“Είμαστε αντίθετοι στο να καθιερωθεί θεσμικά και να κατοχυρωθεί στην πράξη ένα εκπαιδευτικό σύστημα διαφορετικών ταχυτήτων. Απορρίπτουμε κάθε αντίληψη και πρακτική που οδηγεί σε διαχωρισμό των μαθητών και μαθητριών σε διαφορετικά σχολεία βάσει των επιδόσεών τους. Η κοινωνία μας δεν χρειάζεται ελιτίστικα σχολεία «αρίστων», αλλά συνολική ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου”.

Αυτό τονίζει μεταξύ άλλων σε δήλωσή του ο Βουλευτής Ροδόπης Δημήτρης Χαρίτου, εν όψει της ανακοίνωσης της μετατροπής τεσσάρων σχολείων της Κομοτηνής σε Πειραματικά, μια απόφαση του Υπουργείου Παιδείας που ήδη έχει εισπράξει τις ισχυρές αντιδράσεις, τόσο του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ροδόπης (δείτε εδώ: Αυτή είναι η αλήθεια για τα “Πειραματικά Σχολεία”), όσο και της ΕΛΜΕ Ροδόπης (δείτε εδώ: “Η βελτίωση της εκπαίδευσης δεν μπορεί να έλθει με την αλλαγή ονομασίας ενός σχολείου”).

Χαρίτου για Πειραματικά Σχολεία: "Όχι σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα διαφορετικών ταχυτήτων"Η δήλωση του κ. Χαρίτου:

“Όσα τις τελευταίες μέρες διαδραματίζονται στην εκπαιδευτική κοινότητα, τους μαθητές μας και τους γονείς, μετά την ανακοίνωση λειτουργίας τεσσάρων πειραματικών σχολείων στη Ροδόπη, χωρίς τη συναίνεση των εκπαιδευτικών και ερήμην των τοπικών κοινωνιών και της Αυτοδιοίκησης, μας γεμίζουν ανησυχία και μας βρίσκουν κατηγορηματικά αντίθετους.

Η απόφαση για την ίδρυση και λειτουργία των τεσσάρων σχολείων ως πειραματικών, όπως οι σύλλογοι των εκπαιδευτικών φορέων σημειώνουν, ελήφθη αγνοώντας πλήρως τις απόψεις της εκπαιδευτικής κοινότητας που είτε είχε γνωμοδοτήσει αρνητικά είτε δεν είχε ερωτηθεί, με πιο χαρακτηριστικό ότι οι αποφάσεις των συλλόγων διδασκόντων των σχολικών μονάδων ήταν όλες αντίθετες στη δημιουργία πειραματικών σχολείων.

Ανησυχία υπάρχει και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση ως προς τη δυνατότητα να υποστηρίξει την υλοποίηση αυτού του εγχειρήματος.

Ενώ η εσπευσμένη ανακοίνωσή της γεννά σοβαρά ερωτήματα αν πρόκειται για μία πρωτοβουλία που προετοιμάστηκε επιστημονικά, εκπαιδευτικά και κοινωνικά ή πρόκειται για μία επικοινωνιακή κίνηση.

Αν το ενδιαφέρον της κυβέρνησης πράγματι ήταν τα θετικά μέτρα που υπόσχεται με τη δημιουργία αυτών των σχολείων να προάγουν την αναβάθμιση και την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου, τότε το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί αυτή η ποιοτική αναβάθμιση, στον βαθμό που είναι υπαρκτή και όχι φρούδα υπόσχεση, πρέπει να περιορίζεται σε συγκεκριμένα, ολιγάριθμα σχολεία, και να μην αφορά το σύνολο της σχολικών μονάδων; Γιατί τα προτεινόμενα ως θετικά μέτρα, όπως η προαγωγή καινοτομικών δράσεων, η ανάπτυξη της συνεργασίας σχολείων με πανεπιστήμια, η ανάληψη επιμορφωτικών δράσεων για το διδακτικό προσωπικό, η ίδρυση μαθητικών ομίλων δραστηριοτήτων κ.τ.λ., πρέπει να θεσμοθετούνται μόνο για τα Πειραματικά και όχι για όλα τα σχολεία; Γιατί η μεγάλη πλειονότητα των σχολείων πρέπει να καθηλώνεται από την επίσημη εκπαιδευτική πολιτική σε στασιμότητα και υπανάπτυξη, την ίδια στιγμή που σε κάποια λιγοστά σχολεία θα παρέχονται αυξημένες δυνατότητες και ενισχυμένα μέτρα από την Πολιτεία για τη βελτίωσή τους;

Ο εκπαιδευτικός κόσμος διαμαρτύρεται γιατί αντιλαμβάνεται ότι τα σχολεία αυτά αποτελούν πεδίο πειραματισμού σε βάρος της εκπαιδευτικής κοινότητας, αποτέλεσαν το πρόσχημα στις αρχές της δεκαετίας για τις διαθεσιμότητες και απολύσεις χιλιάδων εκπαιδευτικών και την κατάργηση σημαντικών ειδικοτήτων στα Επαγγελματικά Λύκεια. Γιατί οι εκπαιδευτικοί που σήμερα υπηρετούν σε αυτά τα σχολεία μπορούν να χάσουν την οργανική τους θέση και για αυτό αναγκάζονται να επιδοθούν σε ένα συνεχές κυνήγι προσόντων μέσα από ένα ναρκοπέδιο αλλεπάλληλων αξιολογήσεων προκειμένου να τη διατηρήσουν.

Η κυβέρνηση στη πραγματικότητα  ακυρώνει τον διερευνητικό/πειραματικό χαρακτήρα που μπορούσαν να έχουν τα σχολεία αυτά, όπως και τη δυνατότητά τους να συνεισφέρουν κάτι θετικό στη δημόσια εκπαίδευση, αφού στην πράξη ταυτίζει πλήρως τον χαρακτήρα των Πειραματικών με εκείνο των Προτύπων, καθιστώντας και αυτά εντέλει σχολεία ελίτ.

Η  επιλογή της είναι  να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό εκπαιδευτικό περιβάλλον σε έναν μικρό αριθμό επιλεγμένων σχολείων, ένα περιβάλλον που θα παρέχει προνομιακές μορφωτικές ευκαιρίες κατ’ αποκλειστικότητα στο μαθητικό δυναμικό τους, τις οποίες θα στερούνται οι μαθητές των άλλων σχολείων.

Από την πλευρά μας, είμαστε αντίθετοι στο να καθιερωθεί θεσμικά και να κατοχυρωθεί στην πράξη ένα εκπαιδευτικό σύστημα διαφορετικών ταχυτήτων. Απορρίπτουμε κάθε αντίληψη και πρακτική που οδηγεί σε διαχωρισμό των μαθητών και μαθητριών σε διαφορετικά σχολεία βάσει των επιδόσεών τους. Η κοινωνία μας δεν χρειάζεται ελιτίστικα σχολεία «αρίστων», αλλά συνολική ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου“.