«Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο αλλάζει την αρχιτεκτονική της επικουρικής ασφάλισης προκειμένου το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας να προσαρμοστεί κατάλληλα για την αντιμετώπιση των σοβαρών προκλήσεων που θέτει στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού αλλά και άλλες παθογένειες, όπως το μέγεθος της αδήλωτης εργασίας και κατ’ επέκταση το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας».

Αυτό υπογράμμισε ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Πάνος Τσακλόγλου κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου «Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση για τη Νέα Γενιά» στην Ολομέλεια της Βουλής.

«Το νομοσχέδιο προβλέπει τη σταδιακή μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης από διανεμητική σε κεφαλαιοποιητική, και η μεταρρύθμιση αυτή αφορά μόνο την επικουρική ασφάλιση και τους νέους εργαζόμενους.  Η κύρια σύνταξη παραμένει ως έχει», τόνισε ο κ. Τσακλόγλου κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, επισημαίνοντας τα ακόλουθα: «Για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας από 1/1/2022 με υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση και, προαιρετικά, για όσους ασφαλισμένους είναι κάτω των 35 ετών με ή χωρίς υποχρέωση επικουρικής ασφάλισης, οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης κατευθύνονται σε ατομικούς λογαριασμούς, επενδύονται με βάση τις προτιμήσεις τους από το Ταμείο που πρόκειται να ιδρυθεί (Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης – TEKA), και η σύνταξή τους προσδιορίζεται από το σύνολο των εισφορών τους και τις αποδόσεις των επενδύσεών τους. Το ΤΕΚΑ είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου».

Η μεταρρύθμιση απαντά στους κινδύνους της δημογραφικής γήρανσης

«Τα διανεμητικά συστήματα δουλεύουν ικανοποιητικά όταν οι εργαζόμενοι είναι πολλοί και οι συνταξιούχοι λίγοι – δηλαδή, όταν ο λόγος εξάρτησης είναι χαμηλός.  Όμως, αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες όταν η σχέση αυτή αναστραφεί», ανέφερε ο Υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης, επισημαίνοντας ότι «στις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα ο λόγος αυτός ήταν 4 ή 5 εργαζόμενοι για κάθε συνταξιούχο.  Σήμερα αντιστοιχούν μόλις 1.7 εργαζόμενοι σε κάθε συνταξιούχο και οι προοπτικές κάθε άλλο παρά ρόδινες διαγράφονται».

Όπως επεσήμανε ο κ. Τσακλόγλου «η δημογραφική γήρανση δεν είναι αποκλειστικά Ελληνικό φαινόμενο.  Παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες και, σταδιακά, σε όλο και περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες».  Όπως ανέφερε «στις περισσότερες από τις άλλες αναπτυγμένες χώρες, όταν αντιλήφθηκαν τη σημασία του δημογραφικού κινδύνου για το διανεμητικό συνταξιοδοτικό τους σύστημα, προχώρησαν στην εισαγωγή ή ενίσχυση του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα του συστήματος, ακριβώς για να κάνουν διαφοροποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου και να μειώσουν την έκθεση του συστήματος στο δημογραφικό κίνδυνο».

Ο Υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «Σήμερα, σε χώρες όπως η Δανία, η Ολλανδία ή η Σουηδία – για να αναφέρω λίγες μόνο και με αξιοζήλευτο επίπεδο κοινωνικής προστασίας – η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων έχει υποχρεωτική συμπληρωματική κεφαλαιοποιητική ασφάλιση. Σε πολλές χώρες τα αποθεματικά των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών ταμείων ξεπερνούν το 100% του ΑΕΠ και σε ορισμένες και το 200%. Σε όλες σχεδόν τις χώρες του ΟΟΣΑ τα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά ταμεία γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες». «Αυτό επιχειρεί να κάνει στη χώρα μας, ομολογουμένως με καθυστέρηση δεκαετιών, το παρόν νομοσχέδιο», είπε ο κ. Τσακλόγλου.

Μεταρρύθμιση με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον

Όπως εξήγησε ο Υφυπουργός, η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση έχει τέσσερεις στόχους:

  • Πρώτον, να μειώσει την έκθεση της κοινωνικής ασφάλισης στο δημογραφικό κίνδυνο, να επιτύχει διαφοροποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου για το σύνολο της κοινωνικής ασφάλισης και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να ενισχύσει τη σταθερότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης συνολικά.
  • Δεύτερον, να δημιουργήσει αποταμιεύσεις, σημαντικό τμήμα των οποίων θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία, δίνοντας ώθηση στην παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη, δημιουργώντας περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, γεγονός που θα οδηγήσει σε υψηλότερους άμεσους και έμμεσους φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.
  • Τρίτον, να δώσει ψηλότερες συντάξεις στους ασφαλισμένους του νέου συστήματος.
  • Τέταρτον, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της νέας γενιάς στο ασφαλιστικό σύστημα. Η δημιουργία των ατομικών λογαριασμών – των ατομικών «κουμπαράδων», όπως ήδη τους αποκαλούν πολλοί – δημιουργεί ισχυρά αντικίνητρα για συμμετοχή των νέων εργαζόμενων σε ανασφάλιστη εργασία.

Καμία περικοπή στις υφιστάμενες συντάξεις

Αναφερόμενος στην κριτική της αντιπολίτευσης για το «κόστος μετάβασης» ο κ. Τσακλόγλου επεσήμανε τα ακόλουθα:

«Το κόστος μετάβασης προκύπτει ακριβώς επειδή δεν πρόκειται να γίνουν περικοπές στις συντάξεις του υφιστάμενου συστήματος. Στο κεντρικό σενάριο, σε προεξοφλημένες τιμές, το κόστος μετάβασης εκτιμάται σε 56 δισ. Επαναλαμβάνω, σε βάθος 50 ετών. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, μόνο πέρυσι για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος – μέσα σε μία και μόνη χρονιά – ο κρατικός προϋπολογισμός συνεισέφερε σχεδόν 16 δις. Δηλαδή, αυτό το κόστος της πεντηκονταετίας ισοδυναμεί με μεταβιβάσεις τεσσάρων περίπου ετών. Επιπρόσθετα, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, αυτό είναι το ακαθάριστο κόστος.  Γιατί «ακαθάριστο»; Διότι, όπως ανέφερα προηγουμένως, σημαντικό μέρος των πόρων του νέου ταμείου θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία, δίνοντας ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, γεγονός που οδηγεί σε υψηλότερους φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Σύμφωνα με τη μακροοικονομική μελέτη του ΙΟΒΕ, στο κεντρικό σενάριο τα επιπρόσθετα οφέλη σε βάθος πεντηκονταετίας είναι περίπου 50 δισ. Πέραν της πεντηκονταετίας – που είναι το χρονικό πλαίσιο των οικονομικών μελετών που κατατέθηκαν στη Βουλή – τα οφέλη υπερακοντίζουν το κόστος με πολύ μεγάλη διαφορά».

«Επομένως», τόνισε ο κ. Τσακλόγλου, «το καθαρό κόστος μετάβασης είναι ένα απολύτως διαχειρίσιμο μέγεθος, πέραν των λοιπών ωφελειών για τους εργαζόμενους και την ελληνική οικονομία».

Ολόκληρη η ομιλία του κ. Τσακλόγλου

“Μετά από επισταμένη μελέτη και εργασία ενός έτους σε νομοτεχνικό, αναλογιστικό και οικονομοτεχνικό επίπεδο, έχω την τιμή να εισηγούμαι – μαζί φυσικά με τον Υπουργό κ.  Χατζηδάκη – το νομοσχέδιο για την μεταρρύθμιση της επικουρικής ασφάλισης.

Το σχέδιο νόμου αποτελεί μια κυβερνητική πρωτοβουλία προνοητικής φύσης που βασίζεται σε καλές πρακτικές που εφαρμόζουν εδώ και δεκαετίες ευρωπαϊκά κράτη με αξιοζήλευτο κράτος πρόνοιας.

Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με μία ιστορική αναδρομή.  Πριν από 89 χρόνια, σε αυτή την αίθουσα συζητείτο η πρώτη συστηματική απόπειρα εισαγωγής κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας.  Ταμεία αλληλοβοηθείας λειτουργούσαν ήδη πολλά, αλλά η ασφάλιση εξαντλείτο στον ομοιοεπαγγελματικό χώρο, χωρίς καθολική κάλυψη των μισθωτών (και, αργότερα, όπως προβλεπόταν, των λοιπών επαγγελματικών κατηγοριών).

Τη νομοθετική πρωτοβουλία είχε προετοιμάσει η κυβέρνηση Βενιζέλου, η οποία είχε λάβει υψηλού επιπέδου τεχνική βοήθεια από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες – κυρίως από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας – η οποία αποτυπωνόταν στην πραγματικά εξαιρετική εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου.  Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Παπαναστασίου, η οποία όμως είχε την κοινοβουλευτική στήριξη των Φιλελευθέρων.

Κατά την αγόρευσή του στη Βουλή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τόνισε ότι «Δια των Κοινωνικών Ασφαλίσεων η Κοινωνία η Ελληνική θα είναι καλύτερον κατηρτισμένη και εφοδιασμένη καλύτερον, δια να αντιμετωπίσει όλους τους κινδύνους τους οποίους αντιμετωπίζουν αι κοινωνίαι σήμερον».

Την περίοδο εκείνη, στα βάθη της οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ το 1929, διεξαγόταν στη χώρα μας μία ενδιαφέρουσα δημόσια συζήτηση στο χώρο του ριζοσπαστικού φιλελεύθερου κέντρου με χαρακτηριστικότερη ίσως μορφή τον Γιώργο Θεοτοκά που προσπαθούσε να εντοπίσει πολιτικές για τη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης και ευημερίας για όλους.  Δηλαδή, αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε «συμπεριληπτική ανάπτυξη» (inclusive growth).  Το νομοσχέδιο των κοινωνικών ασφαλίσεων εντασσόταν ακριβώς σε αυτή τη λογική.

Παρόμοια ερωτήματα εγείρονται και στη σημερινή συγκυρία.  Αλλεπάλληλες κρίσεις, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, φέρνουν στο επίκεντρο της συζήτησης το ζήτημα της «συμπεριληπτικής ανάπτυξης», ιδίως στη διαγενεακή του διάσταση.  Από κάθε άποψη – οικονομική, κλιματική, κοκ – φορτώνουμε υπέρογκα βάρη στη νέα γενιά.  Η τάση αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνεχιστεί.

Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο «ασφαλιστική μεταρρύθμιση για τη νέα γενιά» – όπως είναι ο τίτλος του νομοσχεδίου – εντάσσεται σε αυτή τη λογική.  Αλλάζει την αρχιτεκτονική της επικουρικής ασφάλισης προκειμένου το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας να προσαρμοστεί κατάλληλα για την αντιμετώπιση των σοβαρών προκλήσεων που θέτει στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού αλλά και άλλες παθογένειες, όπως το μέγεθος της αδήλωτης εργασίας και, κατ’ επέκταση, το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Και, όπως και στο αντίστοιχο νομοσχέδιο των Βενιζέλου-Παπαναστασίου, έχει γίνει σημαντική προεργασία, η οποία αποτυπώνεται μεταξύ άλλων και στις τρεις συνοδευτικές μελέτες των επιπτώσεων του νομοσχεδίου: αναλογιστική, μακροοικονομική και βιωσιμότητας δημοσίου χρέους που εκπονήθηκαν, αντιστοίχως, από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή, το Ίδρυμα Βιομηχανικών και Οικονομικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ).

Κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Η Ελληνική κοινωνία γερνά.  Και γερνά με ταχείς ρυθμούς.  Το ποσοστό γονιμότητας – δηλαδή ο μέσος αριθμός των παιδιών που γεννούν οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας – 1.4 σήμερα, είναι πολύ κάτω του αριθμού που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση του πληθυσμού (2.1).  Ταυτόχρονα, λόγω της προόδου στην υγεία και την υγιεινή, το προσδόκιμο της επιβίωσης αυξάνει σταθερά εδώ και πολλές δεκαετίες.

Οι εξελίξεις αυτές, οδηγούν σε ταχύτατη αύξηση του λόγου εξάρτησης, δηλαδή του αριθμού των ηλικιωμένων ατόμων προς τα άτομα εργασιακής ηλικίας ή, διαφορετικά, του λόγου συνταξιούχων προς εργαζόμενους.

Το υφιστάμενο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι σχεδόν αποκλειστικά διανεμητικό.  Δηλαδή, οι εισφορές των τωρινών εργαζομένων πληρώνουν συντάξεις των τωρινών συνταξιούχων.  Τα διανεμητικά συστήματα δουλεύουν ικανοποιητικά όταν οι εργαζόμενοι είναι πολλοί και οι συνταξιούχοι λίγοι – δηλαδή, όταν ο λόγος εξάρτησης είναι χαμηλός.  Όμως, αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες όταν η σχέση αυτή αναστραφεί.

Στις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα ο λόγος αυτός ήταν 4 ή 5 εργαζόμενοι για κάθε συνταξιούχο.  Σήμερα αντιστοιχούν μόλις 1.7 εργαζόμενοι σε κάθε συνταξιούχο και οι προοπτικές κάθε άλλο παρά ρόδινες διαγράφονται.

Η δημογραφική γήρανση δεν είναι αποκλειστικά Ελληνικό φαινόμενο.  Παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις αναπτυγμένες χώρες και, σταδιακά, σε όλο και περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες.  Στις περισσότερες από τις άλλες αναπτυγμένες χώρες, όταν αντιλήφθηκαν τη σημασία του δημογραφικού κινδύνου για το διανεμητικό συνταξιοδοτικό τους σύστημα, προχώρησαν στην εισαγωγή ή ενίσχυση του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα του συστήματος, ακριβώς για να επιτύχουν διαφοροποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου και να μειώσουν την έκθεση του συστήματος στο δημογραφικό κίνδυνο.

Σήμερα, σε χώρες όπως η Δανία, η Ολλανδία ή η Σουηδία – για να αναφέρω λίγες μόνο και με αξιοζήλευτο επίπεδο κοινωνικής προστασίας – η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων έχει υποχρεωτική συμπληρωματική κεφαλαιοποιητική ασφάλιση.  Σε πολλές χώρες τα αποθεματικά των κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών ταμείων ξεπερνούν το 100% του ΑΕΠ και σε ορισμένες και το 200%.  Σε όλες σχεδόν τις χώρες του ΟΟΣΑ τα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά ταμεία γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες.

Αυτό επιχειρεί να κάνει στη χώρα μας, ομολογουμένως με καθυστέρηση δεκαετιών, το παρόν νομοσχέδιο.

Τι ακριβώς προβλέπει το νομοσχέδιο; Τη σταδιακή μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης από διανεμητική σε κεφαλαιοποιητική.  Η μεταρρύθμιση αφορά μόνο την επικουρική ασφάλιση και τους νέους εργαζόμενους.  Η κύρια σύνταξη παραμένει ως έχει.

Πιο συγκεκριμένα, για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας από 1/1/2022 με υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση και, προαιρετικά, για όσους ασφαλισμένους είναι κάτω των 35 ετών με ή χωρίς υποχρέωση επικουρικής ασφάλισης, οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης κατευθύνονται σε ατομικούς λογαριασμούς, επενδύονται με βάση τις προτιμήσεις τους από το Ταμείο που πρόκειται να ιδρυθεί (Ταμείο Επικουρικής Kεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης – TEKA), και η σύνταξή τους προσδιορίζεται από το σύνολο των εισφορών τους και τις αποδόσεις των επενδύσεών τους.

Το ΤΕΚΑ είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.  Η επιλογή του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου γίνονται με ιδιαίτερα αυστηρές αξιοκρατικές διαδικασίες (πάντα υπό την αιγίδα του ΑΣΕΠ).  Η λειτουργία του βασίζεται στην επαγγελματική διαχείριση, υιοθετούνται πρότυπα καλής διακυβέρνησης και υπάρχει διαφάνεια τόσο ως προς τις λειτουργίες του όσο και ως προς την παρεχόμενη πληροφόρηση.  Κάθε ασφαλισμένος θα έχει πλήρη πληροφόρηση για τις εισφορές και τις αποδόσεις των επενδύσεων του σε πραγματικό χρόνο από τον υπολογιστή ή το κινητό του.

Στο νομοσχέδιο προβλέπονται δύο εγγυήσεις.  Η πρώτη προς τους ασφαλισμένους του υφισταμένου συστήματος, ότι οι συντάξεις τους θα εξακολουθήσουν να υπολογίζονται με βάση τους τωρινούς κανόνες και δεν θα υπάρξει καμία περικοπή σύνταξης.  Η δεύτερη προς τους ασφαλισμένους του νέου συστήματος ότι η σύνταξη που θα λάβουν θα αντιστοιχεί κατ’ ελάχιστον στο ποσό των εισφορών που έχουν καταβάλει σε πραγματικούς όρους – δηλαδή, λαμβάνοντας υπόψη και την επίδραση του πληθωρισμού.

Με άλλα λόγια, το κράτος εγγυάται μη αρνητικές αποδόσεις.  Ουσιαστικά, δηλαδή, στις διακυμάνσεις των αγορών υπόκεινται μόνο οι αποδόσεις και όχι οι καταβληθείσες εισφορές.  Πάντως, με βάση την εμπειρία άλλων χωρών αλλά και προσομοιώσεις που κάναμε, σε ελάχιστες περιπτώσεις θα παραστεί ανάγκη να γίνει χρήση αυτής της εγγύησης.

Επιπρόσθετα, στο νομοσχέδιο υπάρχουν δύο ευνοϊκές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το υφιστάμενο σύστημα: Πρώτον, σε ασφαλισμένους που δεν συμπληρώσουν δεκαπενταετία ασφάλισης επιστρέφονται οι εισφορές τους σε πραγματικούς όρους (αλλά όχι οι αποδόσεις των επενδύσεών τους).  Δεύτερον, σε περίπτωση αναπηρίας ή θανάτου ασφαλισμένου με χαμηλές εισφορές, παρέχεται σύνταξη που να αντιστοιχεί κατ’ ελάχιστον στις εισφορές δεκαπενταετίας ανειδίκευτου εργάτη.

Κυρίες και κύριοι βουλευτές

Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση έχει τέσσερεις στόχους.

Πρώτον, να μειώσει την έκθεση της κοινωνικής ασφάλισης στο δημογραφικό κίνδυνο, να επιτύχει διαφοροποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου για το σύνολο της κοινωνικής ασφάλισης και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να ενισχύσει τη σταθερότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης συνολικά.

Οι ασφαλισμένοι του νέου συστήματος θα λαμβάνουν τρεις συντάξεις: Εθνική, Ανταποδοτική και Επικουρική.  Αυτές υπόκεινται σε διαφορετικούς κινδύνους: Δημοσιονομικό, Δημογραφικό και Αγορών.  Λόγω του ότι οι κίνδυνοι αυτοί δεν έχουν πολύ υψηλή θετική συσχέτιση, ο συνολικός κίνδυνος μειώνεται και αυτό βελτιώνει τη σταθερότητα ολόκληρου του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.  Με άλλα λόγια, δεν βάζουμε «όλα τα αυγά μας σε ένα καλάθι».  Ας μην ξεχνάμε ότι και η κοινωνική ασφάλιση είναι μία μορφή ασφάλισης και αυτή είναι η βασικότερη αρχή των ασφαλίσεων.

Δεύτερον, να δημιουργήσει αποταμιεύσεις, σημαντικό τμήμα των οποίων θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία, δίνοντας ώθηση στην παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη, δημιουργώντας περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, γεγονός που θα οδηγήσει σε υψηλότερους άμεσους και έμμεσους φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.  Ας μην ξεχνάμε ότι οι επενδύσεις είναι, ουσιαστικά, το «καύσιμο» της ανάπτυξης και το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ στην Ελλάδα είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ.

Τρίτον, να δώσει ψηλότερες συντάξεις στους ασφαλισμένους του νέου συστήματος.  Το υφιστάμενο σύστημα επικουρικής ασφάλισης είναι «νοητής κεφαλαιοποίησης και μηδενικού ελλείμματος».  Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι σε κάθε χρονιά το σύνολο των παρεχομένων συντάξεων πρέπει να ισούται με το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών.  Κατά συνέπεια, το ποσοστό αναπλήρωσης των επικουρικών συντάξεων – δηλαδή, ο λόγος της μέσης επικουρικής σύνταξης προς το μέσο μισθό – εξαρτάται από την εξέλιξη του λόγου του αριθμού των συνταξιούχων προς τον αριθμό των ασφαλισμένων.  Ο λόγος αυτός χειροτερεύει διαχρονικά και αυτό οδηγεί σε σημαντική μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης.  Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, με σταθερά ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών, η μέση επικουρική σύνταξη αναμένεται να μειωθεί από 16% του μέσου μισθού που είναι σήμερα σε 9,5% στις τρεις επόμενες δεκαετίες.

Όπως ανέφερα προηγουμένως, δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό.  Παρόμοια κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα λειτουργούν εδώ και δεκαετίες σε πολλές χώρες.  Η εμπειρία αυτών των χωρών δείχνει ότι οι πραγματικές αποδόσεις των κεφαλαιοποιητικών συστημάτων έχουν μεν υψηλότερες διακυμάνσεις από αυτές των διανεμητικών συστημάτων, αλλά μακροχρονίως είναι πολύ υψηλότερες, ιδίως από αυτές των διανεμητικών συστημάτων γερασμένων κοινωνιών, όπως η Ελληνική.  Με βάση αυτή την εμπειρία εκτιμούμε ότι οι συντάξεις του νέου συστήματος θα είναι αισθητά υψηλότερες από αυτές του υφισταμένου.

Τέταρτον, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της νέας γενιάς στο ασφαλιστικό σύστημα.  Η δημιουργία των ατομικών λογαριασμών – των ατομικών «κουμπαράδων», όπως ήδη τους αποκαλούν πολλοί – δημιουργεί ισχυρά αντικίνητρα για συμμετοχή των νέων εργαζόμενων σε ανασφάλιστη εργασία.  Αυτό βοηθά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των νέων προς το ασφαλιστικό σύστημα, συνδέοντας με απτό και διαφανή τρόπο τις εισφορές τους με την σύνταξή τους και απαντώντας στην ανησυχία που εκφράζουν πολλοί νέοι ότι «δεν θα πάρω ποτέ σύνταξη».  Ταυτόχρονα, ο περιορισμός της ανασφάλιστης εργασίας θα έχει προφανείς θετικές επιπτώσεις τόσο στα έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος και, συνολικά, στην ελληνική οικονομία.

Ακούστηκαν διάφορα αντεπιχειρήματα – κατά τη γνώμη μου τα περισσότερα εντελώς αβάσιμα – στα οποία έχω ήδη απαντήσει κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων και θα αναφερθώ επίσης στη δευτερολογία μου

Τώρα θα σταθώ στο μόνο αντεπιχείρημα που ακούστηκε που θα μπορούσε να είναι βάσιμο – αλλά δεν είναι.  Αυτό του κόστους μετάβασης.  Το κόστος μετάβασης προκύπτει ακριβώς επειδή δεν πρόκειται να γίνουν περικοπές στις συντάξεις του υφιστάμενου συστήματος.  Ανάλογα με το επιτόκιο προεξόφλησης, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή το εκτίμησε από λίγο κάτω από 50 έως λίγο πάνω από 70 δις ευρώ σε βάθος πεντηκονταετίας.

Στο κεντρικό σενάριο, σε προεξοφλημένες τιμές, το κόστος μετάβασης εκτιμάται σε 56 δις.  Επαναλαμβάνω, σε βάθος 50 ετών.  Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, μόνο πέρυσι για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος – μέσα σε μία και μόνη χρονιά – ο κρατικός προϋπολογισμός συνεισέφερε σχεδόν 16 δισ.  Δηλαδή, αυτό το κόστος της πεντηκονταετίας ισοδυναμεί με μεταβιβάσεις τεσσάρων περίπου ετών.

Επιπρόσθετα, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, αυτό είναι το ακαθάριστο κόστος.  Γιατί «ακαθάριστο»; Διότι, όπως ανέφερα προηγουμένως, σημαντικό μέρος των πόρων του νέου ταμείου θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία, δίνοντας ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, γεγονός που οδηγεί σε υψηλότερους φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.  Σύμφωνα με τη μακροοικονομική μελέτη του ΙΟΒΕ, στο κεντρικό σενάριο τα επιπρόσθετα δημοσιονομικά οφέλη σε βάθος πεντηκονταετίας είναι περίπου 50 δις.  Πέραν της πεντηκονταετίας – που είναι το χρονικό πλαίσιο των οικονομικών μελετών που κατατέθηκαν στη Βουλή – τα οφέλη υπερακοντίζουν το κόστος με πολύ μεγάλη διαφορά.

Επομένως, το καθαρό κόστος μετάβασης είναι ένα απολύτως διαχειρίσιμο μέγεθος, πέραν των λοιπών ωφελειών για τους εργαζόμενους και την ελληνική οικονομία.  Πάντως, θα ήθελα να επισημάνω, απευθυνόμενος στους μελλοντικούς Υπουργούς Οικονομικών και Εργασίας ότι ενώ το ακαθάριστο κόστος μετάβασης θα καταγράφεται στον προϋπολογισμό, τα οφέλη θα διαχέονται στην οικονομία και τα επιπρόσθετα δημοσιονομικά έσοδα που θα προκύψουν δεν θα καταγράφονται στον προϋπολογισμό με διακριτό τρόπο.  Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.  Κάθε άλλο.  Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι ένα σημαντικό μέρος της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο παρελθόν, ουσιαστικά χρηματοδοτήθηκε από τα πλεονάσματα της κοινωνικής ασφάλισης στις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας του συστήματος.

Αξιότιμες και αξιότιμοι κυρίες και κύριοι βουλευτές,

Κατά τη δεκαετή οικονομική κρίση που προηγήθηκε παρακολουθήσαμε πολλές άγονες αντιπαραθέσεις, την ώρα που η χώρα βρισκόταν υπό άμεσο κίνδυνο χρεωκοπίας.  Ειδικά σε ό,τι αφορά στο ασφαλιστικό, οι αντιπαραθέσεις ήταν εντονότατες, το αποτέλεσμα όμως ήταν κοινό και δυσμενές, για όποιον ερχόταν στην κυβέρνηση και αντιμετώπιζε την πραγματικότητα.  Η αντιπολίτευση εστιάζει συνήθως στο τι κόστος έχει μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση.  Αυτό είναι ίσως σχετικά εύκολο να μετρηθεί.  Τι κόστος όμως προκύπτει όταν η οικονομία μας μένει καθηλωμένη σε χαμηλή ανάπτυξη λόγω της μη υλοποίησης της μεταρρύθμισης;  Αυτό είναι το, πραγματικά, σημαντικό ερώτημα.

Αν κάτι έπρεπε να έχουμε διδαχθεί από την δεκαετή κρίση είναι η αξία της συναίνεσης και της γόνιμης αντιπολίτευσης, της αντιπολίτευσης που αντιλαμβάνεται τα προβλήματα και προτείνει λύσεις και βελτιώσεις.

Το ασφαλιστικό είναι εθνικό θέμα, και όπως στην εξωτερική πολιτική, υπάρχει λίγο ή πολύ μια εθνική γραμμή και μια κουλτούρα διακομματικής συνεννόησης, το ίδιο πρέπει να γίνει και με το ασφαλιστικό – όπως γίνεται ήδη σε ορισμένες χώρες.

Το ασφαλιστικό δεν αφορά τη θητεία μίας κυβέρνησης, αλλά διατρέχει τη θητεία πολλών κυβερνήσεων.  Για ό,τι αποφασίζεται από μια κυβέρνηση, αναπόφευκτα στην υλοποίησή του θα συνδράμουν και οι επόμενες.

Το νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση της επικουρικής ασφάλισης αποτελεί σημαντική μακρόπνοη διαρθρωτική μεταρρύθμιση με κύριους ωφελημένους τη νέα γενιά που θα απολαύσει υψηλότερες συντάξεις στο μέλλον, χωρίς να θίγεται το βιοτικό επίπεδο των συνταξιούχων του υφισταμένου συστήματος.

Έχει προνοητικό χαρακτήρα και ενισχύει τη σταθερότητα του συνόλου του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ενισχύει τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας και βοηθά τόσο στον περιορισμό της αδήλωτης εργασίας όσο και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των νέων στην κοινωνική ασφάλιση.

Πρόκειται για ένα μεγάλο βήμα εκσυγχρονισμού του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που έρχεται να αντιμετωπίσει ένα σημαντικό κίνδυνο τον οποίο αντιμετωπίζει οι κοινωνία σήμερον

για να αναφερθώ στο απόσπασμα της ομιλίας του Ελευθερίου Βενιζέλου με το οποίο ξεκίνησα την τοποθέτησή μου.

Και θα ήταν ευχής έργο αν στηριζόταν από ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις στην αίθουσα του κοινοβουλίου.  Το οφείλουμε στα παιδιά και τα εγγόνια μας”.