“Βρισκόμαστε μπροστά σε μια διπλή κρίση, της πανδημίας και της ακρίβειας, που μας απειλεί. Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να μην αναμετρηθεί με αυτήν την πραγματικότητα. Η επόμενη μέρα της κυβέρνησης είναι ένα νεοφιλελεύθερο business as usual. Η πραγματικότητα όμως έχει άλλες απαιτήσεις. Χρειαζόμαστε μια νέα αρχή για την κατεπείγουσα αντιμετώπιση της πανδημίας και της ακρίβειας, με ρύθμιση στρατηγικών κλάδων όπως η ενέργεια και το τραπεζικό σύστημα, με ουσιαστική ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και του δημόσιου συστήματος υγείας, με ανασχεδιασμό και αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Η Ελλάδα πρέπει να συγχρονιστεί με τον διεθνή προοδευτικό προβληματισμό γύρω από τη μείωση των ανισοτήτων, τη δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη, τον παραγωγικό μετασχηματισμό”. 

  • Άρθρο του τομεάρχη Ανάπτυξης και Επενδύσεων του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Αλέξη Χαρίτση στην ειδική έκδοση για τις επιχειρήσεις, της “Εφημερίδας των Συντακτών”

Δεν έχουμε τελειώσει με την πανδημία. Παρά τις πυκνές και επιπόλαιες διαβεβαιώσεις ότι διανύουμε το “τελευταίο μίλι”, είναι πια ξεκάθαρο ότι η πανδημία και οι μεταλλάξεις της θα μας συνοδεύουν για καιρό. Αν συνειδητοποιήσουμε την επώδυνη πραγματικότητα, τότε έχουμε τη δυνατότητα να πράξουμε ώστε να την αλλάξουμε. Αλλά πρέπει να τη συνειδητοποιήσουμε πρώτα.

Πριν λίγες μέρες το ελληνικό κοινοβούλιο συζήτησε τον κρατικό προϋπολογισμό για τη χρονιά που βρίσκεται μπροστά μας, το 2022. Ο προϋπολογισμός που κατέθεσε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα μπορούσε να είχε γραφτεί για μια άλλη χώρα ή για κάποια άλλη χρονική στιγμή. Είναι μία πρόταση από την οποία λείπει η πραγματικότητα. Αρκεί να δει κανείς το εξής: ο προϋπολογισμός δεν περιλαμβάνει ούτε μία νέα πρόβλεψη για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας και της ακρίβειας. Δεν είναι θέμα ερμηνείας.

Άλλωστε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών ήταν εξαιρετικά σαφής: ο προϋπολογισμός σχεδιάστηκε “με την υπόθεση ότι η πανδημία ως οικονομική́ μεταβλητή́ θα φύγει σταδιακά́ από́ τις αρχές του 2022”.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά εσφαλμένη και εν τέλει επικίνδυνη αφετηρία. Αυτή τη στιγμή η παγκόσμια συζήτηση επιμένει στο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια διπλή κρίση – της πανδημίας και της ακρίβειας – που μας απειλεί.

Την ίδια στιγμή γίνεται όλο και πιο επιτακτική διεθνώς η ανάγκη ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού συμβολαίου. Η κυβέρνηση, για λόγους που σχετίζονται με τις ιδεολογικές της εμμονές και τις διαχειριστικές της ανεπάρκειες, αδιαφορεί για αυτή τη συζήτηση, με αποτέλεσμα η χώρα μας να χάνει ιστορικές ευκαιρίες. Στην κατάρτιση όμως του οικονομικού σχεδίου για το 2022, προχώρησε ένα βήμα παρακάτω. Κατασκευάζει μια εικονική πραγματικότητα όπου δεν υπάρχουν κρίσεις και δεν ακούγεται η φωνή της κοινωνίας και των παραγωγικών φορέων που ανησυχούν και αγωνιούν για το μέλλον. Η κυβερνητική εκδοχή της πραγματικότητας περιλαμβάνει διαρκή αναπτυξιακά άλματα, νέες θέσεις εργασίας και ορυμαγδό επενδύσεων.

Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.

Η πανδημία δοκίμασε βαθιά την ελληνική οικονομία και ανέδειξε τις δομικές ανεπάρκειες ενός στρεβλού παραγωγικού μοντέλου.

Η ακρίβεια αυτή τη στιγμή επιδεινώνει δραματικά μια ήδη δύσκολη κατάσταση: οι αυξήσεις στις πρώτες ύλες, στις μεταφορές, και πρωτίστως στην ενέργεια, απειλούν όχι μόνο τις τσέπες των καταναλωτών αλλά την ίδια τη βιωσιμότητα της πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Η εικόνα παραπέμπει σε μια κοινωνία και οικονομία που βρίσκονται στα όρια: οι δείκτες ανισότητας έχουν ενταθεί, το δημόσιο σύστημα υγείας ζορίζεται, και το κυρίαρχο αίσθημα για το μέλλον είναι αυτό του φόβου ή της ανασφάλειας.

Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να μην αναμετρηθεί με αυτήν την πραγματικότητα. Δεν είναι θέμα αντιληπτικό – όσο και αν η εγγενής ταξική της υπεροψία την εμποδίζει συχνά να δει και να καταλάβει τι γίνεται πέρα από τα στενά όρια των λίγων και ισχυρών. Είναι μια πολιτική επιλογή. Η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει μια εικονική πραγματικότητα γιατί με αυτόν τον τρόπο πιστεύει ότι μπορεί να συνεχίσει το σχέδιό της για την αναπαραγωγή ενός αντικοινωνικού μοντέλου.

Το παράδειγμα της υγείας είναι χαρακτηριστικό. Όσο και αν είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, ο προϋπολογισμός του 2022 περιλαμβάνει μειώσεις στις τακτικές δαπάνες για το δημόσιο σύστημα υγείας σε σχέση με τις πραγματικές δαπάνες του 2021. Αν το 2020 και το 2021 ήταν οι χρονιές που όλος ο πλανήτης συνέκλινε στην ανάγκη όχι μόνο ενίσχυσης, αλλά επέκτασης του συστήματος της δημόσιας υγείας, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε ότι το 2022 θα είναι το έτος της συρρίκνωσης του.

Το ίδιο ισχύει με την ακρίβεια. Τη στιγμή που στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. επιστρατεύονται μέτρα για τη ρύθμιση των αγορών, την προστασία των νοικοκυριών και τη θωράκιση των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατέθεσε έναν προϋπολογισμό δίχως ούτε μία σχετική πρόβλεψη.

Η επόμενη μέρα της κυβέρνησης είναι ένα νεοφιλελεύθερο business as usual.

Η πραγματικότητα όμως έχει άλλες απαιτήσεις.

Αντιμέτωποι με μια διπλή κρίση που έχει χαρακτηριστικά μακράς διάρκειας, χρειαζόμαστε μια νέα αρχή για την κατεπείγουσα αντιμετώπιση της πανδημίας και της ακρίβειας και για τη μακροπρόθεσμη θωράκιση της κοινωνίας και της οικονομίας.

Η Ελλάδα πρέπει να συγχρονιστεί με τον διεθνή προοδευτικό προβληματισμό γύρω από τη μείωση των ανισοτήτων, τη δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη, τον παραγωγικό μετασχηματισμό.

Αυτό όμως απαιτεί τομές και ρήξεις με το υπάρχον οικονομικό μοντέλο. Με αποφασιστική δημόσια παρέμβαση για την στήριξη της πραγματικής οικονομίας και τη ρύθμιση στρατηγικών κλάδων, όπως η ενέργεια και το τραπεζικό σύστημα, με ουσιαστική ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και του δημόσιου συστήματος υγείας, με ανασχεδιασμό και αύξηση των δημόσιων επενδύσεων. Με μία πολιτική εν τέλει που θα αξιοποιεί κάθε δημοσιονομική και χρηματοδοτική δυνατότητα που προσφέρει η εποχή μας, ώστε η νέα αρχή να εκφράζει τις αγωνίες αλλά και τις δυνατότητες της κοινωνίας.