«Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μεταφέρει στο Κοινοβούλιο τη μομφή που απευθύνει η ίδια η κοινωνία στην κυβέρνηση», δήλωσε η τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ Έφη Αχτσιόγλου στη Βουλή, προσθέτοντας ότι «ο κ. Μητσοτάκης και οι υπουργοί του απέναντι σε όλα τα μείζονα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα αυτοαναγορεύτηκαν άριστοι, αποδείχθηκαν επιλεκτικά ανίκανοι για τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, και κατέληξαν επικίνδυνοι».

«Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει από καιρό παραιτηθεί και κάνει ότι δεν το καταλαβαίνει. Μια κυβέρνηση που δεν θεωρεί τον εαυτό της υπεύθυνο σχεδόν για τίποτα, ούτε αρμόδιο για να εγγυηθεί την ασφάλεια στη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, δεν είναι κυβέρνηση. Είναι μια ομάδα πολιτικών σε αποδρομή. Μια τέτοια συνθήκη είναι από μόνη της επαρκής λόγος για την προκήρυξη εκλογών. Δεν αξίζει στους πολίτες αυτής της χώρας ένας πρωθυπουργός που σε κάθε πρόβλημα εξαφανίζεται», τόνισε.

Η ΝΔ, επεσήμανε, «χλευάζει την εξουθένωση του εργαζόμενου που εγκλωβίστηκε για ώρες σε κεντρικό δρόμο της πόλης γιατί πήγαινε στη δουλειά του, την αγωνία του πολίτη που περίμενε σε στάσεις τις αστικές συγκοινωνίες που ακινητοποιήθηκαν, την αγωνία του επιβάτη στα τρένα που κόλλησαν και συγκρούστηκαν, την ταλαιπωρία οικογενειών που σε συνθήκες πανδημίας έμειναν χωρίς ρεύμα και θέρμανση επί μέρες».

Η κ. Αχτσιόγλου σημείωσε ότι «δεν είναι μόνο η πρόσφατη κακοκαιρία που κατέδειξε την πλήρη κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού», αλλά «στις επάλληλες κρίσεις που βιώνουμε τον τελευταίο καιρό, η κυβέρνηση εκπέμπει εικόνα γενικευμένης παρακμής».

Στην πανδημία, «ξεπεράσαμε τις 23.000 νεκρούς, η χώρα βρίσκεται δυο φορές πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις απώλειες ανθρώπινων ζωών ανά εκατομμύριο πληθυσμού και η κυβέρνηση περικόπτει το 2022 την κρατική χρηματοδότηση για τη δημόσια Υγεία κατά 820 εκατ.».

Στην κρίση της ακρίβειας, «ο πληθωρισμός καταγράφει επίπεδο ρεκόρ 5,1% τον Δεκέμβρη, το υψηλότερο από το 2011. Εκρηκτικές αυξήσεις στο φυσικό αέριο, στο ρεύμα, στα καύσιμα αλλά και στα βασικά είδη τροφίμων. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού μειώθηκε κατά 10,4%, του μέσου μισθού μερικής απασχόλησης κατά 13,7% και το μέσο μηνιαίο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα έχασε το 7% της αγοραστικής του δύναμης».

Ωστόσο, «η κυβέρνηση αρνείται να μειώσει τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα, αρνείται να αυξήσει τώρα τον κατώτατο μισθό στα 800 ευρώ» και «ο υπουργός Οικονομικών δήλωσε για τον ΦΠΑ στο ψωμί ότι “πρέπει να είμαστε σοβαροί, δεν μπορούμε να αυξήσουμε το έλλειμμα. Μόνο στο ψωμί μία μείωση του ΦΠΑ έχει κόστος 140 εκατ.”. Την ίδια στιγμή όμως βρήκε για πλάκα, απ’ ότι φαίνεται, περίπου τα διπλά, δηλαδή 263 εκατ. για να καταργήσει τον φόρο γονικών παροχών-δωρεών έως 800.000 ευρώ ή 1,6 εκατ. για δύο γονείς, να μειώσει τον φόρο κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων και τον φόρο συγκέντρωσης κεφαλαίου. Σοβαροί και αυστηροί με το ψωμί, χαλαροί και ανάλαφροι με το παντεσπάνι».

Η κ. Αχτσιόγλου ανέφερε ότι «πέρα από τα ζητήματα που αφορούν τη δημόσια Υγεία και τους όρους διαβίωσης των πολιτών, η χώρα υποφέρει και από μια θεσμική κρίση: ένα αίσθημα γενικευμένου θεσμικού εκφυλισμού μας καταλαμβάνει – η κυβέρνηση εμφανίζεται να συναλλάσσεται με υπόδικους, να συνομιλεί με ανθρώπους που εκβίαζαν υπουργούς και διασπάθισαν δημόσιο χρήμα».

Υπογράμμισε, τέλος, ότι «το πρόβλημα είναι πολιτικό. Και στα πολιτικά προβλήματα η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Γι’ αυτό και η πολιτική αλλαγή σήμερα δεν είναι ένα απλό αίτημα, δεν είναι ρητορικό σχήμα, αλλά επιτακτική ανάγκη».