• Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ. ιη΄10-14)
Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι· ὁ εἷς φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ φαρισαῖος, σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν, ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης, μακρόθεν ἑστὼς, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
  • Απόδοση στη νεοελληνική
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν ἑξῆς παραβολή· Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν εἰς τὸν ναόν διὰ νὰ προσευχηθοῦν· ὁ ἕνας ἦτο φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ φαρισαῖος ἐστάθηκε καὶ ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἑαυτόν του: Θεέ, σ’ εὐχαριστῶ διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ τελώνης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα ὄσα ἀποκτῶ. Ὁ τελώνης, ὅμως, ἐστεκότανε μακρυὰ καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν, ἀλλ’ ἐκτυποῦσε τὸ στῆθός του καὶ ἔλεγε: Θεέ, ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλόν. Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸς κατέβηκε εἰς τὸ σπίτι του δικαιωμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν, παρὰ ὁ ἄλλος. Διότι ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ταπεινωθῇ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ὑψωθῇ.
  • Το Μήνυμα του Ευαγγελίου της Κυριακής, από τον Μητροπολίτη Μαρωνείας & Κομοτηνής, κ.κ. Παντελεήμονα

Εἶναι γνωστή καί οἰκεία ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Ἡ παραβολή τοῦ Τελώνου καί του Φαρισαίου σημασιοδοτεῖ τήν ἔναρξη τῆς πιό πνευματικῆς περιόδου τοῦ ἔτους, τῆς περιόδου τῆς προετοιμασίας μας γιά τήν μεγαλύτερη ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Πάσχα. Και ἡ περίοδος αὐτή παίρνει τό ὄνομά της ἀπό τό λειτουργικό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας πού ὀνομάζεται «Τριώδιο», καθώς ἡ χρήση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ξεκινᾶ ἀπό τόν ἑσπερινό τῆς Κυριακῆς πού διαβάζεται ἡ σημερινή παραβολή, καί ἐκτείνεται μέχρι τήν παννυχίδα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου.

Ἀκριβῶς, δέ, ἐπειδή ἡ περίοδος αὐτή εἶναι ἀφορμή ἐντατικότερης καί θερμότερης προσευχῆς, γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας ξεκινᾶ τήν περίοδο μέ τή διδασκαλία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ γιά τόν τρόπο τῆς θεάρεστης προσευχῆς. Και ἡ διδασκαλία αὐτή ἐμπεριέχεται σέ μιά ἱστορία, στή διδακτικότατη αὐτή παραβολή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου.

Κύριο χαρακτηριστικό της, ἡ μέ ἁπλό τρόπο ἐπισήμανση τῶν πνευματικῶν κινδύνων πού ἀναιροῦν τήν προσευχή καί τήν μετατρέπουν σέ προσβολή πρός τόν Ἅγιο Θεό, ἤ, ἀκόμη χειρότερα, σέ ἱεροσυλία. Συνάμα, παρατίθεται ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἡ προσευχή φθάνει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ, καθίσταται θεάρεστη, και ὁ προσευχόμενος ἄνθρωπος χαριτώνεται καί πορεύεται τήν ὁδό τῆς Ἁγιότητας καί τῆς Θεώσεως.

Σάν νά εἶχε κατά νοῦ τόν ἄνθρωπο τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰώνα, ὁ Χριστός μας, ὅταν περιέγραφε πρίν δύο χιλιάδες χρόνια τόν Φαρισαῖο! Ἀπερίφραστα καί ξεκάθαρα ὁ Χριστός τονίζει πώς ὁ Φαρισαῖος, ἄν καί βρισκόταν μέσα στόν Ναό, δέν προσευχόταν στόν Θεό, ἀλλά στόν ἑαυτό του, τόν ὁποῖο εἶχε εἰδωλοποιήσει. Γι’ αὐτό καί ἡ γεμάτη ἔπαρση και ἐπίδειξη προσευχή. Ἐγώ νηστεύω, προσεύχομαι, δίνω ἐλεημοσύνη, δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους. Πουθενά ἡ προοπτική της Οὐρανίου Βασιλείας, πουθενά ἡ προοπτική τῆς αἰωνιότητας, πουθενά ἡ ἀναφορά στόν Πάτερα καί τοὺς ἀδελφούς, μᾶλλον κυρίαρχη ἡ κατάργηση τοῦ Πάτερα καί ἡ ἀπαξίωση τῶν ἀδελφῶν.

Ἡ ἐποχή μας, μᾶς καταντᾶ αὐτοκαταστροφικούς. Μᾶς καθοδηγεῖ νά πιστέψουμε μόνον στόν ἀτελή καί ἀδύναμο ἑαυτό μας. Μᾶς ἀρνεῖται τήν προοπτική της πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς ἐξάρτησής μας ἀπό τόν Θεό καί τήν ἀγάπη του. Μᾶς ἐγκλωβίζει στό «ἐδῶ καί τώρα» φορτώνοντάς μας μέ δισεπίλυτα προβλήματα, ὥστε νά ἀπασχολούμαστε διαρκῶς μέ αὐτά, νά χάνουμε τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας καί νά στερούμαστε τήν ἀναφορά μας στήν πηγή τῆς ζωῆς καί αἰτία τῆς ὕπαρξής μας. Σέ ὅλα αὐτά, μία εἶναι ἡ σωτήρια ἀντιμετώπιση. Τό γονάτισμά μας καί ἡ γεμάτη συντριβή καί μετάνοια τελωνική προσευχή: «Ὁ Θεός, ἰλασθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»!