“Αντίο” μετά από 169 χρόνια έλεγαν σαν σήμερα το 2002, οι Έλληνες στη δραχμή, και υποδέχονταν το ευρώ.

Οι δώδεκα χώρες της ζώνης του ευρώ ολοκλήρωσαν σαν σήμερα πριν από 20 χρόνια το πέρασμα στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, επιτυγχάνοντας τη μεγαλύτερη οικονομική μεταρρύθμιση της σύγχρονης ιστορίας τους.

Η μετάβαση από 12 εθνικά νομίσματα στο ευρώ άνοιγε τους ορίζοντες για την ευρωπαϊκή οικονομία που θα μπορούσε συντονισμένα να παίξει αναβαθμισμένο ρόλο στις παγκόσμιες αγορές, και θα αναβάθμιζε τις οικονομικές δυνατότητες των ευρωπαίων πολιτών.

Τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς του 2002, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης φωτογραφήθηκε δίπλα σε ΑΤΜ κρατώντας στα χέρια του χαρτονομίσματα του νέου νομίσματος της χώρας, του ευρώ. Δίπλα του, ο τότε διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Λουκάς Παπαδήμος, χειροκροτούσε.

96bb1b86 simitis

Ο κ. Σημίτης συνδέθηκε με το χρηματιστήριο αφού επί πρωθυπουργίας του πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες είχαν ενασχόληση με μετοχές. Πολλές από αυτές όμως τελικά τον Σεπτέμβριο του 1999 αποδείχθηκαν “φούσκες”, η αξία τους εκμηδενίστηκε, και η κυβέρνηση Σημίτη έγινε στόχος σκληρής κριτικής για τους χειρισμούς της.

Αναδρομή στην ευρω-ιστορία μας

“Το ευρώ είναι η σταθερή αφετηρία για την εδραίωση της ισχυρής και υπερήφανης Ελλάδας, μιας Ελλάδας που δεν μελαγχολεί, δεν παραιτείται, δεν μεμψιμοιρεί, αλλά επιμένει, προσπαθεί, πετυχαίνει, και η εικόνα του φτωχού συγγενή δίνει πλέον τη θέση της στην εικόνα μιας χώρας που πιστεύει στον εαυτό της”, έλεγε ο Κώστας Σημίτης το ξημέρωμα του 2002.

Η Ελλάδα με τις κυβερνήσεις Σημίτη έκανε τα πάντα για να επιτευχθεί ο στόχος του ευρώ. Στον δρόμο της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της επίτευξης των κριτηρίων της Συνθήκης του Μάαστριχτ για την ένταξη στο ευρώ, φτάσαμε στη μείωση του ελλείμματος από 10,4% το 1995 σε 1,09% το 1999, και του δημοσίου χρέους από 111,3% του ΑΕΠ σε 105,2%.

Το 2001 η είσοδος στην Ευρωζώνη γιορτάστηκε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία είχε συμμαχήσει ακόμη και με την Goldman Sachs προκειμένου να εξασφαλίσει την υλοποίησή της. Μέσα σε μόλις δύο χρόνια φάνηκε πως το ευρωπαϊκό όνειρο είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Το 2003 το ΔΝΤ ενημέρωσε την κυβέρνηση Σημίτη ότι η απώλεια ανταγωνιστικότητας που είχε υποστεί η Ελλάδα από την ένταξή της στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση ήταν δραματική, και πως προκειμένου η ελληνική οικονομία να αντέξει στο ευρώ, απαιτούνταν άμεσα διαρθρωτικά μέτρα και ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής πειθαρχίας για να επιτευχθεί επείγουσα εσωτερική υποτίμηση.

Σε έκθεσή του τον Ιούνιο του 2003 το ΔΝΤ αποτύπωνε τη ραγδαία ανατίμηση της Πραγματικής Σταθμισμένης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας της Ελλάδας, η οποία είχε απογειωθεί στα επίπεδα-ρεκόρ που είχαν καταγραφεί το 1997 και που είχαν οδηγήσει σε υποτίμηση της δραχμής κατά 14%.

Χωρίς την επιλογή της υποτίμησης η Ελλάδα βρέθηκε απέναντι σε ένα τεράστιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας. Την κατάσταση επιδείνωνε η ανατίμηση του ίδιου του ευρώ.

Στα μέσα του 2003 η κυβέρνηση Σημίτη πληροφορείτο από το ΔΝΤ ότι προκειμένου να μην αποτύχει το πείραμα της ένταξής της στην Ευρωζώνη, η Ελλάδα χρειαζόταν εσωτερική υποτίμηση τουλάχιστον κατά 15%, ποσοστό εξαιρετικά μεγάλο και αντίστοιχο σχεδόν με αυτό που σημειώθηκε μεταξύ 2010-2013 με την εφαρμογή του γνωστού προγράμματος ακραίας λιτότητας της τρόικας.

Μπροστά στον κίνδυνο δριμείας ύφεσης αν επιχειρείτο εσωτερική υποτίμηση, αλλά και αδυνατώντας να παραδεχτεί τον εκτροχιασμό της ελληνικής οικονομίας εντός Ευρωζώνης, η κυβέρνηση Σημίτη επέλεξε να υποσχεθεί τη λήψη μέτρων για να ικανοποιήσει το ΔΝΤ και τους εταίρους της.

Η συναλλαγή της Goldman Sachs το 2001 προέβλεπε την ανταλλαγή ομολόγου ύψους 10 δισ. ευρώ από γεν σε ευρώ με τη χρήση μιας ιστορικής τιμής συναλλάγματος που εμφάνιζε το δάνειο μειωμένο κατά 2,8 δισ. ευρώ. Χρησιμοποιούσε επίσης ένα swap με επιτόκιο εκτός αγοράς για την αποπληρωμή του δανείου (τα swaps δίνουν τη δυνατότητα στους αντισυμβαλλόμενους να ανταλλάξουν δύο μορφές επιτοκίων, όπως τα σταθερά και τα κυμαινόμενα, με σημείο αναφοράς ένα θεωρητικό ποσό χρέους). Το swap περιελάμβανε την ανταλλαγή ελληνικού δημόσιου χρέους από γεν και δολάρια, εκτιμώμενο σε 10 δισ. δολάρια ευρώ περίπου, με τις τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες εκείνης της εποχής, σε ένα ποσό που υπολειπόταν των 10 δισ. ευρώ με την διαφορετική ισοτιμία (off market) που έγινε η συναλλαγή. Ο λόγος για τον οποίο η τρέχουσα αξία του swap – στην ουσία μιλάμε για μια σειρά επιμέρους swap – δεν ήταν μηδέν, όπως συνήθως συμβαίνει, ήταν γιατί η συμφωνία ανταλλαγής βασίστηκε σε μια συναλλαγματική ισοτιμία που διέφερε από την τρέχουσα (spot) της εποχής. Η χρονική διάρκεια των συμφωνιών (tranches) του συγκεκριμένου swap εκτιμάται σε 15 χρόνια και ίσως παραπάνω.

Η Goldman Sachs πούλησε το currency swap στην Εθνική Τράπεζα το 2005 ως IRS swap, δηλαδή ανταλλαγής επιτοκιακών ροών σε ευρώ.

Η διαφορά των 2,8 δισ. ευρώ έγινε ένα έμμεσο δάνειο της Goldman στην Ελλάδα, ως ένα ακόμα swap, που δεν θα φαινόταν στο χρέος και θα αποπληρωνόταν λοιπόν το 2019. Τα κόστη των χρηματιστηριακών συναλλαγών επί του swap αυξήθηκαν διότι η συμφωνία είχε θεωρητική αξία που ξεπερνούσε τα 15 δισ. ευρώ, ποσό υψηλότερο του ίδιου του δανείου. Λόγω του μεγέθους και της περιπλοκότητας της συμφωνίας η Goldman Sachs χρέωσε αναλογικά υψηλότερες προμήθειες χρηματιστηριακών συναλλαγών απ’ ό,τι χρέωνε για συμφωνίες μικρότερου μεγέθους και απλούστερης δομής.

Το σκάνδαλο Enron και οι συνέπειες

Μετά το σκάνδαλο Enron που ξέσπασε στις ΗΠΑ, άρχισαν οι έλεγχοι στις αμερικανικές τράπεζες και η Goldman Sachs ήθελε να το ξεφορτωθεί. Ζήτησε λοιπόν, το 2005, από την ελληνική κυβέρνηση να το πάρει πίσω. Ο Γ. Αλογοσκούφης δέχθηκε κι έβαλε την Εθνική Τράπεζα να το αγοράσει, η οποία το πήρε στην τιμή των 5,5 δισ. (από 2,8 που ήταν αρχικά). Η ΝΔ λέει ότι το έκανε για να το επιμηκύνει, μειώνοντας την ετήσια δόση σε 320 εκατομμύρια μέχρι το 2039. Το ποσό αυτό εξακολουθούσε να αποτελεί “κρυφό” χρέος προς την Εθνική. Μόνο που το 2008 η ΕΚΤ άρχισε να ρωτά την κυβέρνηση εάν έχει χρέη σε κρυφά swaps και αυτή σφύριζε αδιάφορα. Μέχρι που ήρθε η κυβέρνηση Παπανδρέου. Τότε φανερώθηκε και το κρυφό swap των 5,5 δισ. που συνέβαλε στην αύξηση του χρέους, με τις γνωστές συνέπειες.

Σύμφωνα με έκθεση της Eurostat (15/11/ 2010), “η Ελλάδα πραγματοποίησε σε μεγάλο αριθμό ανταλλαγές χρέους (swaps) εκτός αγοράς από το 2001 έως και τα τέλη του 2007, οι οποίες οδήγησαν στην αύξηση του εθνικού χρέους της”. Όλα αυτά ήταν μέχρι σήμερα, λίγο πολύ γνωστά. Η είσοδος της χώρας στο ευρώ έγινε με βίαιο τρόπο και χωρίς σωστή προετοιμασία. Τα χρέη έφτασαν στα ύψη εξ αιτίας των επαχθών δανεισμών και της κακής διαχείρισης, και φτάσαμε στο πρώτο, το δεύτερο αλλά και το τρίτο μνημόνιο που δεσμεύουν την οικονομία σε διαρκή λιτότητα.

Νομίσματα του ευρώ
 GETTY IMAGES/ISTOCKPHOTO

Ευρώ: 20 χρόνια μετά

Άρθρο στο πλαίσιο της συμπλήρωσης 20 χρόνων του ευρώ, συνυπογράφουν ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, ο πρόεδρος του Eurogroup Πασκάλ Ντόναχιου, ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Βάλντις Ντομπρόβσκις, οι Ευρωπαίοι Επίτροποι Πάολο Τζεντιλόνι και Μέιριντ Μακγκίνες, και όλοι οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης. Συγκεκριμένα, υπό τον τίτλο «Μερικές σκέψεις για τα 20 χρόνια του ευρώ», αναφέρουν:

«Πριν από είκοσι χρόνια, περίπου 300 εκατομμύρια Ευρωπαίοι κράτησαν στα χέρια τους ένα ολοκαίνουργιο νόμισμα, το ευρώ. Από τη Λισαβόνα έως το Ελσίνκι και την Αθήνα, οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να κάνουν αναλήψεις χαρτονομισμάτων ευρώ στα κατά τόπους ΑΤΜ, να κάνουν τα ψώνια τους με ευρώ και να ταξιδέψουν στο εξωτερικό χωρίς να αλλάξουν συνάλλαγμα. Η μετάβαση από 12 εθνικά νομίσματα στο ευρώ ήταν ιστορικά ένα μοναδικό εγχείρημα στο είδος του: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε πάνω από 15 δισεκατομμύρια χαρτονομίσματα ευρώ και κόπηκαν περίπου 52 δισεκατομμύρια κέρματα πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002. Αξιοποιώντας την εξάπλωση της ενιαίας αγοράς, το ευρώ έγινε ένα από τα πιο απτά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, μαζί με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών Erasmus ή την άρση των τελών περιαγωγής εντός της ΕΕ. Σε βαθύτερο επίπεδο, το ευρώ αντικατοπτρίζει μια κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα, που συμβολίζει την ολοκλήρωση ως εγγυήτρια της σταθερότητας και της ευημερίας στην Ευρώπη. Ως Υπουργοί Οικονομικών και μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που κατευθύνουν την οικονομική πολιτική της Ευρωζώνης, ανατρέχουμε μαζί στα τελευταία 20 χρόνια και προσδιορίζουμε ορισμένες προτεραιότητες για το μέλλον του κοινού μας νομίσματος.

Οι δυο δεκαετίες

Ομολογουμένως, οι δύο πρώτες δεκαετίες του ευρώ ήταν πλούσιες σε γεγονότα. Από τον μεγάλο ενθουσιασμό στις απαρχές του, το ευρώ έχει αναδειχθεί στο δεύτερο πλέον χρησιμοποιούμενο νόμισμα στον κόσμο. Το κοινό μας νόμισμα παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλές – περίπου το 80% των πολιτών πιστεύει ότι το ευρώ ωφελεί την ΕΕ – και η Ευρωζώνη συνεχίζει να επεκτείνεται: από τα 11 αρχικά μέλη σε 19 χώρες σήμερα, και με ακόμη περισσότερες σε πορεία ένταξης τα επόμενα έτη. Η πρόοδος αυτή σημειώθηκε σε πείσμα σοβαρών προκλήσεων. Το εγχείρημα αντιμετωπίστηκε από ορισμένους με επιφυλακτικότητα ενώ ήταν ακόμη στα σπάργανα. Στα δέκα του περίπου χρόνια, στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα άρχισε να γίνεται αντιληπτό όλο και περισσότερο ότι η αρχιτεκτονική του ευρώ δεν είχε εξαρχής σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσει το βαρύτατο σοκ που προκάλεσαν η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και η κρίση δημοσίου χρέους που ακολούθησε. Δόθηκε έτσι το έναυσμα για τη μεταρρύθμιση του πλαισίου διακυβέρνησης της Ευρωζώνης, τη δημιουργία κοινού μηχανισμού στήριξης προς χώρες που αντιμετωπίζουν χρηματοοικονομικές δυσχέρειες και τη θέσπιση συστήματος ενιαίας εποπτείας για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, σε αναγνώριση της ανάγκης να βρεθεί η λύση μέσω ευρύτερου συντονισμού και βαθύτερης ολοκλήρωσης. Αυτές οι πρώτες κρίσεις επέτρεψαν στο ευρώ να ωριμάσει και να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του. Αντλήσαμε επίσης πολύτιμα διδάγματα που μας φάνηκαν χρήσιμα κατά την τρέχουσα πανδημία, η οποία δεν γνωρίζει σύνορα και ανέδειξε τόσο τον βαθμό της αλληλεξάρτησής μας όσο και την ισχύ της ενότητάς μας. Όταν κατέστη σαφές το εύρος της κρίσης COVID-19, αντιμετωπίστηκε με πολύ ταχύτερη, πιο αποφασιστική και πιο συντονισμένη δράση πολιτικής, σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις. Μολονότι τα υφιστάμενα συστήματα φορολογίας και πρόνοιας κατάφεραν να αμβλύνουν τις οικονομικές επιπτώσεις, η ΕΕ έλαβε άνευ προηγουμένου αποφάσεις για την περαιτέρω προστασία της ζωής και των εισοδημάτων, συμπληρώνοντας τις υποστηρικτικές νομισματικές πολιτικές της ΕΚΤ. Η συλλογική μας αντίδραση περιλάμβανε το πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης SURE, το οποίο συνέβαλε στην προστασία περίπου 31 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας, καθώς και το πρωτοποριακό σχέδιο ανάκαμψης για την Ευρώπη Next Generation EU. Η συντονισμένη αντίδρασή μας σε επίπεδο πολιτικών, σε συνδυασμό με τη διάθεση εμβολίων κατά της COVID-19, βοήθησαν την Ευρωζώνη να ανακάμψει γρήγορα από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας. Εξάλλου, η χρηματοδοτική στήριξη και η στήριξη της ρευστότητας που παρασχέθηκαν είχαν σχεδιαστεί για να περιορίσουν τον κίνδυνο μακροπρόθεσμων ζημιών, ώστε οι οικονομίες μας να ξανακερδίσουν γρήγορα το χαμένο έδαφος.

Τα επόμενα 20 χρόνια

Έχουμε επιτύχει πολλά κατά τα πρώτα 20 χρόνια του ευρώ, ωστόσο πρέπει να γίνουν περισσότερα. Πρέπει να συμβαδίσουμε με την καινοτομία και να προωθήσουμε τον διεθνή ρόλο του ευρώ. Το ίδιο το ευρώ πρέπει να προσαρμοστεί στην ψηφιακή εποχή. Για τον λόγο αυτό στηρίζουμε και συμβάλλουμε στις εν εξελίξει εργασίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με την ψηφιακή μορφή του νομίσματός μας. Ταυτόχρονα, η Ευρωζώνη πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω. Μολονότι το ευρωπαϊκό τραπεζικό μας σύστημα στηρίζεται σε ισχυρά θεμέλια, πρέπει να καταβάλουμε περαιτέρω προσπάθειες προκειμένου να ενισχύσουμε την τραπεζική μας ένωση και να προσφέρουμε νέες ευκαιρίες οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης. Το ίδιο ισχύει και για τις κεφαλαιαγορές μας: πρέπει να αναλάβουμε αποφασιστική δράση ώστε να βελτιωθεί ο τρόπος με τον οποίο οι ιδιωτικές επενδύσεις και αποταμιεύσεις διοχετεύονται σε ολόκληρη την ενιαία αγορά προκειμένου να δοθεί στις επιχειρήσεις μας, συμπεριλαμβανομένων των μικρομεσαίων, η χρηματοδότηση που χρειάζονται και στη συνέχεια να δημιουργηθούν νέες ευκαιρίες απασχόλησης. Τα επίπεδα επενδύσεων έχουν παραμείνει πολύ χαμηλά για υπερβολικά μεγάλο διάστημα: πρέπει να επενδύσουμε στους ανθρώπους, στις υποδομές και στους θεσμούς μας, και οι επενδύσεις μας να είναι μαζικές και βιώσιμες. Σε συνδυασμό με υπεύθυνες δημοσιονομικές πολιτικές και τη συμβολή του ιδιωτικού τομέα, το Next Generation EU θα διαδραματίσει καίριο ρόλο στην υλοποίηση πολλών απαραίτητων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Πρόκειται για το καλύτερο μέσο που διαθέτουμε για να δώσουμε ώθηση στο αναπτυξιακό δυναμικό μας, να βελτιώσουμε το βιοτικό μας επίπεδο και να αντεπεξέλθουμε στις κρίσιμες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Πρέπει επίσης να διασφαλίσουμε τη δημοσιονομική βιωσιμότητα δεδομένης της γήρανσης του πληθυσμού. Στο πλαίσιο της αναθεώρησης των κοινών δημοσιονομικών κανόνων μας, πρέπει να εγγυηθούμε ότι οι δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές της Ευρωζώνης είναι κατάλληλες για τον επιδιωκόμενο σκοπό σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον και ανταποκρίνονται στις μελλοντικές προκλήσεις. Το κοινό μας νόμισμα αποτελεί ένα άνευ προηγουμένου συλλογικό εγχείρημα, και μαρτυρεί την ενότητα που στηρίζει την Ένωσή μας. Καθώς ο κόσμος ανακάμπτει από την πανδημία, ήρθε η στιγμή να συνδυάσουμε τις προσπάθειες και τους πόρους μας για να αποκομίσουμε τα οφέλη ενός ταχέως ψηφιοποιούμενου κόσμου και να διαχειριστούμε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα του κλίματος. Κανένα από αυτά τα θέματα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από χώρες που ενεργούν μεμονωμένα. Το ευρώ αποτελεί απόδειξη των όσων μπορούμε να επιτύχουμε με τη συνεργασία· με το βλέμμα στραμμένο στα επόμενα 20 χρόνια, ας το καταστήσουμε σύμβολο της δέσμευσής μας να εξασφαλίσουμε ένα βιώσιμο μέλλον, με ευημερία και χωρίς αποκλεισμούς, για τις επόμενες γενιές».

Το άρθρο συνυπογράφουν οι: Magnus Brunner, υπουργός Οικονομικών της Αυστρίας, Nadia Calviño, α΄ αντιπρόεδρος και υπουργός Οικονομίας και Ψηφιοποίησης της Ισπανίας, Clyde Caruana, υπουργός Οικονομικών και Απασχόλησης της Μάλτας, Valdis Dombrovskis, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μια Οικονομία στην Υπηρεσία των Ανθρώπων, Paschal Donohoe, πρόεδρος του Eurogroup και υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας, Daniele Franco, υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών της Ιταλίας, Paolo Gentiloni, Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας, Pierre Gramegna, υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου, Wopke Hoekstra, υπουργός Οικονομικών των Κάτω Χωρών, João Leão, υπουργός Επικρατείας και υπουργός Οικονομικών της Πορτογαλίας, Bruno Le Maire, υπουργός Οικονομίας, Οικονομικών και Ανάκαμψης της Γαλλίας, Christian Lindner, υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Mairead McGuinness, Ευρωπαία Επίτροπος για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες, τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα και την Ένωση Κεφαλαιαγορών, Igor Matovič, υπουργός Οικονομικών και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Σλοβακίας, Keit Pentus-Rosimannus, υπουργός Οικονομικών της Εσθονίας, Κωνσταντίνος Πετρίδης, υπουργός Οικονομικών της Κύπρου, Jānis Reirs, υπουργός Οικονομικών της Λετονίας, Annika Saarikko, υπουργός Οικονομικών της Φινλανδίας, Andrej Šircelj, υπουργός Οικονομικών της Σλοβενίας, Gintarė Skaistė, υπουργός Οικονομικών της Λιθουανίας, Χρήστος Σταϊκούρας, υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας, Vincent Van Peteghem, υπουργός Οικονομικών του Βελγίου.

πηγή