηση των πραγματικών επιπτώσεων των ασκούμενων πολιτικών πάνω σε κοινωνικές ομάδες, και που εν τέλει, διαχωρίζει τις νεοφιλελεύθερες δυνάμεις από τις αριστερές, ριζοσπαστικές δυνάμεις. Είναι αυτά τα θέματα που πρέπει να αποτελέσουν το αδιάβατο σύνορο για τη μη ενσωμάτωση στον τεχνοκρατισμό του νεοφιλελευθερισμού, αλλά που ταυτοχρόνως αποτελούν και τη συγκολλητική ουσία για τη βαθιά ενότητα του δημοκρατικού κόσμου πάνω σε ένα ρεαλιστικό, αριστερό σχέδιο διακυβέρνησης.

Ειδικά στην παρούσα συγκυρία, αυτή η συζήτηση είναι ακόμη πιο επιτακτική, καθώς από τη συνεχή αύξηση των τιμών σε βασικά αγαθά, την εκτίναξη του κόστους ενέργειας, την ανυπαρξία ισχυρών δομών δημόσιας υγείας, την άνοδο σε ενοίκια, κ.ά., κάποιοι λίγοι ωφελούνται και ζημιώνονται οι περισσότεροι.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, στη χώρα μας 700.000 χαμηλοσυνταξιούχοι – απόμαχοι της εργασίας καλούνται να ανταπεξέλθουν οικονομικά με συνολικές συντάξιμες αποδοχές (κύρια και επικουρική σύνταξη) που δεν ξεπερνούν τα 500 ευρώ σε μηναία βάση.

Με πληθωρισμό 10,2% τον Απρίλιο του 2022, έναντι -0,3% τον αντίστοιχο μήνα του 2021, όταν ο πραγματικός, λαϊκός πληθωρισμός, που περιλαμβάνει ενοίκια, ηλεκτρισμό, πετρέλαιο, είδη διατροφής και άλλες κατηγορίες βασικών αγαθών, είναι σημαντικά υψηλότερος.

Με κομμένη, από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, τη 13η σύνταξη τα έτη 2020, 2021, 2022, η οποία ειδικά γι’ αυτούς τους συνταξιούχους αντιστοιχούσε στο 100% της σύνταξής τους από το 2019. Με μόνο μία έκτακτη ενίσχυση 200 ευρώ.

Με κομμένα, πλήρως από το 2022, τα αντισταθμιστικά που συνόδευσαν τη σταδιακή κατάργηση από το 2017 του ΕΚΑΣ, 57-230 ευρώ ανά μήνα για κάθε δικαιούχο.

Θυμίζω ότι ήδη από το 2010, η τότε κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, δεν συμπεριέλαβε στον ν. 3863 πρόβλεψη για τη συνέχιση της καταβολής του ΕΚΑΣ από 01.01.2015 στους 330.000 δικαιούχους χαμηλοσυνταξιούχους. Παρά ταύτα, με σκληρή διαπραγμάτευση διατηρήθηκε μέχρι και το 2017, αλλά τελικώς καταργήθηκε στο πλαίσιο και της συμφωνίας του 2015. Δυστυχώς επρόκειτο για μια αναπόδραστη πορεία. Είναι η ίδια κατηγορία συνταξιούχων που από το 2010 έως και το 2014 βίωσαν τις περικοπές δύο Δώρων, της κύριας σύνταξής τους, καθώς και οριζόντια μείωση στις επικουρικές τους συντάξεις από τους λάθος πολλαπλασιαστές που μέχρι και στέλεχος του ΔΝΤ αποδέχτηκε.

Έχει σημασία να καταγραφεί ότι η κατάργηση της 13ης σύνταξης των χαμηλοσυνταξιούχων από τον κ. Μητσοτάκη πέρασε αρχικά «στα ψιλά» από τα συστημικά Μέσα Ενημέρωσης, για να μην ακουστεί ότι από αυτές τις νέες περικοπές θα προέκυπτε η «προίκα» για την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης. Η συνεχής άνοδος του κόστους διαβίωσης, σε συνδυασμό με την κρίση δημόσιας υγείας, δεν επιτρέπουν πλέον να κρύβεται η αναγκαιότητα ουσιαστικής ενίσχυσης των χαμηλοσυνταξιούχων, με πρώτο βήμα τη σταδιακή αποκατάσταση όσων απώλεσαν το ΕΚΑΣ και εν γένει των χαμηλοσυνταξιούχων με συντάξιμες αποδοχές προσεγγιστικά έως 550 ευρώ τον μήνα (κύρια και επικουρική), με αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια (ετήσιο οικογενειακό εισόδημα έως 11.000 ευρώ, ακίνητα έως 180.000 ευρώ αντικειμενική αξία, καταθέσεις έως 10.000 ευρώ, κ.ά.), ώστε να μην εκτροχιαστεί δημοσιονομικά ο προϋπολογισμός από μια τέτοια παρέμβαση.

Μια ενίσχυση από 70 έως 150 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με το σύνολο των αποδοχών, σε 400.000 χαμηλοσυνταξιούχους, που θα πληρούσαν σωρευτικά τα κριτήρια που προαναφέρθηκαν, θα άγγιζε τα 450 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 50% της δαπάνης που δίνουν οι κυβερνώντες για την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης.

Σημειώνεται ότι το 100% της ενίσχυσης στους χαμηλοσυνταξιούχους θα επιστρέφει ουσιαστικά αυτόματα είτε στην κατανάλωση είτε στα δημόσια ταμεία, καθώς αφορά εισοδήματα με μηδενική ροπή προς αποταμίευση. Επομένως, η δημοσιονομική εξισορρόπηση μπορεί να προέλθει από τη μη ενίσχυση της ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, από πολιτικές που συνδέονται ευθέως με την καλύτερη αξιοποίηση των δημόσιων υποδομών, από ένα σαφές σχέδιο σημαντικού περιορισμού της αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας, ώστε να αυξηθούν τα έσοδα του ΕΦΚΑ, αλλά και από την φορολόγηση του μεγάλου πλούτου.

Πρόσφατα πρότεινα να μη παραχωρηθεί εκ νέου η Αττική Οδός σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, αλλά να αξιοποιηθεί από μια δημόσια Ανώνυμη Εταιρεία Ειδικού Σκοπού, με συμμετοχή και των ασφαλιστικών ταμείων. Ας φανταστούμε ένα ποσό από κάθε διέλευση, για παράδειγμα 80 λεπτά, να πηγαίνει απ’ ευθείας σε έναν μηχανισμό στήριξης των συντάξεων και όχι στις τσέπες κάποιων. Το ίδιο μοντέλο θα μπορούσε να υλοποιηθεί σε πληθώρα αντίστοιχων περιπτώσεων στις οποίες έχω αναφερθεί, όπως στην Εθνική Ασφαλιστική, αλλά και στον ΔΕΔΔΗΕ, που αντί να πωληθεί κατά 49% σε Αυστραλιανό fund, θα μπορούσε να είχε πωληθεί στον ΕΦΚΑ κατά το ίδιο ποσοστό, εξασφαλίζοντας αποδόσεις πάνω από 6% για τα αποθεματικά των Ταμείων.

Αντίστοιχος πόρος θα μπορούσε να βρεθεί μέσα από την εκχώρηση ενός μέρους των εισιτηρίων των αρχαιολογικών χώρων της πατρίδας μας.

Είναι αδήριτη η ανάγκη εξεύρεσης νέων κοινωνικών πόρων για το ασφαλιστικό σύστημα, εάν εξακολουθούμε να μιλάμε για ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος. Μα είναι και βασική προϋπόθεση για μια απαραίτητη ασφαλιστική μεταρρύθμιση που θα στοχεύει στην περαιτέρω, σταθερή ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων.

Οφείλουμε έτσι να συγκρουστούμε με τις αντιλήψεις που επέβαλλε ο εγχώριος παρασιτισμός και τα ιδιαίτερα συμφέροντα στη χώρα μας ενάντια στην ίδια την έννοια και την αναγκαιότητα της κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και υπέρ της απαξίωσης και του ξεπουλήματος των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, που υποτίθεται ότι δεν χρειάζονται.

Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σε μια τόσο σύνθετη εποχή, αλλά πραγματικές ιεραρχήσεις.

Η αξιοπρέπεια των απόμαχων της εργασίας, που δεν έχουν άλλες πηγές εισοδήματος, είναι μια από αυτές και προσεγγίζεται με την άμεση ενίσχυση των συντάξιμων αποδοχών τους.