• Στέφανος Δουκίδης: “Η κρίση στο ελληνικό καλάθι βασικών αγαθών – Άμεση επιδότηση κόστους παραγωγής σιτηρών, αραβόσιτου και κτηνοτροφικών μονάδων”.

“Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην Ουκρανία και το πάγωμα εξαγωγών από τη Ρωσία σε πρώτες ύλες και βασικά αγαθά μέχρι τις 31/12/22, είναι απορίας άξιο που σαν χώρα δεν έχουμε λάβει ήδη έκτακτα μέτρα σε προϊόντα στα οποία το εμπορικό μας ισοζύγιο είναι αρνητικό – σε αντίθεση με την Κύπρο, για παράδειγμα, που αποφάσισε την αγορά 36.000 τόνων αραβόσιτου και κριθαριού για την κάλυψη των αναγκών της χώρας”, τονίζει ο Εμπορικός Διευθυντής της εταιρείας Τυροκομικών-Ζωοτροφών “Ι. Δουκίδης & Υιοί Ο.Ε.”, Στέφανος Δουκίδης.
Ο κ. Δουκίδης αναφέρεται σε βασικά προϊόντα, όπως το μαλακό σιτάρι και το καλαμπόκι, που επηρεάζουν άμεσα βασικά αγαθά (ψωμί, άλευρα, δημητριακά, γάλα, κρέας), και “σε μια προσπάθεια αφύπνισης και επιτάχυνσης στη λήψη αποφάσεων”, όπως σημειώνει, απέστειλε επιστολή σε φορείς της Πολιτείας και όχι μόνο: στον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, στον Υπουργό Ανάπτυξης, στον ΣΒΕ, στον ΣΕΒ, στο ΕΒΕΑ, σε τοπικούς Συνδέσμους, στους Βουλευτές Ροδόπης, στον Σύνδεσμο Ελλήνων Τυροκόμων.
Οι βασικές προτάσεις του για άμεσες παρεμβάσεις, είναι:
“1) Αγροτικές ενισχύσεις για αύξηση της εγχώριας παραγωγικής δυναμικότητας σε μαλακό σιτάρι και αραβόσιτο για το έτος 2022:
– Άμεση ενίσχυση ανοιξιάτικων επιφανειακών λιπασμάτων 20€/στρέμμα για μαλακό σιτάρι βάσει δηλώσεων καλλιεργειών που έχουν ήδη σπαρθεί.
– Άμεση ενίσχυση βασικών λιπασμάτων 40€/στρέμμα για αραβόσιτο για τις μελλοντικές καλλιέργειες Μαρτίου-Απριλίου.
– Άμεση ενίσχυση λογαριασμών ρεύματος για την ποτιστική καλλιέργεια αραβόσιτου.
2) Κτηνοτροφικές ενισχύσεις για κάλυψη των σημαντικών αυξήσεων στις τιμές ζωοτροφών και πρώτων υλών:
– Άμεση ενίσχυση κόστους αγοράς ζωοτροφών για τις παραγωγικές μονάδες (αποκλειστικά βάσει δηλωμένων ποσοτήτων παραγόμενου προϊόντος σε γάλα, κρέας, κ.λπ.)”.
Όπως με νόημα επισημαίνει, “οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι άμεσες και αποτελεσματικές”.
“Οι σοβαρές αναταράξεις στον εφοδιασμό της ελληνικής αγοράς σιτηρών (μαλακό σιτάρι και αραβόσιτο), εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, είναι ήδη εμφανείς και θα επηρεάσουν άμεσα το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας και τις τιμές βασικών αγαθών”, τονίζει ο κ. Δουκίδης, καθώς Ρωσία και Ουκρανία αποτελούν τον σιτοβολώνα της Ευρώπης αφού παράγουν το 14% της παγκόσμιας παραγωγής σίτου και πραγματοποιούν το 29% των εξαγωγών. Η Ρωσία το 2020 ήταν η 1η εξαγωγέας σίτου παγκοσμίως, με την Ουκρανία να καταλαμβάνει την 5η θέση. Οι επιπτώσεις είναι άμεσες σε χρηματιστηριακό επίπεδο, με τις τιμές ρεκόρ 14ετίας να μην έχουν μετακυλιστεί ακόμα στην εγχώρια αγορά, κάτι το οποίο όμως είναι βέβαιο πως θα συμβεί άμεσα.
Όπως σημειώνει ο κ. Δουκίδης, το σκληρό σιτάρι αφορά στην παραγωγή ζυμαρικών και το μαλακό στην παραγωγή αλεύρων και στη βασική διατροφή αμνοεριφίων και αγελάδων, και άρα τα παραγόμενα προϊόντα τους είναι πολύ σημαντικά για το τυπικό καλάθι διατροφής των Ελλήνων αλλά και την εθνική οικονομία ευρύτερα.
Ο κ. Δουκίδης αναφέρει πως το εμπορικό ισοζύγιο σκληρού σίτου στη χώρα μας δεν φαίνεται να κλονίζεται από τη Ρωσο-Ουκρανική κρίση, καθώς την τελευταία δεκαετία παραμένει θετικό και η εγχώρια παραγωγή υπερκαλύπτει την εσωτερική κατανάλωση, ωστόσο υπογραμμίζει πως κατά τη διάρκεια της περιόδου 2011-2019, τόσο η καλλιεργήσιμη έκταση μαλακού σίτου, όσο και η παραγωγή του, παρουσιάζουν έντονα πτωτικές τάσεις (κατά 29,5% και 55,3% αντίστοιχα), κάνοντας τη χώρα μας ευάλωτη σε παγκόσμιες κρίσεις. Παρ’ ότι η εσωτερική κατανάλωση παρουσιάζει μικρή αύξηση σε ετήσια βάση, η εγχώρια παραγωγή καλύπτει λιγότερο του 50% της κατανάλωσης και το εμπορικό ισοζύγιο της παραμένει αρνητικό.
Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι τη μεγαλύτερη αρνητική αύξηση στο εμπορικό ισοζύγιο υποκλάδων μεταποίησης παρουσίασε αυτός των ζωοτροφών για το έτος 2020. Όσον αφορά δε την εγχώρια αγορά αραβόσιτου, ο κ. Δουκίδης σημειώνει πως η καλλιεργημένη γη και η παραγωγή τελικού προϊόντος παρουσιάζουν μείωση την τελευταία καταγεγραμμένη διετία 2017-2019. Σε επίπεδο ισοζυγίου η χώρα μας για το έτος 2020 εισήγαγε προϊόν αξίας 136,35 εκ. € για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών και εξήγαγε προϊόν αξίας μόλις 4,84 εκ. €. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγχώριας κατανάλωσης γίνεται από κτηνοτροφικές μονάδες για αιγοπρόβατα, αγελάδες, κοτόπουλα και χοίρους.

“Όπως γίνεται αντιληπτό από τα προαναφερθέντα στοιχεία, η χώρα μας βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο λήψης στρατηγικών αποφάσεων οι οποίες θα προστατέψουν την εγχώρια παραγωγή και θα εξασφαλίσουν την κατανάλωση στον μέγιστο επιτρεπτό βαθμό, χωρίς εξαρτήσεις από εισαγωγές” τονίζει ο κ. Δουκίδης για να επισημάνει πως “η κρίση είναι μία ευκαιρία να ενισχυθεί περαιτέρω η εγχώρια παραγωγή στους κρίσιμους αυτούς τομείς της εγχώριας διατροφικής αλυσίδας”.