• Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΣΤ΄ Ματθαίου (Ματθ. κε´ 14-30) Η πα­ρα­βο­λή των τα­λάν­των

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ῎Ανθρωπός τις ἀποδημῶν, ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν, εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα. ῾Ωσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο, ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο. ῾Ο δὲ τὸ ἓν λαβὼν, ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Μετὰ δὲ χρόνον πολὺν, ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ᾿ αὐτῶν λόγον. Καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν, προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν, εἶπε· Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ᾿ αὐτοῖς. ῎Εφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου. Προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· Κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ· Πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ! ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα! ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ. ῎Αρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. Τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ, δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ· καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ῾Ο ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.

  • Απόδοση στη νεοελληνική
Εἶπε ὁ Κύριος αὐτὴ τὴν παραβολή· ἕνας ἄνθρωπος φεύγοντας γιὰ ταξίδι, κάλεσε τοὺς δούλους του καὶ τοὺς ἐμπιστεύτηκε τὰ ὑπάρχοντά του. Σ᾿ ἄλλον ἔδωσε πέντε τάλαντα, σ᾿ ἄλλον δύο, σ᾿ ἄλλον ἕνα, στὸν καθένα ἀνάλογα μὲ τὴν ἱκανότητά του, κι ἔφυγε ἀμέσως γιὰ τὸ ταξίδι. Αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ πέντε τάλαντα, πῆγε καὶ τὰ ἐκμεταλλεύτηκε καὶ κέρδισε ἄλλα πέντε. Κι αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὰ δύο τάλαντα, κέρδισε ἐπίσης ἄλλα δύο. ᾿Εκεῖνος ὅμως ποὺ ἔλαβε τὸ ἕνα τάλαντο, πῆγε κι ἔσκαψε στὴ γῆ καὶ ἔκρυψε τὰ χρήματα τοῦ κυρίου του. ῞Υστερα ἀπὸ ἕνα μεγάλο χρονικὸ διάστημα, γύρισε ὁ κύριος ἐκείνων τῶν δούλων καὶ ἔκανε λογαριασμὸ μαζί τους. Παρουσιάστηκε τότε ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὰ πέντε τάλαντα καὶ τοῦ ἔφερε ἄλλα πέντε. Κύριε, τοῦ λέει, μοῦ ἐμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα· κοίτα, κέρδισα μ᾿ αὐτὰ ἄλλα πέντε. ῾Ο κύριός του τοῦ εἶπε· εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου. Παρουσιάστηκε κι ὁ ἄλλος μὲ τὰ δύο τάλαντα καὶ τοῦ εἶπε· κύριε, μοῦ ἐμπιστεύτηκες δύο τάλαντα· κοίτα, κέρδισα ἄλλα δύο. Τοῦ εἶπε ὁ κύριός του· εὖγε, καλὲ καὶ ἔμπιστε δοῦλε! ᾿Αποδείχτηκες ἀξιόπιστος στὰ λίγα, γι᾿ αὐτὸ θὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ πολλά. ῎Ελα νὰ γιορτάσεις μαζί μου. Παρουσιάστηκε κι ἐκεῖνος ποὺ εἶχε λάβει τὸ ἕνα τάλαντο καὶ τοῦ εἶπε· κύριε, ἤξερα πὼς εἶσαι σκληρὸς ἄνθρωπος. Θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔσπειρες καὶ συνάζεις καρποὺς ἐκεῖ ποὺ δὲν φύτεψες. Γι᾿ αὐτὸ φοβήθηκα καὶ πῆγα κι ἔκρυψα τὸ τάλαντό σου στὴ γῆ. ῾Ορίστε τὰ λεφτά σου. ῾Ο κύριός του τοῦ ἀποκρίθηκε· δοῦλε κακὲ καὶ ὀκνηρέ, ἤξερες πὼς θερίζω ὅπου δὲν ἔσπειρα καὶ συνάζω καρποὺς ἀπ᾿ ὅπου δὲν φύτεψα! Τότε ἔπρεπε νὰ βάλεις τὰ χρήματά μου στὴν τράπεζα, κι ἐγὼ ὅταν θὰ γυρνοῦσα πίσω θὰ τὰ ἔπαιρνα μὲ τόκο. Πάρτε του, λοιπόν, τὸ τάλαντο καὶ δῶστε το σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὰ δέκα τάλαντα. Γιατὶ σὲ καθέναν ποὺ ἔχει, θὰ τοῦ δοθεῖ μὲ τὸ παραπάνω καὶ θά ᾿χει περίσσευμα· ἐνῶ ἀπ᾿ ὅποιον δὲν ἔχει, θὰ τοῦ πάρουν καὶ τὰ λίγα ποὺ ἔχει. Κι αὐτὸν τὸν ἄχρηστο δοῦλο πετάξτε τον ἔξω στὸ σκοτάδι. ᾿Εκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια. ᾿Αφοῦ τὰ εἶπε ὅλα αὐτά, πρόσθεσε μὲ ἔμφαση· ῞Οποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκούει ἂς τὰ ἀκούει.

Πηγή: panagiaalexiotissa.blogspot.com

28604bdd maxresdefault 16

  • Το Μήνυμα της Κυριακής – Από τον Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονα

Τό πρόσωπο τοῦ οἰκοδεσπότου ἀλλάζει. Μέχρι τήν στιγμή ἐκείνη ἦταν ὁλοφώτεινο καί πλουσιοπάροχα ἔδινε συγχαρητήρια καί βραβεῖα, καθώς ἄκουγε τόν εὐλογημένο ἀπολογισμό τῶν δύο δούλων του πού φιλότιμα ἐργάσθηκαν καί διπλασίασαν ὅσα τούς εἶχε ἐμπιστευθεῖ. Ὅμως τώρα μέ τόν τρίτο ἡ μορφή του γίνεται αὐστηρή. Ἀμείλικτα εἶναι τά λόγια του: «Πάρτε ἀπ’ αὐτόν τό τάλαντο…». Ὅταν ὁ Κύριος ζωγράφιζε τόν «ἀχρεῖον δοῦλον», εἶχε ἀναμφίβολα ὑπ’ ὄψιν του τήν στάση τῶν γραμματέων καί φαρισαίων τῆς ἐποχῆς του ἔναντι τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Καμάρωναν ὅτι τόν διατηροῦσαν ἀναλλοίωτο καί ἀσφαλῆ. Ἐνῶ στήν οὐσία τόν κρατοῦσαν ἀνενέργητο. Φύλαγαν τό γράμμα καί ἔχαναν τό πνεῦμα. Φυλάκιζαν τήν δυναμική ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μέσα στό κλειστό μυαλό τους καί τήν κλειστή καρδιά τους. Καί τήν παρέλυαν. Τήν στεροῦσαν ἀπό ζωή καί σφρῖγος. Θρησκευτική πίστη χωρίς τόλμη, χωρίς ἀνοικτό ὁρίζοντα, χωρίς δημιουργική δράση, χωρίς πράξη, εἶναι νεκρά. Ἡ παραβολή ὅμως μέ τά πολλαπλά μηνύματά της διατηρεῖ καί μία γενικώτερη ἐπικαιρότητα. Τό βασικό σφάλμα τοῦ «ἀχρείου δούλου» ἦταν ὅτι δέν ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε. «Πῆγε καί ἔσκαψε τήν γῆ καί ἔκρυψε τό χρῆμα τοῦ Κυρίου». Δέν τό χάλασε, δέν τό σπατάλησε. Ἁπλῶς τό ἀχρήστευσε. Τό ἔθαψε στό χῶμα. Προτίμησε μία στατική ἀσφάλεια. Φοβήθηκε νά τό διακινδυνεύσει. Καί ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νά τοῦ ζητήσουν λογαριασμό γιά τήν διαχείριση αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τό ἔβγαλε καί τό ἔδωσε στόν Κύριό του: «Ἰδέ, ἔχεις τό σόν». Θέλετε νά ἀκούσετε παρόμοια ἀπολογία σήμερα; Ἀναρίθμητοι εἶναι αὐτοί πού μέ τήν ἴδια νοοτροπία ἀμνηστεύουν τόν ἑαυτό τους: «Δέν σπατάλησα τήν περιουσία μου σέ ἀσωτίες, δέν ἔκλεψα, δέν σκότωσα κανένα. Καί στήν Ἐκκλησία κάπου-κάπου πηγαίνω καί κερί ἀνάβω. Δέν θυμᾶμαι ἐν γνώσει μου νά ἔβλαψα ἄνθρωπο, δέν ἔβλαψα τήν κοινωνία». «Ναί, ἀλλά δοῦλε ὀκνηρέ», θά ἐπανελάμβανε σέ πολλούς ὁ Κύριος. Ξεχνᾶς πόσους ἀνθρώπους μποροῦσες νά ἀνακουφίσεις ἄν χρησιμοποιοῦσες κατάλληλα τό τάλαντό σου; Ὅμως ἐσύ τ’ ἀφήνεις νά ἀχρηστευθεῖ στό χῶμα τῆς ἀμέλειας, στό βάλτο τῆς ἀδιαφορίας. Μέ τήν παραβολή αὐτή ὁ Κύριος φωτίζει ἕναν θεμελιώδη νόμο ζωῆς: Ὁ μόνος τρόπος γιά νά κρατήσει κανείς ἕνα ἤ πολλά τάλαντα, εἶναι νά τ’ ἀξιοποιήσει. «Στόν καθένα πού ἔχει καί τό ἀξιοποιεῖ, θά δοθοῦν καί ἄλλα, καί θά περισσέψουν. Ἀπό ἐκεῖνον ὅμως πού δέν τό ἀξιοποιεῖ, θά τοῦ ἀφαιρεθεῖ κι αὐτό πού ἔχει».