Στον Ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας Κομοτηνής, ιερούργησε σήμερα Κυριακή των Βαΐων ο Μητροπολίτης Μαρωνείας & Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμων.

Κηρύττοντας τον Θείο Λόγο, προέτρεψε τους πιστούς να ακολουθήσουν Τον ερχόμενο προς το εκούσιο Πάθος Κύριο και να διατηρούν μέσα τους την ελπίδα και τη βεβαιότητα της προσωπικής Ανάστασης.

  • Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής των Βαΐων (Ιωάν. ιβ΄ 1-18)

Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. Ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. Εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

  • Απόδοση στη νεοελληνική
Έξη ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἦλθε ὁ Ίησοῦς εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει καὶ τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Ἐκεῖ τοῦ ἔκαναν δεῖπνον καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρετοῦσε, ὁ δὲ Λάζαρος ἦτο μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἦσαν μαζί του στὸ τραπέζι. Ἡ Μαρία τότε ἐπῆρε μίαν λίτραν γνησίου πολυτίμου μύρου νάρδου, ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ εσφόγγισε μὲ τὰ μαλλιά της, καὶ τὸ σπίτι ἐγέμισε ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ τοῦ μύρου. Λέγει τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰούδας, ὁ υἱὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε· Γιατὶ δὲν ἐπουλήθηκε αὐτὸ τὸ μύρον γιὰ τριακόσια δηνάρια καὶ δὲν ἐδόθηκε εἰς τοὺς πτωχούς; Αὐτὸ τὸ εἶπε ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦτο κλέπτης καὶ εἶχε τὸ ταμεῖον καὶ ἀφαιροῦσε ἐκεῖνα ποὺ ἔβαζαν μέσα. Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς· Ἄφησέ την· διὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τὸ ἐφύλαξε· διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, ἐνῷ ἐμὲ δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔμαθαν ὅτι εἶναι ἐκεῖ, καὶ ἦλθαν ὄχι μόνον διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν Λάζαρον, τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Οἱ ἀρχιερεῖς τότε ἀπεφάσισαν νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Λάζαρον, διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔφευγαν καὶ ἐπίστευαν στὸν Ἰησοῦν. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πολὺς κόσμος ποὺ εἶχε ἔλθει εἰς τὴν ἑορτήν, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπῆραν κλάδους ἀπὸ φοίνικας καὶ ἐβγῆκαν πρὸς προϋπάντησίν του καὶ ἔκραζαν· Ὡσαννά, εὐλογημένος νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Ὁ δὲ Ἰησοῦς εὑρῆκε ἕνα μικρὸν ὄνον, καὶ ἐκάθησε ἐπάνω του, καθὼς εἶναι γραμμένον· Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα Σιών, νά, ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθισμένος εἰς ἕνα πουλάρι ὄνου. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ κατάλαβαν τότε οἱ μαθηταί του, ἀλλ’ ὅταν ἐδοξάσθηκε ὁ Ἰησοῦς, τότε θυμήθηκαν ὅτι αὐτὰ ἦσαν γραμμένα γι’ αὐτόν καὶ ὅτι τοῦ τὰ ἔκαναν. Ὁ δὲ κόσμος ποὺ ἦταν μαζί του ἔδινε μαρτυρίαν ὅτι ἐφώναξε τὸν Λάζαρον ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν ὑποδέχθηκε ὁ κόσμος διότι ἄκουσαν ὅτι ἔκανε αὐτὸ τὸ θαῦμα.

Πηγή: panagiaalexiotissa.blogspot.com

  • Το Μήνυμα της Κυριακής των Βαΐων – Από τον Μητροπολίτη Μαρωνείας & Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονα

Σεισμός στά Ἱεροσόλυμα! Θριαμβευτική ἡ ὑποδοχή! Ἄλλοι κόβουν κλαδιά ἀπό τούς φοίνικες καί τά ἐπισείουν θριαμβευτικά κατά τήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στήν Ἁγία Πόλη· άλλοι στρώνουν ροῦχα γιά νά μήν πατήσουν χῶμα ὄχι μόνον τά πόδια τοῦ μεγάλου Διδασκάλου ἀλλά οὔτε τά πόδια τοῦ ὑποζυγίου του· άλλοι φωνάζουν μέ ἀλαλαγμούς χαρᾶς καί προσμονῆς, κι ὅλοι στριμώχνονται γύρω του περιμένοντας ἕνα νεῦμα, μία προσταγή, τό ἔναυσμα γιά νά τόν ἀνακηρύξουν βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπαγόταν τήν ἐποχή ἐκείνη. Γιατί συμπεριφέρεται ἔτσι ὁ πολύς λαός; Ὅσοι ἦταν παρόντες ὅταν ἀνέστησε ὁ Χριστός τόν Λάζαρο, τεσσάρων ἡμερῶν νεκρό, διηγοῦνταν τό θαῦμα πού ἔζησαν. Αὐτοί πού ἄκουγαν ἐνθουσιάζονταν μεταφράζοντας τά πάντα χρησιμοθηρικά καί συμφεροντολογικά. Δέν δόξαζαν τόν Θεό ὡς κυρίαρχό τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἀντιμετωπίζοντας τόν Χριστό σάν χρηστικό ἀντικείμενο, δόξαζαν τό «ὑπερόπλο» τοῦ Ἰσραήλ τό ὁποῖο θά ἀνάσταινε τούς νεκρούς στίς μάχες καί θά θεράπευε τούς τραυματίες δημιουργώντας μία ἀκατανίκητη δύναμη… Πόση ἐπιπολαιότητα! Πόση διαστρέβλωση τῶν κινήτρων καί τῶν προθέσεων τοῦ Χριστοῦ! Πόση ἀλλοίωση τοῦ ἤθους τό ὁποῖο κήρυττε! Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός σιωπᾶ! Μένει σιωπηλός γιατί δέν θέλει νά κάνει τίποτε πού νά παρερμηνευθεῖ ὡς ἀποδοχή ἀπό τόν ἴδιο αὐτῆς τῆς ἀλλοίωσης, που ἡ ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια καί ὁ καιροσκοπισμός ἐπιφυλάσσουν στό κήρυγμα καί τά θαύματά του.

Ἀντίθετα ἀπό ὅλα αὐτά, μία γυναίκα, ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, καθώς ὁ Χριστός φιλοξενοῦνταν μέ τιμητικό δεῖπνο στό σπίτι τους, παρόντων τοῦ Λαζάρου καί τῆς διακονούσης Μάρθας, ἀγοράζει ποσότητα πολύτιμου μύρου, γνήσιου καί ἀνόθευτου, μεγάλης ἀξίας, καί μέ αὐτό πλένει τά πόδια Του σκουπίζοντάς τα μέ τά μαλλιά της, ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης καί ἀφοσίωσης. Καί ὁ Χριστός τό ἀποδέχεται, δέν ἀντιδρᾶ, ἀντιθέτως ὑπερασπίζεται τή Μαρία στίς ἰδιοτελεῖς αἰτιάσεις τοῦ Ἰούδα ὅτι κακῶς χύθηκε τόσο πολύτιμο μῦρο κι ὅτι θά ἔπρεπε νά ἐκποιηθεῖ καί τά χρήματα νά δοθοῦν στούς φτωχούς. Ἀδελφοί, σήμερα, καθώς μπαίνουμε στή Μεγάλη Ἑβδομάδα, στήν τελική εὐθεία γιά τό Πάσχα, ἡ Ἐκκλησία ἀντιπαραβάλλει τίς ἀνθρώπινες στάσεις ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τή μία οἱ συμφεροντολογικές, οἱ ἐνθουσιαστικές, οἱ ἐγκοσμιοκρατικές τοῦ λαοῦ. Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ ὁλοκάρδια πίστη, ἡ ἐν ἀληθείᾳ κατανόηση καί ἡ ἀγάπη τῆς Μαρίας. Ἐμεῖς ποιά στάση θ’ ἀποφασίσουμε νά τηρήσουμε ἔναντι τοῦ «ἐρχομένου πρός τό ἑκούσιον πάθος Χριστοῦ;».